English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΦΟΥ

Τοῦ Μητροπολίτου Πάφου Γεωργίου

               
 

 

 

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ (Πρ. 13, 4 - 12).

 

«Οὗ­τοι (ὁ Βαρ­νά­βας καί ὁ Σαῦ­λος) ἐκ­πεμ­φθέ­ντες ὑ­πό τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Ἁ­γί­ου κα­τῆλ­θον εἰς τήν Σε­λεύ­κει­αν, ἐ­κεῖ­θέν τε ἀ­πέ­πλευ­σαν εἰς τήν Κύ­προν, καί γε­νό­με­νοι ἐν Σα­λα­μῖ­νι κα­τήγ­γε­λλον τό λό­γον τοῦ Θε­οῦ ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων· εἶ­χον δέ καί Ἰ­ωάν­νην ὑ­πη­ρέ­την. Δι­ελ­θό­ντες δέ τήν νῆ­σον ἄ­χρι Πά­φου εὗ­ρόν τι­να μά­γον ψευ­δο­προ­φή­την Ἰ­ου­δαῖ­ον ᾧ ὄ­νο­μα Bα­ρι­η­σοῦς, ὅς ἦν σύν τῷ ἀν­θυ­πά­τῳ Σερ­γί­ῳ Παύ­λῳ, ἀν­δρί συ­νε­τῷ. Οὗ­τος προ­σκα­λε­σά­με­νος Βαρ­νά­βαν καί Σαῦ­λον ἐ­πε­ζή­τη­σεν ἀ­κοῦ­σαι τόν λό­γον τοῦ Θε­οῦ· ἀν­θί­στα­το δέ αὐ­τοῖς Ἐ­λύ­μας ὁ μά­γος - οὕ­τω γάρ με­θερ­μη­νεύ­ε­ται τό ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ - ζη­τῶν δι­α­στρέ­ψαι τόν ἀν­θύ­πα­τον ἀ­πό τῆς πί­στε­ως. Σαῦ­λος δέ, ὁ καί Παῦ­λος, πλησθείς Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καί ἀ­τε­νί­σας πρός αὐ­τόν εἶ­πεν· ὦ πλή­ρης πα­ντός δό­λου καί πά­σης ῥα­δι­ουρ­γί­ας, υἱ­έ δι­α­βό­λου, ἐ­χθρέ πά­σης δι­και­ο­σύ­νης, οὐ παύ­σῃ δι­α­στρέ­φων τάς ὁ­δούς Κυ­ρί­ου τάς εὐ­θεί­ας; Καί νῦν ἰ­δού χείρ Κυ­ρί­ου ἐ­πί σέ, καί ἔ­σῃ τυ­φλός μή βλέ­πων τόν ἥ­λι­ον ἄ­χρι και­ροῦ. Πα­ρα­χρῆ­μα δέ ἔ­πε­σεν ἐ­π' αὐ­τόν ἀ­χλύς καί σκό­τος, καί πε­ρι­ά­γων ἐ­ζή­τει χει­ρα­γω­γούς. Τό­τε ἰ­δών ὁ ἀν­θύ­πα­τος τό γε­γο­νός ἐ­πί­στευ­σεν, ἐκ­πλησ­σό­με­νος ἐ­πί τῇ δι­δα­χῇ τοῦ Κυ­ρί­ου».  

           

«Αὐ­τοί ( Βαρ­νά­βας καί Σαῦ­λος), σταλ­μέ­νοι ­πό τό ­γι­ο Πνεῦ­μα, κα­τέ­βη­καν στή Σε­λεύ­κει­α κι ­πό κεῖ μέ πλοῖ­ο πῆ­γαν στήν Κύ­προ. Ὅ­ταν ἔ­φτα­σαν στή Σα­λα­μῖνα τῆς Κύ­πρου, κή­ρυτ­ταν τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ στίς συ­να­γω­γές τῶν Ἰ­ου­δαί­ων. Βο­η­θό εἶ­χαν μα­ζί τους τόν Ἰ­ωάν­νη. Ἀ­φοῦ δι­έ­σχι­σαν τό νη­σί, ἔ­φτα­σαν στήν Πά­φο. Ἐ­κεῖ βρῆ­καν κά­ποι­ο μά­γο καί ψευ­δο­προ­φή­τη Ἰ­ου­δαῖ­ο, πού λε­γό­ταν Βα­ρι­η­σοῦς. Αὐ­τός ἦ­ταν φί­λος του ἀν­θυ­πά­του Σερ­γί­ου Παύ­λου, πού ἦ­ταν ἄν­θρω­πος συ­νε­τός. Ὁ Σέρ­γι­ος Παῦ­λος προ­σκά­λε­σε τό Βαρ­νά­βα καί τό Σαῦ­λο καί ζή­τη­σε ν' ἀ­κού­σει τό λό­γο τοῦ Θε­οῦ. Ὁ Ἐ­λύ­μας ὁ μά­γος - γι­α­τί ἔ­τσι με­τα­φρά­ζε­ται τό ὄ­νο­μα Βα­ρι­η­σοῦς - τούς ἀ­ντι­στε­κό­ταν καί προ­σπα­θοῦ­σε νά ἐ­μπο­δί­σει τόν ἀν­θύ­πα­το νά πι­στέ­ψει. Τό­τε ὁ Σαῦ­λος, πού λε­γό­ταν καί Παῦ­λος, πλημ­μύ­ρι­σε ἀ­πό τό Ἅ­γι­ο Πνεῦ­μα, τόν κοί­τα­ξε δι­α­πε­ρα­στι­κά καί εἶ­πε: Γι­έ τοῦ δι­α­βό­λου, πού εἶ­σαι γε­μά­τος ἀ­πό κά­θε πο­νη­ρι­ά κι ἀ­πό κά­θε ῥα­δι­ουρ­γί­α, καί πο­λε­μᾶς κά­θε τι κα­λό, δέ θά πά­ψεις νά στρε­βλώ­νεις τούς ἴ­σι­ους δρό­μους τοῦ Θε­οῦ; Τώ­ρα τό χέ­ρι τοῦ Κυ­ρί­ου θά πέ­σει πά­νω σου: Θά τυ­φλω­θεῖς καί γι­ά ἕ­να δι­ά­στη­μα δέ θα βλέ­πεις τόν ἥ­λι­ο. Τήν ἴ­δι­α στι­γμή ἔ­πε­σε πά­νω του ὁ­μί­χλη καί σκο­τά­δι κι ἄρ­χι­σε νά πε­ρι­φέ­ρε­ται ἐ­δῶ κι ἐ­κεῖ ἀ­να­ζη­τώ­ντας κά­ποι­ους νά τόν χει­ρα­γω­γή­σουν. Τό­τε ὁ ἀν­θύ­πα­τος, ὅ­ταν εἶ­δε αὐ­τό πού ἔ­γι­νε, πί­στε­ψε, γι­α­τί τοῦ εἶ­χε κά­νει βα­θι­ά ἐ­ντύ­πω­ση ἡ δύ­να­μη πού ἔ­χει ἡ δι­δα­σκα­λί­α τοῦ Κυ­ρί­ου». 

