English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

 
 
Επιμνημόσυνος Λόγος
Στον Εθνομάρτυρα Κυπριανό.
Εκκλησία Φανερωμένης, 4 Ιουλίου 2010.
Του Μητροπολίτου Πάφου Γεωργίου
 
        Κάθε λαός, σε ώρες που δοκιμάζεται η ταυτότητά του κι αμφισβητείται η πνευματική γνησιότητά του, στρέφεται κι αναζητά τις ρίζες του∙ αξιολογεί τις δυνάμεις του προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά το παρόν και να προγραμματίσει με σύνεση το μέλλον.
        Πολύ περισσότερο σε καιρούς κρίσιμους για την ίδια την εθνική αλλά και φυσική επιβίωσή του, όταν κυκλώνεται από στίφη βαρβάρων, που το απειλούν με την αριθμητική και στρατιωτική υπεροχή τους, όταν βάλλεται πανταχόθεν, όταν φτάνοντας στα έσχατα όρια υποχωρήσεων τον πιέζουν για περαιτέρω συμβιβασμούς που θα τον οδηγήσουν στον αφανισμό, ένα έχει χρέος: Να ατενίσει τη μακρά φάλαγγα των προγόνων του, τη φύτρα της ζωής του∙ να δει τους αγώνες και τις αγωνίες τους∙ τους πόθους και τα παθήματά τους, για να μπορέσει να συνειδητοποιήσει τις δικές του υποχρεώσεις.
        Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια αντιλαμβάνομαι τη σημερινή επιμνημόσυνη τελετή. Και με κάθε δυνατή συντομία θα επιχειρήσω μια κατάδυση στο Ελληνικό μας παρελθόν, γύρω από τους Εθνομάρτυρες που τιμούμε: τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τους Μητροπολίτες Πάφου Χρύσανθο, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Λαυρέντιο.
        Αναρίθμητες οι υπηρεσίες τους προς την Εκκλησία, ανεκτίμητη και η προσφορά τους προς την πατρίδα. Δεν άσκησαν απλώς φιλανθρωπία και δεν ευεργέτησαν το λαό μόνο με διδασκαλίες και ελεημοσύνες, όπως επέβαλλε το στενό ποιμαντικό τους καθήκον. Τροφοδότησαν, με τη θυσία τους, και συντήρησαν το εκκλησιαστικό και εθνικό φρόνημα των υποδούλων Ελλήνων της Κύπρου.
        Ταύτισαν τη ζωή τους με τη ζωή του γένους. Έγιναν η ηχώ της φωνής του Ελληνισμού∙ αναδείχθηκαν συντελεστές της εθνικής μας επιβίωσης.
        Από το πολυσχιδές έργο τους, που κάλυψε όλες τις πτυχές της ζωής του ποιμνίου τους, θα κάνω μόνο νύξη στην μέριμνά τους για την Παιδεία και θα αναφερθώ κυρίως στην υπέρτατη θυσία της ζωής τους υπέρ της εθνικής ελευθερίας, περιορίζοντας την αναφορά μου στον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, που αντιπροσωπεύει επάξια όλους τους Εθνομάρτυρες της 9ης Ιουλίου, κληρικούς και λαϊκούς.
Οι Τούρκοι, αλλά και όλοι οι κατακτητές, τόσο οι προηγούμενοι όσο και οι μεταγενέστεροί τους, δεν απέβλεψαν μόνο στην κατάκτηση της Κύπρου αλλά και στη διατήρηση της κατάκτησής τους. Γι’ αυτό και προσπάθησαν να κρατήσουν τον λαό στην αμάθεια, ιδιαίτερα στον τομέα της εθνικής γλώσσας και της ιστορίας. Η γλώσσα είναι ένας σημαντικότατος παράγοντας με τον οποίο εκδηλώνεται η εθνική αυτοσυνειδησία. Δεν είναι απλώς μέσο συνεννόησης. Είναι τρόπος δόμησης τού κόσμου, έκφρασης αξιών, στόχευσης ιδανικών. Κι η Ιστορία ως συνεκτικός δεσμός με το παρελθόν της φυλής είναι δύναμη εθνικής αυτογνωσίας μέγιστη.