 

                       Το ψηφιδωτό που εικονίζει το αποστολικό κήρυγμα στην Πάφο το 46μΧ           

Ἡ πι­ό πά­νω πε­ρι­κο­πή ἀ­πό τίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων θά μπο­ροῦ­σε νά θε­ω­ρη­θεῖ ὡς ἡ ἐ­πί­ση­μη πρά­ξη τῆς ἵ­δρυ­σης τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Πά­φου. Τό κεί­με­νο δέν ἀ­να­φέ­ρει ἐκ­πλη­κτι­κά ἤ ἄ­με­σα ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα ἀ­πό τό κή­ρυ­γμα τῶν δύο Ἀ­πο­στό­λων. Τό ὅ­τι ὅ­μως ὁ ἴ­δι­ος ὁ Ἀν­θύ­πα­τος ἐ­πί­στευ­σε ἦ­ταν μι­ά πρά­ξη πού θά δι­ευ­κό­λυ­νε κι­ ἄλ­λους νά ἀ­σπα­στοῦν τή νέ­α θρη­σκεί­α. Πέ­ραν τοῦ ὅ­τι τοῦ­το ἀ­πέ­κλει­ε ἐκ προ­οι­μί­ου κά­θε πρό­σκομ­μα πρός τό ἔρ­γο τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί κά­θε δυ­να­τό δι­ω­γμό, ἡ προ­σω­πι­κό­τη­τα τοῦ Ἀν­θυ­πά­του Σερ­γί­ου Παύ­λου θά ἐ­πι­δροῦ­σε θε­τι­κά σέ πολ­λούς, εὐ­ερ­γε­τι­κά πρός τήν κα­τεύ­θυν­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου. Ὁ Λου­κᾶς τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἄν­δρα «συ­νε­τόν», ἐ­νῶ σύμ­φω­να μέ μαρ­τυ­ρί­α τοῦ Πλι­νί­ου ἦ­ταν «πο­λύ μορ­φω­μέ­νος καί σπου­δαῖ­ος ἄν­θρω­πος, αὐ­θε­ντί­α σέ ζη­τή­μα­τα φυ­σι­κῶν Ἐ­πι­στη­μῶν ... ἀ­νοι­κτό μυ­α­λό γι­ά θέ­μα­τα φι­λο­σο­φι­κά καί θρη­σκευ­τι­κά, ἕ­νας εἰ­λι­κρι­νής ἐ­ρευ­νη­τής τῆς ἀ­λή­θει­ας»(1). Λαμ­βά­νο­ντας ὑ­πό­ψη ὅ­τι πά­ντα οἱ ἄν­θρω­ποι μι­μοῦ­νται ἤ καί θέ­λουν νά κο­λα­κεύ­ουν αὐ­τούς πού ἔ­χουν μι­ά πε­ρί­ο­πτη θέ­ση, εἶ­ναι λο­γι­κό νά ὑ­πο­θέ­σου­με πώς ἡ προ­σχώ­ρη­ση τοῦ Ἀν­θυπά­του στό Χρι­στι­α­νι­σμό θά εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα κι ἄλ­λοι πολ­λοί νά ἔ­πρα­ξαν τό ἴ­δι­ο. Μέ τήν ἴ­δι­α λο­γι­κή θά πρέ­πει νά ἀ­πορ­ρί­ψου­με καί τίς φῆ­μες πού κυ­κλο­φο­ροῦν μέ­χρι σή­με­ρα ὅ­τι δῆ­θεν στήν Πά­φο οἱ Ἀ­πό­στο­λοι κα­κο­ποι­ή­θη­καν κι­ ὅ­τι ὁ Ἀ­πό­στο­λος Παῦ­λος ἔ­λα­βε «τεσ­σα­ρά­κο­ντα πα­ρά μί­αν». Ἐ­κεῖ πού ὁ Ἐκ­πρό­σω­πος τῆς Κρα­τού­σας Δύ­να­μης ἐ­πί­στευ­σε δέν θά μπο­ροῦ­σαν οἱ ὑ­πή­κο­οι νά ἐ­πι­δεί­ξουν τέ­τοι­α συ­μπε­ρι­φο­ρά. Ἐκτός κι ἄν ὑπῆρξε ἐπεισόδιο πρίν ἀπό τό κήρυγμα ἐνώπιον τοῦ Ἀνθυπάτου. Μά καί τότε οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων θά ἔκαναν ἀναφορά σ' αὐτό.

 

­στό­σο ἔλ­λει­ψη πη­γῶν καί μαρ­τυ­ρι­ῶν ­πό τούς τρεῖς πρώ­τους αἰ­­νες τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ γιά τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α τῆς Πά­φου δέν μᾶς δι­α­φω­τί­ζει γι­ τήν κα­τά­στα­ση πού ­πε­κρά­τη­σε τό­τε. Αὐ­τό βέ­βαι­α εἶ­ναι πρό­βλη­μα τῆς γε­νι­κό­τε­ρης Ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κῆς Ἱ­στο­ρί­ας καί ὄ­χι μό­νο τῆς Ἱ­στο­ρί­ας τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Πά­φου ἤ καί ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Κύ­πρου. Μπο­ροῦ­με, πά­ντως, εὔ­λο­γα νά ὑ­πο­θέ­σου­με τό­σο ἀ­πό τήν πρώ­τη ἀ­ντι­με­τώ­πι­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­κοῦ κη­ρύ­γμα­τος στήν Πά­φο, ὅ­σο καί ἀ­πό τό ὅ­τι ἡ Κύ­προς ἦταν νη­σι­ω­τι­κός χῶ­ρος καί ἀ­πο­μα­κρυ­σμέ­νος ἀ­πό τά κύ­ρια κέντρα δι­οί­κη­σης τῆς Ρω­μαϊ­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, ὅ­τι δέν θά ὑ­πῆρ­ξαν συ­στη­μα­τι­κοί δι­ω­γμοί τῶν Χρι­στι­α­νῶν στήν Κύ­προ. Τό ὅ­τι ὁ Βαρ­νά­βας, ὁ Ἡ­ρα­κλεί­δι­ος καί ἄλ­λοι ὑ­πέ­στη­σαν μαρ­τυ­ρι­κό θά­να­το στά πρῶ­τα ἐ­κεῖ­να χρό­νι­α, αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται στή δρά­ση μᾶλ­λον ἐ­ξα­γρι­ω­μέ­νου πλή­θους, κυ­ρί­ως Ἑ­βραί­ων, καί ὄ­χι σέ συ­στη­μα­τι­κούς «ἐ­πί­ση­μους» διωγμούς.

       

Η Μητροπολιτική Περιφέρεια Πάφου

Ὁ Χρι­στι­α­νι­σμός θά πρέ­πει κατά τήν περίοδο ἐκείνη νά εἶ­χε ἐ­μπε­δω­θεῖ στήν κοι­νω­νί­α τῆς Πά­φου, πρω­τεύ­ου­σα τό­τε τῆς Κύ­πρου, πρᾶγμα πού πι­στο­ποι­εῖ­ται κι­ ἀ­πό τήν πα­ρου­σί­α τοῦ ἐ­πι­σκό­που Πά­φου Κυ­ρίλ­λου (ἤ Κυ­ρι­α­κοῦ) στήν Α΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, πού συ­νῆλ­θε στή Νί­και­α τῆς Βι­θυ­νί­ας τό ἔ­τος 325.(2) Ὡς Μη­τρο­πο­λί­της μά­λι­στα τῆς Κύ­πρου, ἀ­φοῦ ἡ Πά­φος ἦ­ταν πρω­τεύ­ου­σα τῆς Κύ­πρου, ὑ­πέ­γρα­ψε πρίν ἀ­πό τόν Σα­λα­μῖ­νος Γε­λά­σι­ο.