Η Εκκλησία με την όλη δράση της, ιδιαίτερα όμως με τις πρωτοβουλίες της στο χώρο της Παιδείας συνέβαλε στη διατήρηση της ταυτότητας και της αυτοσυνειδησίας του Ελληνισμού σ’ όλη την περίοδο της τουρκικής κατάκτησης. Έγινε μια νέα προβατική κολυμβήθρα στα νερά της οποίας συντελέστηκε – και όχι μόνο μια φορά – το θαύμα της ανάνηψης από την εθνική παραλυσία.
Βλέποντας την πατρίδα να πάσχει «μέγαν αυχμόν παιδείας» και «έλλειψιν Ελληνικών μαθημάτων», ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός ιδρύει το 1812 την «Ελληνική Σχολή» που εξελίχτηκε στη συνέχεια στο σημερινό Παγκύπριο Γυμνάσιο. Μερίμνησε για σχολή και στη Λεμεσό και για άλλα εκπαιδευτήρια σε κωμοπόλεις και χωριά.
Καταλάβαινε πως η πνευματική άνωση ενός λαού, εξαρτάται από την έκταση και την ποιότητα της Παιδείας του. Διερευνώντας διεξόδους για τη φυλή στα τρομερά αδιέξοδα των καιρών του και τρόπους επιβίωσης του γένους μέσα στον αριθμητικό κατακλυσμό των βαρβάρων, συνειδητοποιούσε πως ο Ελληνισμός δεν είχε ποτέ την εύνοια των αριθμών. Η πνευματική του διάσταση, με το δυναμισμό της και το εύρος της το οικουμενικό, απωθούσε πάντοτε τους αριθμούς. Απωθούσε την ποσότητα. Μοίρα του πάντα, από τα μυθικά χρόνια, η ποιότητα. Και προς αυτή την κατεύθυνση έπρεπε να προσαναλολισθεί∙ στην βελτίωση της ποιότητάς του, στην πνευματική του πρόοδο και προκοπή. Έτσι συνέλαβε το νόημα της Παιδείας στο δουλωμένο γένος ο Κυπριανός και κατ’ αυτό τον τρόπο προχώρησε, πέραν από τη στοιχειώδη Παιδεία, στην ίδρυση της ανώτερης Ελληνικής Σχολής. Η Σχολή, όπως σημειώνεται στο Πρακτικό της σύστασής της, θα βοηθούσε στην καλυτέρευση των ηθών∙ αλλά και θα συνέβαλλε στη διαφύλαξη και στην ενίσχυση της εθνικής αυτοσυνειδησίας και ελπίδας.
Και πράγματι∙ μπορούμε σήμερα να ομολογούμε, πως η Ελληνική Παιδεία στάθηκε η πραγματική σχεδία του βίου μας. Ίσως αυτή τη δύναμη της Παιδείας να’ χουν υπόψη τους όσοι επιχειρούν σήμερα να μας αποκόψουν από το ελληνικό πρότυπο Παιδείας κι όσοι έθεσαν ως στόχο ζωής την παραχάραξη της Ιστορίας μας.
Και μόνον η μέριμνά του για την Ελληνική Παιδεία της νήσου, ακόμα κι αν δεν μεσολαβούσε ο ηρωϊκός θάνατός του, θα κατέτασσε τον Κυπριανό στο πάνθεο των ηρώων του Έθνους. Εκείνο, όμως, που του προσέδωσε κορυφαία θέση στη συνείδηση του Κυπριακού Ελληνισμού ήταν η υπέρτατη θυσία του.