Τή βα­θμι­αί­α ἐ­πι­κρά­τη­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ στήν Πά­φο μαρ­τυ­ρεῖ καί ἡ ἐ­πί ἑ­πτα­ε­τί­α πα­ρου­σί­α τοῦ ἁ­γί­ου Ἱ­λα­ρί­ω­να τοῦ Με­γά­λου  στήν πε­ρι­ο­χή. Τό 364 ὁ Ἱ­λα­ρί­ων ἔ­φτα­σε στήν Πά­φο, ἔ­μει­νε γιά δύο χρό­νι­α κο­ντά στήν ὁμώνυμη πό­λη καί ἀρ­γό­τε­ρα γιά ἄλ­λα πέ­ντε χρό­νια σέ σπή­λαι­ο κο­ντά στήν Ἐ­πι­σκο­πή, χω­ρι­ό στά Β.Α. τῆς πό­λης τῆς Πά­φου­(3). Στήν ἴ­δι­α ἐ­πο­χή ὑ­πάρ­χει ἰ­σχυ­ρή πα­ρά­δο­ση ὅ­τι ἱ­δρύ­θη­κε ἡ Μο­νή τῶν Ἱ­ε­ρέ­ω­ν.(4) Ἡ πα­ρου­σί­α τοῦ Ἱ­λα­ρί­ω­νος, τοῦ φη­μι­σμέ­νου ἀ­σκη­τοῦ, στήν Πά­φο καί ἡ ὕ­παρ­ξη Μο­νῆς τήν ἴ­δι­α πρώ­ι­μη ἐ­πο­χή δη­λώ­νει τήν ὕ­παρ­ξη ὀρ­γα­νω­μέ­νου μο­να­χι­κοῦ βί­ου στήν πε­ρι­ο­χή, πρᾶ­γμα πού μαρ­τυ­ρεῖ τήν εὐ­ρύ­τε­ρη δι­ά­δο­ση τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ στήν πε­ρι­ο­χή ἤ­δη ἀ­πό τόν 4ο αἰ­ῶ­να.

Τό 381 μ.Χ., στή Β΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α τῆς Πά­φου ἀ­ντι­προ­σώ­πευ­σε ὁ ἐ­πί­σκο­πος αὐτῆς Ἰ­ού­λι­ος, ἐ­νῶ στήν Γ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο, στήν Ἔ­φε­σο, πα­ρέ­στη ὁ Πά­φου Σα­πρί­κι­ο­ς.(5)

Ἀ­πό τούς πρώ­τους κι­ό­λας αἰ­ῶ­νες τοῦ Χρι­στι­α­νι­σμοῦ ἀ­να­πτύ­χθη­κε ὡς δεύ­τε­ρο θρη­σκευ­τι­κό κέ­ντρο στήν ἐ­παρ­χί­α Πά­φου, ἡ πό­λη τῆς Ἀρ­σι­νό­ης. Ἡ Ἀρ­σι­νό­η, ἡ πό­λη πού δι­α­δέ­χτη­κε τό ἀρ­χαῖ­ο Μά­ρι­ο, στήν ἴ­δι­α μέ ἐ­κεῖ­νο θέ­ση, ἦ­ταν πο­λι­τι­κό καί ἐ­μπο­ρι­κό κέ­ντρο τῆς πε­ρι­ο­χῆς, στά Β.Δ. πα­ρά­λι­α τῆς Κύ­πρου. Ὡς τέ­τοι­ο κέ­ντρο ἦ­ταν φυ­σι­κό νά δέ­χε­ται καί τή δι­α­κί­νη­ση ἰ­δε­ῶν, καθώς καί φι­λο­σο­φι­κῶν καί θρη­σκευ­τι­κῶν ρευ­μά­των. Ἔ­τσι σύ­ντο­μα πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ὡς ἰ­δι­αι­τέ­ρα ἐ­πι­σκο­πή μέ συ­γκρο­τη­μέ­νη ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή δο­μή. Ὁ Ἀρ­σι­νό­ης Προ­έ­χι­ος ἀ­ντι­προ­σω­πεύ­θη­κε τό 451 μ.Χ. στήν Δ΄ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύ­νο­δο στή Χαλ­κη­δό­να ἀ­πό τόν ἐ­πί­σκο­πο Θε­ο­δο­σι­α­νῆς Σω­τή­ρα. Προ­η­γου­μέ­νως, πι­θα­νῶς τόν 4ο αἰ­ῶ­να, ἀρ­χι­ε­ρά­τευ­σε ἐ­κεῖ ὁ Ἀ­ρί­στων, πού τι­μᾶ­ται ὡς ἅ­γι­ος στίς 22 Φε­βρου­α­ρί­ου. Τόν Ἀ­ρί­στω­να δι­ε­δέ­χθη στό θρό­νο τῆς Ἀρ­σι­νό­ης ὁ Νί­κων καί τοῦ­τον ὁ Ἀρ­κά­δι­ος. Τούς τρεῖς τελευταίους ἐγκωμιάζει σέ λόγο του ὁ Ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος, ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται καί στή Μο­νή τοῦ Ἁ­γί­ου Ἀρ­κα­δί­ου, στήν ὕ­παρ­ξη ἡ­γου­μέ­νου, κτη­μά­των καί ζώ­ων σ’ αὐ­τή. Ἐ­ρεί­πι­α τῆς Μο­νῆς σώ­ζο­νται καί σή­με­ρα στό δά­σος τῆς Πά­φου, βό­ρει­α τοῦ χω­ρι­οῦ Ἅ­γι­ος Μερ­κού­ρι­ος.

Ἀ­πό ἐ­πι­γρα­φή πού βρέ­θη­κε στήν Πό­λη Χρυ­σο­χοῦς πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε καί τό ὄ­νο­μα ἄλ­λου ἐ­πι­σκό­που Ἀρ­σι­νό­ης, τοῦ Φω­τει­νοῦ, πού ἦ­ταν ἐ­πί­σκο­πος τό 488.

Πε­ρί τά τέ­λη τοῦ 4ου ἤ ἀρ­χές τοῦ 5ου αἰ­ῶ­να εἶχε ὁ­σι­α­κό τέ­λος ὁ ἅ­γι­ος Θε­ο­σέ­βι­ος, κα­τα­γό­με­νος ἀ­πό τή Με­λά­ντρα Χρυ­σο­χοῦς. Ὑποδεικνύεται μέχρι σήμερα τό σπήλαιο, ὅπου ἀσκήτευσε, ἔξω ἀπό τό χωριό Μελάντρα. Γρή­γο­ρα ἀ­να­γνω­ρί­στηκε ὡς ἅ­γι­ος καί τι­μᾶ­ται ἔ­κτο­τε σ’ ὅ­λη τήν πε­ρι­ο­χή στίς 12 Ὀ­κτω­βρί­ου.(6)

Ἡ Πά­φος κα­τε­λή­φθη γι­ά 27 χρό­νι­α ἀ­πό τούς Ἄ­ρα­βες (653 – 680). Ἔ­γι­ναν τό­τε δι­ώ­ξεις ἀνθρώπων καί κα­τα­στρο­φές Χρι­στι­α­νι­κῶν μνη­μεί­ων. Ἐν τού­τοις ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή αὐ­τή μᾶς δι­α­σώ­ζε­ται ὁ πα­νη­γυ­ρι­κός λό­γος τοῦ ἐ­πι­σκό­που Πά­φου Θε­ο­δώ­ρου στόν Ἅ­γι­ο Σπυ­ρί­δω­να, πού ἐκ­φω­νή­θη­κε στήν Τρε­με­του­σι­ά, τήν ἡ­μέ­ρα τῆς γι­ορ­τῆς τοῦ Ἁ­γί­ου, στίς 12 Δεκεμβρίου 655.

Τόν 10ο αἰ­ῶ­να, τό 963 μ.Χ. γι­ά τήν ἀ­κρί­βει­α, περ­νᾶ ἀ­πό τήν Πά­φο καί ὁ ἅ­γι­ος Ἀ­θα­νά­σι­ος ὁ Ἀ­θω­νί­της, πρίν ἀ­κό­μα με­τα­βεῖ στό Ἅ­γι­ο Ὄ­ρος καί ἱ­δρύ­σει τή Μο­νή τῆς Με­γί­στης Λαύ­ρα­ς.(7)

Οἱ πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α τῆς Πά­φου λι­γο­στεύ­ουν μέ­χρι τόν 11ο αἰ­ῶ­να. Τόν 12ο αἰῶνα κυ­ρι­αρ­χεῖ ἡ πλη­θω­ρι­κή μορ­φή τοῦ Ἁ­γί­ου Νε­ο­φύ­του (1134 – 1219) πού μᾶς δίνει πολλές ἱστορικές μαρτυρίες γιά τήν ἐποχή του. Ὁ ἅ­γι­ος Νε­ό­φυ­τος μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ γι­ά τήν ἐ­κλο­γή τοῦ Βα­σί­λει­ου Κίν­να­μου ὡς ἐ­πι­σκό­που Πά­φου τό 1166, ἀπό τόν ὁποῖο χει­ρο­το­νή­θη­κε πρε­σβύ­τε­ρος. Ὁ ἅ­γι­ος Νε­ό­φυ­τος κα­τέ­στη πράγματι τό «πε­ρι­φα­νές ἐ­γκαλ­λώ­πι­σμα» ὄ­χι μό­νο τῆς Πά­φου ἀλ­λά ὁ­λό­κλη­ρης τῆς Κύ­πρου. Ἡ Μο­νή πού ἐ­κεῖ­νος ἵ­δρυ­σε κο­ντά στήν πό­λη τῆς Πά­φου καί πού σή­με­ρα, ὡς Σταυ­ρο­πη­γι­α­κή Μο­νή, φέ­ρει τό ὄ­νο­μά του, εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό τά κύ­ρι­α ση­μεῖ­α ἀ­να­φο­ρᾶς τῆς Πά­φου.

Κά­ποι­ες πα­ρα­δό­σεις ἀ­να­φέ­ρουν ὅ­τι τό 10ο αἰ­ῶ­να ἱ­δρύ­θη­κε ἡ Μο­νή τῆς Πα­να­γί­ας τῆς Τρο­ο­δί­τισ­σας στά ὅ­ρι­α τῆς Μη­τρο­πο­λι­τι­κῆς πε­ρι­φέ­ρει­ας Πά­φου­,(8) ἐ­νῶ τό 12ο αἰ­ῶ­να ἀ­να­φέ­ρε­ται καί ἡ ἵ­δρυ­ση τῆς Μο­νῆς τῆς Χρυσο­ρροϊ­ά­τισ­σας.(9)

Ὁ ἅ­γι­ος Νε­ό­φυ­τος εἶ­χε καί τήν τρα­γι­κή ἐ­μπει­ρί­α τῆς κα­τά­κτη­σης τῆς Κύ­πρου ἀ­πό τούς Λα­τί­νους. Τὸ 1191, ὡς γνω­στό, ἡ Κύ­προς κα­τα­κτή­θη­κε ἀ­πό τό βα­σι­λιά τῆς Ἀγ­γ­λί­ας Ρι­χάρ­δο τό Λε­ο­ντό­καρ­δο πού τήν πού­λη­σε δι­α­δο­χι­κά στούς Ναΐ­τες καί στόν ἔκ­πτω­το Φρά­γκο βα­σι­λι­ά τῆς Ἱ­ε­ρου­σα­λήμ Guy de Lusignan πού ἐ­γκα­θί­δρυ­σε τό Φρα­γκι­κό βα­σί­λει­ο τῆς Κύ­πρου. Μα­ζὶ μ' αὐτό ἐ­γκα­θι­δρύ­θη­κε, δυ­στυ­χῶς, στήν Κύ­προ καί ἡ Λα­τι­νι­κή Ἐκ­κ­λη­σί­α, μέ ὅ­λες τίς γνω­στές τρο­με­ρές συ­νέ­πει­ες γι­ά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α τοῦ τό­που. Δέν ἦ­ταν τό­σο ἡ ἁρ­πα­γή τῆς ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κῆς πε­ρι­ου­σί­ας, ὅ­σο ἡ συ­νε­χής προ­σπά­θει­α ὑ­πο­τα­γῆς τῆς Ὀρ­θό­δο­ξης Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Κύ­πρου στή Λα­τι­νι­κή. Τίς συ­νέ­πει­ες αὐ­τῆς τῆς προ­σπά­θει­ας ὑ­πέ­στη ἄ­με­σα καί ἡ Πα­φι­α­κὴ Ἐκ­κ­λη­σί­α. Ὁ πε­ρι­ο­ρι­σμός τοῦ ἀ­ρι­θμοῦ τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων ἐ­πι­σκό­πων σέ τέσσερις εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τή συγ­χώ­νευ­ση τῶν δύ­ο ἐ­πι­σκο­πῶν πού βρί­σκο­νταν στήν Πά­φο, τῆς Πά­φου δη­λα­δή καί τῆς Ἀρ­σι­νό­ης, σέ μί­α. Κι­ ἡ ἀ­πο­μά­κρυν­ση τῶν Ὀρ­θο­δό­ξων ἐ­πι­σκό­πων ἀ­πό τά ἀ­στι­κά κέ­ντρα, ὅ­που ἐγκα­τα­στά­θη­καν οἱ Λα­τῖ­νοι ἐ­πί­σκο­ποι, εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα τήν ἐγκατάσταση στήν Ἀρ­σι­νό­η τοῦ ἐ­πι­σκό­που Πά­φου (τοῦ ἐ­πι­σκό­που τῆς ἑ­νω­μέ­νης πι­ά ἐ­πι­σκο­πῆς Πά­φου καί Ἀρ­σι­νό­ης).

Γι­ά τήν Ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κή Ἱ­στο­ρί­α τῆς Πά­φου στήν πε­ρί­ο­δο τῆς Λα­τι­νο­κρα­τί­ας, δέν ὑ­πάρ­χουν πολ­λές πλη­ρο­φο­ρί­ες. Ἐν τού­τοις μᾶς δι­α­σώ­θη­καν ἀρ­κε­τά ὀ­νό­μα­τα ἐ­πι­σκό­πων Πά­φου – Ἀρ­σι­νό­ης.

Ὁ ἀ­σφυ­κτι­κός γιά τήν Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α τῆς Κύ­πρου κλοι­ός τῆς Λα­τι­νι­κῆς κυ­ρι­αρ­χί­ας λύ­θη­κε τό 1570, ὅ­ταν ἡ Κύ­προς κα­τα­κτή­θη­κε ἀ­πό τούς Τούρ­κους. Ἡ Ὀρ­θό­δο­ξη Ἐκ­κ­λη­σί­α ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε, ὁ ἀ­ρι­θμός ὅ­μως τῶν ἐ­πι­σκο­πῶν παρέμεινε σέ τέσσερις. Ἡ ἐ­πι­σκο­πή Πά­φου πού μα­ζί μέ τίς ἄλ­λες ὀ­νο­μά­στη­κε Μη­τρό­πο­λη, δι­α­τή­ρη­σε ἔ­κτο­τε, ὡς Ἀ­πο­στο­λι­κή Μη­τρό­πο­λη, τήν πρώ­τη με­τά τήν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πή θέ­ση στή σει­ρά πρε­σβεί­ων τι­μῆς τῶν Θρό­νων.