Η Ιστορία της Εκκλησίας της Κύπρου σ’ όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας είναι η ιστορία των Ελλήνων Κυπρίων, που αγωνίζονται συνεχώς να διατηρήσουν ό,τι ιερόν έχουν: την Ορθόδοξη τους πίστη, την Ελληνική τους γλώσσα και την εθνική τους συνείδηση. Μα και να αποκτήσουν ό,τι πρόσκαιρα έχασαν∙ την εθνική τους ελευθερία. Κι ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός είχε συναίσθηση των ευθυνών και της θέσης του ως Εθνάρχου των αλυτρώτων Κυπρίων. Αμετάθετος στόχος του ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου. Στο στόχο αυτό αποσκοπούσαν όλες οι επί μέρους ενέργειές του. Η καρδιά του σκιρτούσε στην προσδοκία της επανάστασης και στο όραμα της απελευθέρωσης. Μα εκτός από τον πατριωτισμό, διέθετε και σύνεση και διορατικότητα.
Είχε διαβλέψει, και πολύ ορθά,  την ιδιότυπη θέση της Κύπρου μέσα στον Ελληνικό και Μουσουλμανικό κόσμο, στο κέντρο του Σουλτανικού Κράτους. Κάθε απόπειρα ένοπλης εξέγερσης των Κυπρίων θα καταπνιγόταν αμέσως στο αίμα από δυνάμεις που θα αποβιβάζονταν γρήγορα από τις γύρω περιοχές, ενώ αντίθετα η κύρια εστία της επανάστασης, η κυρίως Ελλάδα, βρισκόταν μακρυά και δεν θα μπορούσε να προσδοκάται βοήθεια απ’ εκεί. Γι’ αυτό το λόγο ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός υποσχέθηκε αμέριστη την ηθική και υλική υποστήριξη στον κυοφορούμενο αγώνα. Εξέγερση στην ίδια την Κύπρο ήταν πρακτικά αδύνατη και εθνικά επιζήμια.
Κι όμως η Κύπρος δεν διέφυγε την καταστροφή. Η Κύπρος κι ο Αρχιεπίσκοπός της πλήρωσαν με το αίμα τους την ταπείνωση και τον εξευτελισμό, που υφίστατο η Οθωμανική Αυτοκρατορία στη ξηρά και στη θάλασσα από τις δυνάμεις της επανάστασης.
Ο Κυπριανός δεν ήταν απροετοίμαστος γι’ αυτή τη θυσία. Ήξερε, πως η ελευθερία περισσότερο από κάθε άλλο αγαθό, εκτός από μόχθους και ανδρεία απαιτούσε και άφθονο μαρτυρικό αίμα, κι ήταν έτοιμος γι’ αυτό. Τα ύπουλα σχέδια του αιμοσταγούς διοικητή, περιήλθαν έγκαιρα σε γνώση του. Πολλοί τον πρότρεψαν να φύγει∙ κι είχε την ευχέρεια. Μ’ αυτό θάταν αντίθετο προς τις αρχές και τις πεποιθήσεις του. Ήταν ανάγκη να στηρίξει το λαό του με την έμπρακτη εφαρμογή των διακηρύξεων του. Το «θνήσκε υπέρ πίστεως και μάχου υπέρ πατρίδος», που έθετε ως κορωνίδα στην ιδρυτική πράξη της Ελληνικής Σχολής, θα εφαρμοζόταν πρώτα από τον ίδιο.
Όταν κάποιος μπορεί ενσυνείδητα να πεθάνει, γνωρίζει τι ακριβώς ζητά. Κι ο Κυπριανός ήξερε τι ζητούσε. Επεδίωκε τη στήριξη του ποιμνίου του στη γη των πατέρων του, μέχρι την ημέρα που θα δημιουργούνταν οι προϋποθέσεις για τη λύτρωση, την εθνική του αποκατάσταση.
Συνεχιστής της εθνικής παράδοσης του Ορθόδοξου Ελληνικού Κλήρου, γνωρίζει, πως δεν γίνεται τίποτε το μεγάλο χωρίς αίμα και θυσία. Η προσφορά της ζωής είναι η υπέρτατη προσφορά, που ζωογονεί το δένδρο κάθε ιερού ιδανικού.