 

 Η Μητρόπολη ως έχει σήμερα με τον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Θεοδώρου

 

Τά δει­νά τοῦ Κυ­πρι­α­κοῦ λα­οῦ καί τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας του ἐ­πιτά­θη­καν κα­τά τήν πε­ρί­ο­δο τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Ἐ­πα­χθεῖς φό­ροι, ἀ­πη­νεῖς δι­ω­γμοί, βί­αι­οι ἐ­ξισ­λα­μι­σμοί καί κα­ρα­το­μή­σεις κλη­ρι­κῶν, τα­λαι­πώ­ρη­σαν καί τό ποί­μνι­ο καί τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α. Ὅ­ταν τά πρά­γμα­τα ἔ­φτα­ναν στό ἀ­προ­χώ­ρη­το, ἀρ­χι­ε­ρεῖς με­τέ­βαι­ναν, μέ κίν­δυ­νο τῆς ἴ­δι­ας τῆς ζω­ῆς τους, στήν Κων­στα­ντι­νού­πο­λη καί ζη­τοῦ­σαν τήν ἐ­πέμ­βα­ση τῆς Πύ­λης γιά με­τά­θε­ση ἤ ἀλ­λα­γή τῆς πο­λι­τι­κῆς κά­ποι­ου αὐ­θαί­ρε­του δι­οι­κη­τῆ. Ἔ­τσι συ­νέ­βη καί τό 1783 ὅ­ταν ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Πά­φου Πα­νά­ρε­τος με­τέ­βη μέ τούς ἄλ­λους ἀρ­χι­ε­ρεῖς στήν Κων­στα­ντι­νού­πο­λη, γι­ά νά καταγγείλουν τήν τυ­ραν­νί­α τοῦ Τούρ­κου δι­οι­κη­τῆ Χατ­ζη­μπακ­κῆ.

Ὁ Πα­νά­ρε­τος (1767 – 1790) ὑ­πῆρ­ξε ἕ­νας ἀ­πό τούς ση­μα­ντι­κό­τε­ρους ἐ­πι­σκό­πους Πά­φου, ὄ­χι μό­νο ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἀλ­λά γε­νι­κό­τε­ρα. Ἐ­κό­σμη­σε καί ἀ­νε­καί­νι­σε πολ­λούς να­ούς – ὑ­πάρ­χουν ἐ­πι­γρα­φές σέ να­ούς, εἰ­κο­νο­στά­σι­α καί εἰ­κό­νες πού μαρ­τυ­ροῦν τή δρά­ση του –, ἀ­νέ­πτυ­ξε ἀ­ξι­ό­λο­γη κοι­νω­νι­κή δρά­ση καί δι­έ­πρε­ψε σέ ἁ­γι­ό­τη­τα βί­ου. Τέσ­σε­ρα μό­λις χρό­νι­α ἀ­πό τό θά­να­τό του, τό 1794, ἀ­να­γνω­ρί­στη­κε καί ἐ­πί­ση­μα ὡς ἅ­γι­ος.

Ὁ Και­σά­ρι­ος Δα­πό­ντες γρά­φει γι' αὐ­τόν: «Πρός τούς ἄλ­λους δέ εἶ­ναι ὁ νῦν Πά­φου τῆς ἐν Κύ­πρῳ, Πα­νά­ρε­τος Κύ­πρι­ος... ἐ­πί­ση­μος ὄ­χι, ἀλ­λ' ἐ­πι­ση­μό­τα­τος, εἰς τά γράμ­μα­τα ὄ­χι, ἀλ­λ' εἰς τάς ἀ­ρε­τάς, εἰς τά πρά­γμα­τα, καί εἶ­ναι οὕ­τω πα­νά­ρε­τος, ζω­ντα­νή ἀ­ρε­τή...»(10).

Δί­νο­ντας ὤ­θη­ση καί στά γράμ­μα­τα ὁ Πα­νά­ρε­τος ἐ­ξέ­δω­σε, μέ δι­κά του ἔ­ξο­δα, τό ἔρ­γο «Γέ­νε­σις καί φθο­ρά κα­τ' Ἀ­ρι­στο­τέ­λην» τοῦ Θε­ό­φι­λου Κο­ρυ­δα­λέ­ως, χά­ριν τῶν «φι­λο­μα­θῶν» καί «φι­λε­πι­στη­μό­νων».

Τήν ἐ­νερ­γό ἀ­νά­μει­ξη τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Πά­φου στά κοι­νά, πού στό­χευ­ε κυ­ρί­ως στήν Ἐ­θνι­κή δι­α­παι­δα­γώ­γη­ση τοῦ ποι­μνί­ου της καί τήν καλλιέργεια τῆς ἐλ­πί­δας μέ­χρι τήν ἀ­να­το­λή κα­λύ­τε­ρων ἡ­με­ρῶν, μαρ­τυ­ρεῖ καί ἡ κα­ρα­τό­μη­ση τοῦ Πά­φου Χρυ­σάν­θου στίς 9 Ἰ­ου­λί­ου 1821 ἀ­πό τόν Κι­ου­τσούκ Με­χμέτ. Μα­ζί μέ τόν Πά­φου Χρύ­σαν­θο ἀ­πό τήν Μη­τρο­πο­λι­τι­κή πε­ρι­φέ­ρει­α Πά­φου ­κα­ρα­το­μή­θη­σαν καί πολ­λοί ἄλ­λοι, κλη­ρι­κοί καί λαϊκοί, ὅ­πως εἶ­ναι ὁ Οἰ­κο­νό­μος τοῦ Ὁ­μό­δους Δο­σί­θε­ος, ὁ ἡγούμενος Κύκκου Ἰωσήφ, καταγόμενος ἐκ τοῦ χωρίου Πενταλιά τῆς Πάφου(11) καί οἱ γραμματεῖς τῶν δημογερόντων Πάφου Χριστούδιας καί Χ''Ζαχαρίας.(12)

Κα­τά τή δι­άρ­κει­α τῆς ὄ­ψι­μης Τουρ­κο­κρα­τί­ας ἡ Μη­τρό­πο­λη Πά­φου πρω­το­στά­τη­σε στήν ἵ­δρυ­ση, τό­σο στήν πό­λη τῆς Πά­φου, ὅ­σο καί στήν ὕ­παι­θρο, σχο­λεί­ων. Ἔ­τσι τό 1855 ἱ­δρύ­θη­κε τό πρῶ­το σχο­λεῖ­ο στό Κτῆ­μα, ἡ δέ Μη­τρό­πο­λη Πά­φου εἶ­χε ἀ­να­λά­βει τήν ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά πλη­ρώ­νει ἐξ ὁ­λο­κλή­ρου τό μι­σθό τοῦ δα­σκά­λου, πρᾶ­γμα πού συ­νε­χί­στηκε μέ­χρι τήν Ἀγ­γ­λι­κή κα­το­χή­.(13)

Συ­γκέ­ντρω­ση πολ­λῶν προ­κρί­των τῆς ἐ­παρ­χί­ας Πά­φου, πού συ­νῆλ­θε στήν Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πή τό 1854 καί στήν ὁ­ποί­α πα­ρέ­στη μα­ζί μέ τόν Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πο καί ὁ Πά­φου Χα­ρί­των, ἀ­πο­φά­σι­σε: «... Νά συ­στα­θῶ­σι τρί­α ἀλ­λη­λο­δι­δα­κτι­κά Σχο­λεῖ­α, δι­' ὅ­λην τήν ἐ­παρ­χί­αν, ἕν εἰς τήν πε­ρι­ο­χήν τῆς Πά­φου, ἕ­τε­ρον εἰς τήν τῆς Χρυ­σο­χοῦς, ἄλ­λο εἰς τήν τῆς Αὐ­δή­μου...».(14)