Έτσι την 9η Ιουλίου 1821 απαγχονίζεται, με τη συναίσθηση ότι η θυσία του θα ριζώσει βαθύτερα στις ψυχές των υποδούλων την πίστη στην Ελληνική ιδέα. Μπροστά στην αγχόνη ξεδιπλώθηκε όλον το παρελθόν της φυλής του. Τα μάτια του εκτόξευσαν τη λάμψη της περηφάνειας, που δεν σβήνει ούτε στην πτώση, ούτε στο θάνατο, κι άφησε στο λαό του το σπέρμα για μια νέα ζωή.
Απαγχονίστηκε ο Κυπριανός και καρατομήθηκαν οι Μητροπολίτες. Μα υπάρχουν θάνατοι, που αξίζουν περισσότερο από τη ζωή. Υπάρχουν πτώσεις, που αξίζουν όσο και η ανάσταση. Ο Κυπριανός έγινε θρύλος. Ο τάφος του έγινε τάφος ζωαρχίας για να αντλεί ο λαός του τα στοιχεία για τη νέα του ζωή, που θ’ απεργάζονταν την ελευθερία του.
Η τέλεση εθνικών μνημοσύνων και η ανάμνηση θλιβερών επετείων δεν αποσκοπούν στην ανανέωση των θρήνων. Τελούμε το σημερινό μνημόσυνο για να κρατήσουμε ζωντανή την ιστορική μνήμη ως συνεκτικό δεσμό με το παρελθόν της φυλής και ως δύναμη αυτογνωσίας. Και για να αντλήσουμε, ως εκ τούτου, διδάγματα για τη δική μας πορεία. Γιατί σ’ ένα τραγικό γύρισμα των καιρών βρισκόμαστε και σήμερα αντιμέτωποι με τον ίδιο βάρβαρο κατακτητή, με τον ίδιο προαιώνιο εχθρό της φυλής, με την πατρίδα να βαδίζει, και πάλι, τη γνώριμη σ’αυτήν οδό του μαρτυρίου.
Η σημερινή επιμνημόσυνη τελετή έχει σκοπό να υπενθυμίσει ότι είμαστε γνήσιοι απόγονοι και συνεχιστές των Εθνομαρτύρων της 9ης Ιουλίου 1821, συνέχεια της ίδιας φυλής. Και να δώσει, γι’ αυτό το λόγο, διά στόματος του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού, αποστομωτική απάντηση σ’ όσους, δικούς μας και ξένους, θέτουν διλήμματα ανιστόρητα στο λαό, σ’ όσους με υποκλίσεις εθνικής ταπείνωσης και υπόσκαψης των συντεταγμένων αυτοπροσδιορισμού μας, υποθηκεύουν το μέλλον μας στους Τούρκους. Να αφυπνίσει όσους έχουν παραδοθεί στη νωχέλεια και στον εφησυχασμό· όσους μετρούν τα πάντα με τη συμβατική αριθμητική και τον συσχετισμό δυνάμεων· όσους το πνεύμα του κοσμοπολιτισμού των ημερών μας είχε σαν συνέπεια την αποδυνάμωση της σύνδεσής τους με τις ρίζες της φυλής∙ και όσους είναι διατεθειμένοι να συμβιβαστούν με ό,τι, στη μεγαλοψυχία του, προσφέρει ο κατακτητής.
Ήταν και τότε δύσκολες οι περιστάσεις και τα αδιέξοδα φοβερά. Υπήρχαν και τότε φωνές για αποδοχή των πραγματικοτήτων, που είχαν ως μέγιστη στόχευση την απλή φυσική επιβίωση για την αποφυγή χειρότερων δεινών, την αποφυγή μιας επαπειλούμενης γενοκτονίας.
Ούτε και οι ξένοι ήσαν ευνοϊκότερα διακείμενοι, τότε, προς τον Ελληνισμό. Κι αν σήμερα η Ελλάδα, το φυσικό στήριγμά μας, για να μείνει ορθή στα πικρά δεκανίκια της δέχεται φίμωτρο που της κλείνει το στόμα στα εθνικά θέματα, δεν βρισκόταν, και τότε, σε καλύτερη κατάσταση. Σφαγές, απαγχονισμοί, λεηλασίες και εμπρησμοί απειλούσαν με αφανισμό ολόκληρη τη χώρα. Κι η Κύπρος ήταν και τότε μακρυά.