Κα­τά τή δε­κα­ε­τί­α 1850 – 1860 ἱ­δρύ­θη­καν σχο­λεῖ­α καί σέ πολ­λές ἄλ­λες κοι­νό­τη­τες τῆς Πά­φου, πά­ντο­τε μέ τή βο­ή­θει­α καί ἐ­πι­στα­σί­α τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας. Ἀ­να­φέ­ρο­νται οἱ κοι­νό­τη­τες: Ἀ­μαρ­γέ­της, Ἀρ­μί­νους, Γα­λα­τα­ρι­ᾶς, Γι­ό­λους, Ἔ­μπας, Κά­θη­κα, Κε­λο­κε­δά­ρων, Κισ­σό­νερ­γας, Κοί­λης, Κρί­του Τέρ­ρας, Λε­τύ­μπου, Μα­ρα­θού­ντας, Μη­λι­οῦς, Πέ­γει­ας, Πε­ντα­λι­ᾶς, Πο­λε­μί­ου, Στρου­μπι­οῦ, Φι­λούσας Κε­λο­κε­δά­ρων καί Τρε­μι­θού­σας. Στήν τε­λευ­ταί­α κοι­νό­τη­τα ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ἱ­ε­ρεῖς ἐ­δί­δα­ξαν ἐκ­κ­λη­σι­α­στι­κά γράμ­μα­τα ἀ­πό τό 1810.(15)

Τήν ἴ­δι­α πε­ρί­ο­δο ἱ­δρύ­θη­καν σχο­λεῖ­α στό Ἄρ­σος καί στόν Ἅ­γι­ο Ἀμ­βρό­σι­ο τῆς Μη­τρο­πο­λι­τι­κῆς πε­ρι­φέ­ρει­ας Πά­φου. Στή Βά­σα σχο­λεῖ­ο ὑ­πῆρ­χε ἀ­πό τό 1827, ἐ­νῶ πρίν τό 1860 ἀ­να­φέ­ρε­ται σχο­λεῖ­ο στή Δο­ρά καί στήν Πο­τα­μι­οῦ.(16)

Στό Ὅ­μο­δος, ἐ­κλε­κτή κω­μό­πο­λη τῆς Μη­τρο­πό­λε­ως Πά­φου, φη­μι­σμέ­νη γι­ά τό ξα­κου­στό Μο­να­στή­ρι τοῦ Σταυ­ροῦ, «ἐ­λει­τούρ­γη­σεν σχο­λεῖ­ον κα­θ' ἥν ἐ­πο­χήν ὅ­λαι σχε­δόν αἱ πό­λεις τῆς νή­σου ἐ­στε­ροῦ­ντο ἐκ­παι­δευ­τη­ρί­ων, τοῦ­το δέ ὀ­φεί­λε­ται εἰς τήν φι­λο­μου­σί­αν τῶν κα­τοί­κων καί εἰς τήν Ἱ­ε­ράν Μο­νήν τοῦ Σταυ­ροῦ, ἧς οἱ πα­τέ­ρες ἦ­σαν οἱ πρῶ­τοι δι­δά­σκα­λοι...».(17) Ἡ σχο­λή τοῦ Ὁ­μό­δους ἐ­λει­τούρ­γη­σε πρό τοῦ 1810, ἀ­φοῦ ἀ­πό τοῦ ἔ­τους αὐ­τοῦ ἀ­να­φέ­ρε­ται ὅ­τι ἐ­δί­δα­ξε ἐ­κεῖ ὁ Οἰ­κο­νό­μος Δο­σί­θε­ος.

Ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Πά­φου Νε­ό­φυ­τος, ὁ τε­λευ­ταῖ­ος Μη­τρο­πο­λί­της Πά­φου ἐ­πί Τουρ­κο­κρα­τί­ας καί πρῶ­τος ἐ­πί Ἀγ­γ­λο­κρα­τί­ας, (1869 – 1888) ἐ­κτός ἀ­πό τή φρο­ντί­δα πού ἐ­πέ­δει­ξε γι­ά τά ἑλ­λη­νι­κά σχο­λεῖ­α στήν Πά­φο, ἐ­νί­σχυ­σε καί τά Ἑλ­λη­νι­κά Ἐκ­παι­δευ­τή­ρι­α Λευ­κω­σί­ας μέ 100.000 γρό­σι­α τῆς ἐποχῆς.(18)

Ἡ Ἐκ­κ­λη­σί­α τῆς Πά­φου τα­λαι­πω­ρή­θη­κε ἀπό μιά μα­κρό­χρο­νη χη­ρεί­α (1899 – 1910), λό­γῳ τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κοῦ ζη­τή­μα­τος. Εὐ­τύ­χη­σε ὅ­μως νά εὕ­ρει στό πρό­σω­πο τοῦ Ἰ­α­κώ­βου Ἀ­ντζου­λά­του (1910 – 1929) ἕ­να δυ­να­μι­κό καί φι­λοπρόοδο ἱ­ε­ράρ­χη. Ὁ Ἰ­ά­κω­βος ἀ­νέ­πτυ­ξε ση­μα­ντι­κή δρά­ση τό­σο στό θρη­σκευ­τι­κό, ὅ­σο καί στόν ἐ­θνι­κό καί ἐκ­παι­δευ­τι­κό το­μέ­α. Πα­ρά τήν ἔλ­λει­ψη οἰ­κο­νο­μι­κῶν πό­ρων, κα­τά­φε­ρε, προ­σεγ­γί­ζο­ντας εὐ­κα­τά­στα­τους κα­τοί­κους τῆς Πά­φου, νά κο­σμή­σει τήν πό­λη μέ καλ­λι­μάρ­μα­ρα νε­ο­κλασ­σι­κά ἐκ­παι­δευ­τή­ρι­α κα­θώς καί μέ στά­δι­ο πού φέ­ρει τό ὄ­νο­μά του.(19)

Ἐ­ξί­σου δυ­να­μι­κός ἱ­ε­ράρ­χης καί ἰ­δι­αί­τε­ρα μορ­φω­μέ­νος ἦ­ταν καί ὁ δι­ά­δο­χος τοῦ Ἰ­α­κώ­βου, ὁ Λε­ό­ντι­ος (1930 – 1947). Τόν ἑ­πό­με­νο ἀ­πό τήν ἐ­κλο­γή του χρό­νο ὅ­μως (1931), ἐξ αἰ­τί­ας τῶν Ὀ­κτω­βρι­α­νῶν, ἐ­ξο­ρί­στη­καν ἀ­πό τήν Κύ­προ οἱ Μη­τρο­πο­λί­τες Κι­τί­ου καί Κυ­ρη­νεί­ας καί λί­γο ἀρ­γό­τε­ρα (1933) πέ­θα­νε ὁ Ἀρ­χι­ε­πί­σκο­πος Κύ­ριλ­λος ὁ Γ΄. Ἔ­τσι ὁ Λε­ό­ντι­ος ἔ­μει­νε ὁ μό­νος ἐ­πί­σκο­πος στήν Κύ­προ καί ταυ­τό­χρο­να το­πο­τη­ρη­τής τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κοῦ θρό­νου. Σέ μι­άν ἐ­πο­χή πού πα­ρα­τη­ρή­θη­κε ἔ­ξαρ­ση τῶν προ­σπα­θει­ῶν τῆς Ἀγ­γ­λι­κῆς ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κῆς κυ­βέρ­νη­σης γι­ά ὑ­πο­τα­γή τῆς Ἑλ­λη­νι­κῆς Παι­δεί­ας καί ἀ­φελ­λη­νι­σμό τοῦ τό­που, ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Λε­ό­ντι­ος δι­έ­θε­σε ὅ­λο τό χρό­νο καί ὅ­λη τήν ἰκμά­δα του στό ἐ­θνι­κό θέ­μα, θέ­το­ντας σέ δεύ­τε­ρη μοῖ­ρα τίς ὑ­πο­θέ­σεις τῆς Μη­τρό­πο­λης Πά­φου. Λό­γῳ τῆς σθε­να­ρῆς ἀ­ντί­στα­σης τοῦ Λε­ό­ντι­ου καί τῆς κα­θο­λι­κῆς ἀ­ντί­δρα­σης τοῦ κλή­ρου καί λα­οῦ οἱ Ἄγ­γ­λοι δέν κα­τά­φε­ραν νά ἁ­λώ­σουν τό­τε τήν Ἐκ­κ­λη­σί­α τῆς Κύ­πρου.