Λαός και ηγεσία, όμως, είχαν τότε συνείδηση του χρέους. Αισθάνονταν βαθιά τις ρίζες τους στην Ιστορία, στον πολιτισμό, στη γη τους. Ήξεραν από πού έρχονταν και πού πήγαιναν. Κι αυτά τούς προσδιόριζαν τον τρόπο ζωής και δράσης τους. Ήξερε κι ο Κυπριανός, όπως κι ο Λεωνίδας κι ο Παλαιολόγος προηγουμένως, κι όπως ο Αυξεντίου κι ο Μάτσης σε κατοπινούς χρόνους, ότι το φυσικό τέλος ήταν αναπότρεπτο κι ο εχθρός θα περνούσε. Για την ηθική, όμως, δεν έχει σημασία το αποτέλεσμα της θυσίας. Μεγαλύνεται η πράξη. Και γίνεται συντελεστής συντήρησης του έθνους μέχρι την ανατολή καλύτερων ημερών. Αν κριτήριο στην πράξη του Λεωνίδα ήταν ο Εφιάλτης, αν ο Παλαιολόγος καθοδηγείτο από τους οποιουσδήποτε Τουρκόφρονες κι ο Αυξεντίου από τους κάθε λογής Αγγλόφιλους, ως έθνος και ως φυλή θα είχαμε χαθεί από καιρό.
Το χρέος μας είναι και σήμερα ξεκάθαρο. Οφείλουμε να αντέξουμε. Να ανακτήσουμε την εθνική αξιοπρέπειά μας που παραμελήσαμε από καιρό. Η ανοχή μας, - το βλέπουμε καθημερινά - , εκτραχύνει όχι μόνο τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και τον ίδιο τον εκπρόσωπο των Ηνωμένων Εθνών που αντί να υπερασπίζεται αρχές, μάς λοιδορεί και μας εκβιάζει. Η ανοχή μας, εκτρέπει, πολλές φορές, και τους Ευρωπαίους εταίρους μας.
Καθοδηγητές στις αποφάσεις και στις πράξεις μας πρέπει να είναι η Ιστορία και οι πρόγονοί μας. Δεν διεκδικούμε παρά το δίκαιό μας. Έχουμε υποχρέωση απέναντι στους προγόνους μας, χρέος απέναντι και στους απογόνους μας, να αντισταθούμε και στο χρόνο και στις δυσκολίες κι όχι να παρακολουθούμε παθητικά την όποια δυσμενή για μας εξέλιξη των πραγμάτων. Οφείλουμε να επιλέξουμε πορεία, να επανακαθορίσουμε στόχους και επιδιώξεις, να επανασυνταχθούμε.
Εκατόν ογδόντα εννέα χρόνια από τη μεγαλειώδη θυσία σου, κι ύστερα από ένα υπέροχο απελευθερωτικό αγώνα και εκατόμβες θυσιών σε δύο παγκοσμίους πολέμους, εξακολουθεί να παραμένει σκλαβωμένη η πατρίδα μας Εθνομάρτυρα Κυπριανέ. Βρισκόμαστε μάλιστα στην πλέον δεινή θέση της Ιστορίας μας, με κύρια χαρακτηριστικά ένα ανελέητο εθνικό ξεκαθάρισμα και ένα βάρβαρο εποικισμό της κατεχόμενης γης μας. Η ψυχή μας όμως μένει αδούλωτη. Και παλεύει και ελπίζει. Δεν δικαιούμαστε να υποστείλουμε τη σημαία του αγώνα. Κάτι τέτοιο θα μας έκανε, αργά ή γρήγορα, θλιβερούς νοσταλγούς, εκ του μακρόθεν, της πατρίδας μας. Υποσχόμαστε πως δεν θα φανούμε ανάξιοι της θυσίας και του παραδείγματός σου. Κι είμαστε σίγουροι, πως του Θεού συνεργούντος, γρήγορα θα μπορέσουμε να πλέξουμε για σένα το στεφάνι μας με ελεύθερη δάφνη.