Με­τά τήν εὐ­φο­ρί­α γιά τήν αἴ­σι­α ἔκ­βα­ση τοῦ ἐ­θνι­κοῦ θέ­μα­τος πού δη­μι­ουρ­γή­θη­κε κα­τά τή δι­άρ­κει­α τοῦ Β΄ Πα­γκο­σμί­ου πο­λέ­μου, λό­γῳ τῆς στά­σης τῆς Ἑλ­λά­δος ἀλ­λά καί τῆς αὐ­θόρ­μη­της καί μα­ζι­κῆς κα­τά­τα­ξης τῶν Ἑλ­λή­νων Κυ­πρί­ων στόν Ἀγ­γ­λι­κό στρα­τό, ὁ Λε­ό­ντι­ος θε­ώ­ρη­σε χρέ­ος του νά ζη­τή­σει ἐ­πί­ση­μα ἀ­πό τήν ἀ­ποι­κι­ο­κρα­τι­κή Δύ­να­μη ἐκ­πλή­ρω­ση τῶν ἐ­θνι­κῶν πό­θων. Ἔ­τσι τό 1946 πῆ­γε στό Λον­δῖ­νο γι­ά νά ζη­τή­σει τήν ἕ­νω­ση τῆς Κύ­πρου μέ τήν Ἑλ­λά­δα. Συ­νά­ντη­σε ὅ­μως τήν ἄρ­νη­ση τῶν Ἄγ­γ­λων καί συ­νει­δη­το­ποί­η­σε πώς ἡ ἐ­λευ­θε­ρί­α δέν ζη­τι­α­νεύ­ε­ται ἀλ­λά κερ­δί­ζε­ται μέ ἀ­γῶ­νες.(20) Ἄν ζοῦ­σε, ἴ­σως αὐ­τός νά ἡ­γεῖ­το τοῦ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοῦ ἀ­γῶ­να. Πέ­θα­νε ὅ­μως τό 1947, σέ ἡ­λι­κί­α μό­λις 50 ἐ­τῶν, λί­γες μέ­ρες με­τά τήν ἐ­κλο­γή του ὡς Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Κύ­πρου.

Με­τά τό Λε­ό­ντι­ο οἱ συ­γκυ­ρί­ες ἦ­σαν τέ­τοι­ες πού ὁ­δή­γη­σαν τήν Μη­τρό­πο­λη Πά­φου σέ μα­ρα­σμό. Ὁ Κλε­ό­πας (1948 – 1951) πού δι­α­δέ­χθη­κε τό Λε­ό­ντι­ο σέ ἡ­λι­κί­α 70 ἐτῶν ἦταν ταλαιπωρημένος καί ψυχικά καί σωματικά ἀπό μιά μακροχρόνια διένεξή του μέ τήν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς Κύκκου, ἀπό τήν ἡγουμενία τῆς ὁποίας εἶχε ἀπομακρυνθεῖ τό 1937. Στό σύ­ντο­μο δι­ά­στη­μα τῆς ἀρ­χι­ε­ρα­τεί­ας του ἐ­πε­φορ­τί­σθη, ὡς το­πο­τη­ρη­τής τοῦ Ἀρ­χι­ε­πι­σκο­πι­κοῦ θρό­νου, καί μέ τήν ἐ­κλο­γή Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που.

Ὁ Φώ­τι­ος (1951 – 1959) λί­γο με­τά τήν ἄ­νο­δό του στό θρό­νο ἀ­ντι­με­τώ­πι­σε τούς κα­τα­στρο­φι­κούς σει­σμούς τοῦ 1953 μέ τίς με­γά­λες ζη­μι­ές τό­σο στήν πό­λη ὅ­σο καί στήν ἐ­παρ­χί­α τῆς Πά­φου. Τό κτί­ρι­ο τῆς Μη­τρό­πο­λης εἶ­χε ὑ­πο­στεῖ τό­τε ἀρ­κε­τές ζη­μιές καί οἱ ὑ­πη­ρε­σί­ες προ­σφέ­ρο­νταν γιά ἀρ­κε­τό και­ρό ἀ­πό ἀντί­σκη­να ποὖ '­χαν στη­θεῖ στόν πα­ρα­κεί­με­νο κῆ­πο. Λό­γῳ τῶν ἰ­δι­αί­τε­ρων συν­θη­κῶν πού ἐ­πι­κρά­τη­σαν κα­τά τή δι­άρ­κει­α τοῦ ἀ­γῶ­να της Ε.Ο.Κ.Α., ὁ Φώ­τι­ος ἀναγκάστηκε νά ἐγκα­τα­λεί­ψει τήν Πά­φο τό 1956. Τό 1959, με­τά τή λή­ξη τοῦ ἀ­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοῦ ἀ­γῶ­να, ὑ­πέ­βα­λε πα­ραί­τη­ση ἀπό τό Μητροπολιτικό Θρόνο.

Ὁ Γεν­νά­δι­ος (1959 – 1972) ἄν­θρω­πος κα­τά γε­νι­κή ὁ­μο­λο­γί­α πρᾶ­ος καί ἤ­ρε­μος, ἐ­ξε­λέ­γη Μη­τρο­πο­λί­της Πά­φου σέ ἡ­λι­κί­α 66 ἐ­τῶν. Προηγουμένως εἶχε διατελέσει Χωρεπίσκοπος Σαλαμῖνος (1948 – 1959), βοηθός τῶν Ἀρχιεπισκόπων Μακαρίου Β΄ και Μακαρίου Γ΄. Ἡ ἀρχιερατεία του στήν Πάφο, πού συνέπεσε μέ τήν ἔναρξη τοῦ ἀνεξάρτητου βίου τῆς Κύπρου, σημαδεύτηκε μέ τήν προώθηση τῆς λειτουργίας τῶν Κατηχητικῶν Σχολείων καί τήν ἐν γένει πνευματική ἀνάπτυξη. Παρόλο πού ἀρχικά ὁ Γεννάδιος ἀναγνώριζε τήν ἀξία τοῦ ἐθνικοῦ ἔργου πού ἐπιτελοῦσε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Μακάριος, καί τήν ἀναγκαιότητα τῆς παραμονῆς του στό πηδάλιο τοῦ ἀγῶνα τῆς Κύπρου, στό τέλος παρασύρθηκε ἀπό τούς γνωστούς κληρικούς καί λαϊκούς κύκλους στή συνωμοσία ἐναντίον τοῦ Ἐθνάρχη καί κατ’ ἐπέκταση τῆς Κύπρου. Ὁ Πα­φι­α­κός λα­ός, πρίν ἀ­κό­μα φα­νοῦν τά ἀ­πο­τε­λέ­σμα­τα τῆς συ­νω­μο­σί­ας μέ τό πρα­ξι­κό­πη­μα καί τήν Τουρ­κι­κή εἰ­σβο­λή, ἐκ­θρό­νι­σε τό Γεν­νά­δι­ο (Μάρ­τι­ος 1972), ὁ ὁποῖος ἀρ­γό­τε­ρα (Ἰού­λι­ος 1973) κα­θαι­ρέ­θη­κε ἀ­πό τή Μεί­ζο­να Σύ­νο­δο. Νέα Μείζων Σύνοδος, πού συνῆλθε στή Λευκωσία τό 1982, ὕστερα ἀπό ἔκφραση μεταμελείας καί ἐκζήτηση συγγνώμης ἐκ μέρους του, ἐπανέφερε τόν Γεννάδιο στό ἀρχιερατικό ἀξίωμα.

Τόν Γεννάδιο διεδέχθη ὁ Χρυσόστομος Α΄ (1973 – 1977) ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε ὡς βοηθός τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου μέ τόν τίτλο τοῦ Χωρεπισκόπου Κωσνταντίας. Ἡ ἔκρυθμη κατάσταση πού ἐπικρατοῦσε λόγῳ τῆς δράσης τῆς ΕΟΚΑ Β΄ καί ἡ ἐπακολουθήσασα Τουρκική εἰσβολή, ἔστρεψαν τήν προσοχή πρός ἄλλες προτεραιότητες, ἀφήνοντας σέ δεύτερη μοίρα τό πνευματικό ἔργο.

Τόν Χρυσόστομο Α΄, πού ἐξελέγη Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου σέ διαδοχή τοῦ Ἀρχιεπισκόπου Μακαρίου, διεδέχθη ὁ μέχρι τότε ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίου Νεοφύτου, Χρυσόστομος Β΄. Ἡ μακρά ἀρχιερατεία τοῦ Χρυσοστόμου Β΄ (1978 – 2006) ἀπέβη γόνιμος σέ ὅλους τους τομεῖς. Ἐπί τῶν ἡμερῶν του κτίστηκαν πέραν τῶν 30 ἐνοριακῶν ναῶν στήν πόλη καί τήν ὅλη Μητροπολιτική περιφέρεια Πάφου. Ἀνηγέρθη ἐπίσης καί ἐτέθη σέ λειτουργία τό Νεανικό Κέντρο τῆς Μητροπόλεως Πάφου. Με πρότασή του πρός τήν Ἱερά Σύνοδο, τό 1996, ὁ Μητροπολίτης Χρυσόστομος Β΄ ἀνασυνέστησε τήν Ἐπισκοπή Ἀρσινόης μέ τήν ἐκλογή τοῦ γράφοντος ὡς τοῦ πρώτου, στούς τελευταίους αἰῶνες, Ἐπισκόπου Ἀρσινόης. Ἀργότερα, τό 2000, ἔκτισε καί κτίριο στό ὁποῖο στέγασε τίς ὑπηρεσίες τῆς Ἐπισκοπῆς καί Ἐκκλησιαστικό Μουσεῖο. Διοργάνωσε, ἀκόμα, τό 1996, λαμπρούς ἑορτασμούς γιά τήν ἐπέτειο τῶν 1950 ἐτῶν ἀπό τῆς ἱδρύσεως τῆς Ἐκκλησίας τῆς Πάφου (46 – 1996).

            Τόν Χρυσόστομο Β΄, ἐκλεγέντα Ἀρχιεπίσκοπο Κύπρου, διεδέχθη, τό 2006, ὁ γράφων.

 

 

 


(1) J. Holzner «Παῦ­λος», Με­τά­φρα­ση Ἀρ­χι­ε­πι­σκό­που Ἀ­θη­νῶν καί πά­σης Ἑλ­λά­δος Ἱ­ε­ρω­νύ­μου, Ἐκ­δό­σεις «Ἡ Δα­μα­σκός», Ἀ­θῆ­ναι 1967, σελ. 101.

(2) Ἰ. Χάκ­κετ - Χ. Πα­παϊ­ωάν­νου «Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ὀρ­θο­δό­ξου Ἐκ­κ­λη­σί­ας τῆς Κύ­πρου», Τό­μος Α΄, Ἐν Ἀ­θή­ναις 1923, σελ. 15.

(3) Ἀ. Πα­πα­γε­ωρ­γί­ου «Ἱ­ε­ρά Μη­τρό­πο­λις Πά­φου. Ἱ­στο­ρί­α καί Τέ­χνη», Λευ­κω­σί­α 1996, σελ. 23.

(4) Κ. Χατ­ζη­ψάλ­τη «Πε­ρί τῆς ἐν Πά­φῳ Μο­νῆς τῶν Ἱ­ε­ρέ­ων καί τῶν κα­τά πα­ρά­δο­σιν ἱ­δρυ­τῶν αὐ­τῆς Ἁ­γί­ων Εὐ­τυ­χί­ου καί Νι­κο­λά­ου», Κυ­πρι­α­καί Σπου­δαί, Τό­μος Ι­ΣΤ΄, σελ. 4 - 8.

(5) Ἰ. Χάκ­κετ - Χ. Πα­παϊ­ωάν­νου, ἔν­θ' ἀ­νωτ. σελ. 27.

(6) Κ. Χατ­ζη­ψάλ­τη «Πε­ρί τῆς Κυ­πρι­α­κῆς Ἐ­πι­σκο­πῆς Ἀρ­σι­νό­ης κα­τά τήν Βυ­ζα­ντι­νήν πε­ρί­ο­δον», εἰς «Βυ­ζα­ντι­νά», Τό­μος 13ος, Θεσ­σα­λο­νί­κη 1985 («Δώ­ρη­μα στόν Ἰ. Κα­ρα­γι­αν­νό­που­λο»), σελ. 460 - 464.

(7) Ἀ. Πα­πα­γε­ωρ­ρ­γί­ου, ἔν­θ' ἀ­νωτ. σελ. 24.

(8) Ἰ. Π. Τσι­κνο­πού­λου «Ἡ Ἱ­ε­ρά Μο­νή Τρο­ο­δι­τίσ­σης», Λευ­κω­σί­α 1954, σελ. 23 κ.ἑ.

(9) Ἰ. Π. Τσι­κνο­πού­λου «Πα­να­γί­α ἡ Χρυ­σορ­ρω­γι­ά­τισ­σα», Λευ­κω­σί­α 1964, σελ. 10.

(10) Κ. Σά­θα «Ἱ­στο­ρι­κός Κα­τά­λο­γος ἀν­δρῶν ἐ­πι­σή­μων», Με­σαι­ω­νι­κή Βι­βλι­ο­θή­κη, Τό­μος Γ΄, σελ. 135.

(11) Π. Πα­πα­δη­μή­τρη - Π. Πε­τρί­δη «Ἱ­στο­ρι­κή Ἐ­γκυ­κλο­παί­δει­α τῆς Κύ­πρου», Ἐκ­δό­σεις Κ. Ἐ­πι­φα­νί­ου, Τό­μος 1, σελ. 148.

(12) Φιλ. Ζαν­νέ­του «Ἱ­στο­ρί­α τῆς Νή­σου Κύ­πρου», Α΄ Τό­μος, Ἐκ­δό­σεις Ἐ­πι­φα­νί­ου 1997, σελ. 1155.

(13) Λοΐ­ζου Φι­λίπ­που «Τά Ἑλ­λη­νι­κά Γράμ­μα­τα ἐν Κύ­πρῳ κα­τά τήν πε­ρί­ο­δον τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­ας», Λευ­κω­σί­α 1930, Τό­μος Α΄, σελ. 109.

(14) Αὐ­τό­θι σελ. 321.

(15) Αὐτόθι σελ. 324 - 332

(16) Αὐ­τό­θι σελ. 264 καί 271.

(17) Αὐ­τό­θι σελ. 268 - 269.

(18) Αὐ­τό­θι σελ. 205.

(19) Ἰ­ωάν­νου Π. Τσι­κνο­πού­λου «Ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἐκ­κ­λη­σί­ας Πά­φου», Λευ­κω­σί­α 1971, σελ. 104.

(20) Αὐ­τό­θι σελ. 106.

                                    Η πρώτη Μητρόπολη κατά τα βυζαντινά χρόνια (εκκλησία αγίας Κυριακής)

 

 

 

 

 

Η Μητρόπολη κατά τα χρόνια Ενετοκρατίας -Φραγκοκρατίας Εκκλησία αγίου Ευαγρίου (επι εποχής Τουρκοκρατίας και μέχρι σήμερα τζαμί)

 

 

Διοίκηση Μητροπόλεως 

Χρονολογικό Προκαθημένων

 

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΝΕΟ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΝΑΟ