English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

Ενθρονιστήριος Λόγος
του Μητροπολίτου Πάφου Γεωργίου
Πάφος, 30/12/2006
 


          Όσες φορές, στα τελευταία έντεκα, σχεδόν, χρόνια, Μακαριώτατε, ανέβαινα στον θρόνο τούτο του Καθεδρικού μας ναού, αντικαθιστώντας σας, ένοιωθα να με διαπερνά ένα ρίγος. Αισθανόμουν άμεσα την συγκλονιστική παρουσία αγίων και ανεπανάληπτων μορφών. Νόμιζα,
Σεβασμιώτατοι άγιοι αδελφοί,
Κύριοι υπουργοί,
Κύριοι Βουλευτές,
Κύριοι Δήμαρχοι,
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
Λαέ του Θεού περιούσιε,
πως εντείνοντας την ακοή μου θα άκουα τα λόγια τους να αντηχούν στη γύρω περιοχή· πως μπορούσα να αναγνωρίσω τα πάλλοντα ακόμα ίχνη των βημάτων τους στον αύλειο χώρο του ναού. Να συναντηθώ πρόσωπο προς πρόσωπο με τον άγιο Πανάρετο, που εκλέϊσε τον θρόνο τούτο και αγίασε όλη την επαρχία. Να συλλάβω του αλαλήτους στεναγμούς της καρδίας του, να αισθανθώ την αύρα της θεαρέστου περισυλλογής του.
          Έβλεπα τον εθνομάρτυρα Χρύσανθο να πατά στον θρόνο τούτο και να εκτείνεται διά της θυσίας του μέχρι τον ουρανό.
          Ένοιωσα πολλές φορές συλλειτουργούς τον απόστολο Επαφρά, τον Άγιο Φιλάγριο, τον Άγιο Μακάριο, κι όλους τους επισκόπους Πάφου. Άλλοτε αισθανόμουν ψυχικούς κραδασμούς έντονους αναπολώντας τον Παύλο και τον Βαρνάβα να ευαγγελίζονται τον Χριστό στην πόλη μας και να την καθιστούν εφαλτήριο του Χριστιανισμού προς τις χώρες της Ευρώπης.
          Ήταν φορές και που αφαιρέθηκα, βλέποντας ακριβώς απέναντι, στον εξώστη της Μητροπόλεως, τον Εθνάρχη Μακάριο στις δύσκολες εκείνες ώρες του Ιουλίου του 1974 να υψώνεται σε αρχαίο ημίθεο. Να ενσαρκώνει στο πρόσωπό του την τραγωδία του Ονήσιλλου και του Ευαγόρα, των προγόνων του, και να εμψυχώνει τον ίδιο λαό που ζητούσε κι από μένα λόγο παρηγορίας και λόγο αληθείας. Συνειδητοποιούσα τότε πως, κι όταν ακόμα, κάτω από την επίπνοια του παγερού βοριά που έπνευσε μέσα στο κατακαλόκαιρο του ’74, καταψυχόταν η γη της Κύπρου, στην Πάφο δεν παρουσιάστηκε νάρκωση ψυχής. Το φως της εθνικής αξιοπρέπειας εδώ ούτε διεθλάσθη ούτε παρεθλάσθη. Και πολύ περισσότερο, ουδέποτε εσβέσθη.
          Ιδιαίτερα όμως σήμερα, που περιβεβλημένος την Θεία Χάρη, ύστερα από την πρόκριση του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Κύπρου και της Ιεράς Συνόδου, και τη θεήλατο ψήφο κλήρου και λαού, ανεβαίνω στο θρόνο τούτο ως Μητροπολίτης Πάφου, νοιώθω κι άλλων πολλών, την παρουσία. Αισθάνομαι να με υποδέχονται στο χώρο τούτο ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης κι ο Χαράλαμπος Καλαϊτζής, ο Γεώργιος Παπαβερκίου κι ο Μιλτιάδης Κκέλης κι όλοι οι ήρωες της περιοχής, κουβαλώντας τη βαριά εθνική παρακαταθήκη τους.
          Ακούω έντονα, έστω κι αν προέρχονται από τα βάθη των αιώνων, τις φωνές και των αρχαίων προγόνων: Του Αγαπήνορα, του Κινύρα, του Νικοκλή.
          Τώρα συνειδητοποιώ το τόλμημά του. Σ’ ένα λαό με τέτοιες καταβολές, σ’ ένα λαό με τέτοια ένδοξη και πανάρχαια καταγωγή, σ’ ένα λαό φιλόθεο και φιλόπατρι, κοσμημένο με ποικίλες άλλες αρετές, είναι δύσκολο να εργασθείς. Ήδη τα σημεία αναφοράς βρίσκονται πολύ ψηλά. Οι προσδοκίες δεν είναι ενός συνήθους επιπέδου.
          Νοιώθω ανασχετική τη φωνή μέσα μου να με ρωτά «Εταίρε εφ ω πάρει;» (Ματ. 26,50). Μήπως «φρονώ παρ’ ό δεί με φρονείν»; (Ρωμ. 12,3). Μήπως επιχειρώ κάτι που ξεπερνά τις δυνάμεις μου;       Σκέφτομαι όμως πως η βούληση της Εκκλησίας συνιστά φωνήν Θεού. Κι όταν ο Θεός εντέλλεται, ο ανθιστάμενος γίνεται θεομάχος.     Από την άλλη, ακούω και τον Παύλο να με διαβεβαιώνει ότι «ουχ ικανοί εσμέν αφ’ εαυτών, αλλ’ η ικανότης ημών εκ του Θεού» (Β΄ Κορ. 3,5). Εκείνος είναι ο διαιρών τα χαρίσματα, ο εκλέγων και αποστέλλων τους ποιμένας και διδασκάλους «προς καταρτισμόν των αγίων, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Εφ. 4,12).
          Γι’ αυτό, καίτοι «ανθρωπος ασθένειαν περικείμενος» (Εβρ. 5,13) και «άπειρος λόγου δικαιοσύνης» (Εβρ. 5,2) αποδέχομαι το θείο πρόσταγμα, ελπίζοντας στη βοήθεια του Θεού «εν ω επεστηρίχθην από γαστρός, εκ κοιλίας μητρός μου» (Ψαλμ. 70,6).
          Ιδού λοιπόν! Μέσα στο εορταστικό κλίμα των ημερών των Χριστουγέννων και «εν πληθούση Εκκλησία» «ήκω του ποιήσαι το θέλημά σου ο Θεός» (Εβρ. 10,7). Έρχομαι όχι ως ξένος προς ξένους, ούτε ως «πάροικος εν γη αλλοτρία» (Εξ. 2,22) αλλ’ ως οικείος «επί τα ίδια». Όχι για να ξεκινήσω αλλά για να συνεχίσω και να εντείνω το έργο που επιτελούσα τα τελευταία έντεκα χρόνια.
          Η ποιότητα του εδάφους του εκκλησιαστικού αγρού της Πάφου δεν μου είναι άγνωστη. Το έδαφος αυτό και το ανίχνευσα και το ανέλυσα. Γι’ αυτό και, παρά τις δυσκολίες των καιρών, οραματίζομαι από τώρα δαψιλή την βλάστηση, προσδοκώ την άνθηση, πιστεύω στην καρποφορία.
          Το προνόμιο να γνωρίζω τον λαό και να γνωρίζομαι απ’ αυτόν, «να γιγνώσκω τα εμά και να γιγνώσκωμαι υπό των εμών» (Ιω. 10,14), υπαγορεύει περισσότερες υποχρεώσεις σ’ εμένα · κάνει το έργο μου πιο δύσκολο.
          Δυσκολότερο γίνεται το έργο μου κι από το γεγονός ότι την επαρχία αυτή εποίμανε για 29 χρόνια ο Μακαριώτατος, «ο απλούς τον τρόπον και πολυειδής την κυβέρνησιν…» κατά τον Γρηγόριο τον Θεολόγο· που παρέλαβε την Μητρόπολη αυτή «υλώδη και απηγροικισμένην» (ΕΠΕ, Γρ. Θεολόγου έργα, τόμος 6, σελ. 294), και την έκαμε να «εξανθήσει και υλοχαρήσει» ( Ησ. 35.2).
          Κάθε εποχή όμως, - και στις μέρες μας, με τον καταιγισμό των γνώσεων, οι εποχές αλλάζουν πολύ γρήγορα - , έχει το δικά της προβλήματα, χρειάζεται τη δική της ιδιαίτερη αντιμετώπιση. Γι’ αυτό και «γνωρίζων υμίν, αδελφοί, το Ευαγγέλιον», (Α΄ Κορ. 15,1) ό και πρότερον ευηγγελίσατο υμίν ο Μακαριώτατος, θα προσπαθήσω να το εκφράσω με τα μέσα της εποχής. Θα αναλύσω, ως άλλο πρίσμα, το φως της Χριστιανικής αληθείας εις πλειάδα χρωμάτων και αποχρώσεων, προσφέροντας στον καθένα, στις συγκεκριμένες τοπικές και χρονικές συντεταγμένες, το μήκος κύματος που μπορεί να αφομοιώσει. Αν χρειαστεί θα δράσω και σαν μετασχηματιστής, υποβιβάζοντας την τάση, απλουστεύοντας τα μηνύματα. Ο θησαυρός της πίστης μας δεν είναι στατική· είναι δυναμική αξία· με δύναμη «ζωής ακαταλύτου» (Εβρ. 7,16) που μπορεί να μεταμορφώσει τους ανθρώπους. Θα εκφέρω τα παλαιά και σταθερά με άλλους ποιμαντικούς τρόπους.
          Χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι, χωρίς αμφιβολία, η αλματώδης ανάπτυξη της Τεχνολογίας. Χάρις σ’ αυτή ο άνθρωπος διευκολύνθηκε αφάνταστα στη ζωή του. Γλύτωσε από ιδρώτα πολύ, πήγε στα άστρα, θεράπευσε αρρώστειες, επιμήκυνε τη ζωή του. Αυτή η ανάπτυξη όμως δεν του κάλυψε και το εσωτερικό κενό, δεν τον έφερε πιο κοντά στον Θεό. Αντίθετα μάλιστα. Πυροδότησε την αποστασία και την απομάκρυνση απ’ αυτόν. Διαμόρφωσε στον άνθρωπο μια στάση ζωής με ακατάσχετη τάση προς τις υλικές αξίες και υποτίμηση προς τις πνευματικές. Ευγενείς πόθοι και αξίες απονοηματοδοτούνται και παρασύρονται από τα ρεύματα και τους κυκλώνες που δημιουργούνται από το κενόν της απουσίας του Θεού.
          Ταυτόχρονα, η απομάκρυνση από τον Θεό, απομάκρυνε και από τον συνάνθρωπο. Αναστρεφόμαστε πια τις μηχανές· την τηλεόραση, τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όλα τα άψυχα· οδηγούμαστε σε αδιέξοδα. Η απουσία του Λόγου, του σαρκωθέντος Θεού, εισάγει στη ζωή των ανθρώπων το παράλογο, την απουσία του νοήματος, δημιουργεί αγχώδεις καταστάσεις.
           Στο απόγειο του θριάμβου του, ο σύγχρονος άνθρωπος νοιώθει το έδαφος που κατάκτησε να φεύγει κάτω από τα πόδια του. Στον κόσμο των ραγδαίων αλλαγών αναζητεί να βρει μόνιμα σημεία.
          Σ’ αυτόν τον κόσμο που αναζητά νόημα ζωής, που αγωνίζεται να διακρίνει ματαξύ αγαθών και του όντως Αγαθού, θα εργασθώ «όση μοι δύναμις», με κύριο στόχο να εμπεδώσω ότι «θεμέλιον άλλον ουδείς δύναται θείναι παρά τον κείμενον, ός εστιν Ιησούς Χριστός» (Α΄ Κορ. 3,11). Προσκαλώντας και νέους συνεργάτες, στην αναζήτηση των οποίων εξέρχομαι από σήμερα, θα διατρέξω όλην την επαρχία· Θα χρησιμοποιήσω προς τούτο κάθε μέσον· και παλαιό και σύγχρονο. Θα εργασθώ με λόγια και με έργα· με το κήρυγμα και την φιλανθρωπία· στον κοινωνικό και τον πνευματικό στίβο. Θα προσεγγίσω τους πιστούς διά των σελίδων των βιβλίων αλλά και διά των ιστοσελίδων του διαδικτύου· διά των ραδιοφωνικών κυμάτων αλλά και διά των τηλεοπτικών συχνοτήτων· διά της προσευχής και διά της σιωπής· σκοπός: να προλάβω την πτώση, να αφυπνίσω από τον λήθαργο, να  φέρω κοντά στον Χριστό.    Ως Εκκλησία και ως λαός έχουμε σήμερα να αντιμετωπίσουμε την πρόκληση της Ευρώπης, μέλος της οποίας είναι και η χώρα μας, καθώς και νέες προκλήσεις που προέρχονται από την παγκοσμιοποίηση του εμπορίου αλλά και των ιδεών και των ηθών.
          Είμαστε ολιγάριθμος λαός. Έχουμε όμως ιστορία αιώνων και πολιτισμό αξιοζήλευτο. Όταν η Κύπρος αναδείκνυε τον Ζήνωνα τον Κιτιέα και γινόταν ξακουστή με την Στωϊκή Φιλοσοφία, άλλοι Ευρωπαϊκοί λαοί δεν είχαν, ακόμα, αλφάβητο. Όταν η Πάφος δεχόταν το μήνυμα του Ευαγγελίου διά των αποστόλων Παύλου και Βαρνάβα, άλλες Ευρωπαϊκές πόλεις, απουσίαζαν από τον χάρτη. Ήταν ακόμα βοσκότοποι. Αν, λοιπόν, άλλοι λαοί της Ευρώπης φαίνονται σήμερα να υπερέχουν του δικού μας λαού, αυτό συμβαίνει μόνο σε κάποιους επουσιώδεις τομείς της ζωής: Στην Τεχνολογία και το κατά κεφαλήν εισόδημα· όχι στις πνευματικές αξίες και τον πολιτισμό. Έχουμε υποχρέωση, στην πορεία της οικοδόμησης της πολυπολιτισμικής Ευρώπης να διαφυλάξουμε την ταυτότητά μας. Να μην υποτιμήσουμε την ιδιαιτερότητά μας και να μην ισοπεδωθούμε. Να μην αφομοιωθούμε από το αδηφάγο σύγχρονο υλιστικό περιβάλλον. Αντίθετα· οφείλουμε να συνδέσουμε το διαχρονικό μήνυμα της Ορθοδοξίας με τις προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης.
          Καθήκον μου ως ποιμένος της τοπικής Εκκλησίας είναι να προφυλάξω το ποίμνιον, και ιδιαίτερα τους νέους, από τις σειρήνες των κατώτερων αξιών που γεννιούνται με τις νέες συνθήκες, και προέρχονται από τον γεωγραφικό χώρο της Ευρώπης και να τους μεταφέρω το μήνυμα ότι πρέπει να νοιώθουν περήφανοι μεταδίδοντας τις δικές μας αξίες στους άλλους Ευρωπαίους που πολλές φορές δυσκολεύονται ακόμα στην σωστή ιεράρχηση ύλης και πνεύματος.
          Στις μέρες μας πολλοί επηρεάζονται κι από ένα επιστημονισμό που εκδηλώνεται όχι μόνο στο πρακτικό επίπεδο ως τεχνολογία, αλλά και στο διανοητικό επίπεδο. Οι γνώσεις της Φυσικής, της Χημείας και της Βιολογίας, συντείνουν, μαζί με την ενυπάρχουσα αμφισβήτηση των παραδεδομένων δομών και καταστάσεων, στη δημιουργία μιας λανθασμένης κοσμοθεωρίας και προκαλούν μιαν αδικαιολόγητη στάση ζωής. Όπως λέχθηκε, προσφυώς, πολλοί ταμπουρώνονται πίσω από τις θέσεις της Φυσικής για να αμφισβητήσουν τις θέσεις της Μεταφυσικής.       Ευμοίρησα να τύχω, πέραν της Θεολογικής, και μιας Επιστημονικής Παιδείας. Και φροντίζω παράλληλα, όσο μπορώ, να ενημερώνομαι για τις καθημερινές επιστημονικές εξελίξεις. Θα προσπαθήσω με ομιλίες μου στα σχολεία και τα πολιτιστικά σωματεία της επαρχίας μας,  να καταθέσω την θέση της Εκκλησίας στα καίρια θέματα της έρευνας και της προόδου. Οι θέσεις της Επιστήμης δεν έρχονται σε καμιά περίπτωση σε αντίθεση προς την Εκκλησία. Η επιστημονική γνώση δεν μπορεί με κανένα τρόπο να είναι λόγος για την άρνηση του Θεού. Αν υπάρχουν μερικοί επιστήμονες που παρουσιάζονται ως άθεοι, θα πρέπει να κατανοηθεί πως η αθεΐα τους δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην Επιστήμη, αλλ’ είναι απλώς μια υπαρξιακή τοποθέτησή τους.
                    Θα προσπαθήσω, ως εκ τούτου, πειστικά να μεταδώσω και στους πιστούς τη δική μου ακράδαντη πεποίθηση· ότι η Επιστημονική ανακάλυψη κι η γνώση της φύσης είναι στάδιο αποκάλυψης του απειροδυνάμου Θεού. Ο Θεός αποκαλύπτει σήμερα το νόημα της δημιουργίας μέσω της Επιστήμης, κατά τον ίδιο τρόπο που αποκάλυψε το θέλημά του και μέσω άλλων ενεργειών του στην Ιστορία. Δεν θα πρέπει, εξάλλου να ξεχνούμε, ότι ο άνθρωπος χρειάζεται να ακούσει το λόγο του Θεού σε μια γλώσσα που καταλαμβαίνει και στην οποία ανταποκρίνεται. Κι αναμφίβολα μια από τις διεθνείς γλώσσες σήμερα που δεν γνωρίζει εθνικά ή άλλα σύνορα, είναι εκείνη της Επιστήμης. Θα πληροφορήσω, λοιπόν, ότι «ο ουρανός και η γη παρελεύσονται», είναι τούτο δίδαγμα και της Επιστήμης, οι δε λόγοι του Θεού «ου μη παρέλθωσι» διότι είναι λόγοι Εκείνου ο οποίος «κατ’ αρχάς την γην εθεμελίωσε και έργα των χειρών του εισίν οι ουρανοί»· κι ότι «αυτοί απολούνται». Εκείνος, όμως, «διαμένει».(Εβρ. 1,12).
          Ο 21ος αιώνας προοιωνίζεται να ’ναι ο αιώνας των Βιοεπιστημών. Ήδη αυτές, όπως η κλωνοποίηση, η τεχνητή γονιμοποίηση, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων, η ευθανασία, τα γενετικά τροποποιημένα τρόφιμα, και γενικά η γενετική τεχνολογία, προκαλούν στους πιστούς διλήμματα. Η Εκκλησία πρέπει να διατυπώσει τις απόψεις της, να υποδείξει τα όρια ανάμεσα στις θετικές και αρνητικές συνέπειες των Βιοεπιστημών και της Βιοτεχνολογίας στη ζωή μας, να προβάλει κριτήρια επιλογής πορείας μέσα από τους πολλούς και ποικίλους δρόμους που διανοίγονται και να δημιουργήσει αντιστάσεις στη συνεχώς αυξανόμενη πίεση για εφαρμογή στη ζωή των ανθρώπων των οποιωνδήποτε νέων εφευρέσεων ή ανακαλύψεων.
          Στα πλαίσια της Επιτροπής Βιοηθικής και Παιδείας, την προεδρία της οποίας μου ανέθεσε η Ιερά Σύνοδος, θα προσπαθήσω να εγκύψω στην Αγία Γραφή και την Ιερά μας Παράδοση και με προσευχή, επιμονή και σύντονη εργασία να βρω απαντήσεις στα φλέγοντα ερωτήματα της εποχής. Οι ηθικές και πνευματικές αρχές της ζωής, ο σεβασμός στο ανθρώπινο πρόσωπο, η ελευθερία και η αξιοπρέπειά του, είναι οι βασικοί άξονες, ο σταθερός πυρήνας, γύρω από τον οποίο θα στραφεί η προσπάθειά μας.
          Θα εγκύψω ύστερα και στα ιδιαίτερα προβλήματα της Πάφου. Κι έχει η επαρχία μας πολλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Προικίστηκε πρώτ’ απ’ όλα από τον Θεό με μια ξεχωριστή φυσική ομορφιά. Η εναλλαγή παραλίας και βουνού, πεδιάδας και δάσους, ο Ακάμας, συνθέτουν ένα ανεπανάληπτο τοπίο. Σήμερα θεωρείται ως η πλέον αναπτυσσόμενη περιοχή της πατρίδας μας. Αυτήν επιλέγουν ως τόπο μόνιμης διαμονής, πολλοί, από τις χώρες της Ε.Ε.. Από την Πάφο διέρχονται όμως και άλλοι πολλοί, οι πλείστοι των τουριστών μας. Οι άνθρωποι αυτοί φέρουν μαζί τους τα ήθη και τα έθιμά τους, τις αιρετικές δοξασίες τους ακόμα και τον ηθικό ξεπεσμό τους. Το να αποφύγουμε τον συγχρωτισμό μαζί τους δεν είναι εύκολο. Αν δεν προσέξουμε όμως, κι αν η οικονομική ανάπτυξη δεν συνδυασθεί και με παράλληλη πνευματική, τότε αυτό που ονομάζουμε πρόοδο θα ταυτισθεί με την πολιτισμική μας καταστροφή. Θα πρέπει να μην απεμπολήσουμε αντί του πινακίου φακής της οικονομικής προόδου, τα ιερά και τα όσιά μας. Θα προσπαθήσω με κάθε τρόπο να βοηθήσω όσους επηρεάζονται από την κατάσταση αυτή να μείνουν εδραίοι και αμετακίνητοι στην πίστη και τις παραδόσεις μας. Θα αγωνιστώ, σε συνεργασία πάντοτε και με τους λοιπούς θεσμικούς φορείς της επαρχίας, για να περιορίσω και να εξαλείψω, ει δυνατόν, τον κίνδυνο των ναρκωτικών και την ποικίλη διαφθορά που συνεπάγεται η μεγάλη αυτή διακίνηση ανθρώπων και ιδεών.
          Στην πόλη της Πάφου ζει και δραστηριοποιείται τα τελευταία χρόνια και μια ομάδα Ποντίων ομογενών, δίνοντας μιαν άλλη ιδιαιτερότητα σ’ αυτή. Σ’ αυτούς τους ανθρώπους, θύματα της ανελέητης Τουρκικής θηριωδίας και μιας αδυσώπητης ιδεολογίας, θα δείξω στοργήν ως πατέρας. Μπορούμε, αναλογικά, κι εμείς, ως αλύτρωτοι Έλληνες, να τους καταλάβουμε. Να νοιώσουμε τις ευαισθησίες τους και τα εθνικά οράματά τους. Θα σκύψω με πολλή αγάπη στα πολλά τους προβλήματα και θα θεωρούσα τιμή μου να με καλούν στις γιορτές και τις συγκεντρώσεις τους. Ως εκτίμηση και χρέος προς τις εκατόμβες των θυμάτων του Πόντου και τους αγώνες των προγόνων των σημερινών συμπολιτών μας για την κοινή Ελληνική μας ιδέα, θα τελούμε κάθε χρόνο, στην πιο κοντινή Κυριακή προς την 19η Μαΐου, ημέρα της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού, επίσημο μνημόσυνο στον Καθεδρικό μας ναό για όσους έπεσαν ηρωικά ή φονεύθηκαν από τους Τούρκους.  Θα επικοινωνήσω με τις οργανώσεις και τα σωματεία των Ποντίων για διοργάνωση του μνημοσύνου και σχετικών εκδηλώσεων.
Η Παφιακή ύπαιθρος παρουσιάζει σήμερα κι ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα, το πρόβλημα της γήρανσης του πληθυσμού της. Η μη ύπαρξη, για χρόνια πολλά, κατάλληλου οδικού δικτύου, η αναζήτηση εργασίας σε αστικά κέντρα, η μόρφωση των παιδιών, οδήγησε τους πλείστους των κατοίκων της υπαίθρου στην πόλη. Τα πολλά και μικρά χωριά με τους 30 ή 40 συνταξιούχους κατοίκους τους, πέραν από τα προβλήματα στη λατρεία που παρουσιάζουν, λόγω της αδυναμίας εξεύρεσης ιερέων από τον πληθυσμό τους, παρουσιάζουν κι άλλα προβλήματα. Οι άνθρωποι αυτοί νοιώθουν να ’ναι μόνοι. Μπορεί να μην τους λείπουν τα χρήματα. Τους λείπει η συντροφιά, η υγιής ψυχαγωγία, ο ψυχωφέλιμος λόγος. Προτίθεμαι να εγκαινιάσω κατά Σάββατο λειτουργίες στο χωριά αυτά οπόταν θα έχω και περισσότερο χρόνο για μια ομιλία κι ένα λόγο στήριξης στους ανθρώπους αυτούς.
Θέτοντας σήμερα την χείρα επί το πηδάλιον της κατά Πάφον Εκκλησίας, στρέφω πρώτα «νουν, ψυχήν και καρδίαν» προς τον μεγάλο πλοηγό, τον αρχιποίμενα Ιησού Χριστόν. Και δεν έχω ανάγκην, όπως ο Μωυσής, να ρωτήσω περί του ποίον «συναποστελεί μετ’ εμού» (Εξ. 33,12). Ξέρω πως βοηθοί στο έργο μου θα είναι οι ιερείς, οι κληρικοί της Μητρόπολής μας. Γνωρίζω πως μερικοί δεν διαθέτουν ιδιαίτερη μόρφωση. Δεν είναι όμως το κύριο ζητούμενο, αυτό. Οπωσδήποτε σήμερα που η άγνοια του λαού παρήλθε χρειαζόμαστε και μορφωμένους κληρικούς. Ανθρώπους ενημερωμένους στις εξελίξεις της κοινωνίας και της Επιστήμης, που να μπορούν να συμμετέχουν σε μια συζήτηση στην κοινότητα ή στην ενορία τους, που να μην είναι ουραγοί των καταστάσεων. Ο λαός του Θεού, όμως, αναζητά στους κληρικούς, κυρίως, υποδείγματα ζωής. Ζητά από μας εκκλησιαστικό φρόνημα και ήθος. Αφοσίωση και συνέπεια στη μεγάλη αποστολή μας.
   Σήμερα, ιδίως, που τα συνταγματικά προνόμια και η εξωτερική κατοχύρωση της Εκκλησίας αμφισβητούνται, τώρα που τα εκκλησιαστικά επιτίμια δεν φοβίζουν πια κανένα και η εκκλησιαστική αυθεντία δεν πείθει, θα επιβληθούμε μόνο με την καθαρότητα του βίου μας, το απαστράπτον παράδειγμά μας. Λέγεται για τον Μ. Βασίλειο πως «ο λόγος του επιδρούσε σαν βροντή» γιατί «ο βίος του έλαμπε σαν αστραπή». Κι ότι η παρομοιώδης ευφράδεια του Χρυσοστόμου οφειλόταν σ’ αυτό που ονομάστηκε «σιωπηλή ευγλωττία αγίου βίου».
          Η ζωή μας μέσα στην κοινωνία είναι προέκταση της λατρείας που προσφέρουμε στο ναό. Είναι ιερουργία. Ο κληρικός έχει αποστολή να «βαστάζει τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί αυτού» (Γαλ. 6,17). Να φέρει την μαρτυρία ενός άλλου κόσμου που παρόλο που είναι αθέατος είναι υπαρκτός, αληθινός, και μεθεκτός από όλους. Η ζωή του πρέπει να προσκαλεί κι όχι να προκαλεί. Οφείλουμε όλοι να προσέχουμε «εαυτοίς και παντί τω ποιμνίω» (Πρ.20,28) να «πληροφορούμεν» την διακονίαν μας κατά τον καλύτερον τρόπο, με φόβο Θεού «ως λόγον αποδώσοντες» (Εβρ. 13,17). Πρέπει να έχουμε πτερά αετού. Κι οι αετοί δεν ζουν πολύ περισσότερο δεν πηλοβατούν επί της γης.
 Τιμώ και σέβομαι τους ιερείς μας που μένουν πιστοί στην αποστολή τους. Τους λίγους επιλήσμονες της αποστολής τους, που σκανδαλίζουν το ποίμνιο και προσβάλλουν το ράσο καλώ σε μετάνοια και συμμόρφωση προς τα θεία κελεύσματα.
Λόγω της ιδιαιτερότητας της Μητροπολιτικής μας περιφέρειας, με τις πολλές μικρές κοινότητες, έχουμε ανάγκη μεγάλου αριθμού ιερέων. Δυστυχώς δεν αναπληρώνουμε με νέες χειροτονίες όσους η ηλικία και ο χρόνος θέτουν εκτός υπηρεσίας. Ο θερισμός πολύς, οι εργάται ολίγοι. Από τη θέση αυτή, αυτή την επίσημη στιγμή κάνω έκκληση σε όσους επιθυμούν αλλά και μπορούν, σ’ όσους δηλ. διαφύλαξαν τον εαυτό τους από πράξεις και ενέργειες που συνιστούν κωλύματα ιερωσύνης, όσους έχουν την εσωτερική κλίση κι όσους νοιώθουν την κλήση από τον Θεό να προσέλθουν να υπηρετήσουν την Εκκλησία. Είμαι γόνος ιερατικής οικογένειας και ξέρω τις δυσκολίες αλλά γνωρίζω και τις πολύ μεγάλες  χαρές μιας λευϊτικής οικογένειας.
Θα σταθώ δίπλα στον κάθε κληρικό, ιδιαίτερα τους νεότερους που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη στήριξης. Θα είμαι ο πατέρας, ο αδελφός, ο φίλος, ο συμπαραστάτης. Τα αυτιά μου θα είναι ανοικτά για να αφουγκράζονται και την φωνή της χαράς και την κραυγή της οδύνης τους. Και τον λόγον της αμφισβήτησης και την ιαχή της επιδοκιμασίας τους. Και τους ψιθυρισμούς των παραπόνων τους και τα αίτημά τους για συμπαράσταση. Κι αν κάποτε θεωρούμαι «αυστηρός», είναι γιατί με συνέχει η προειδοποίηση της Γραφής: «Επικατάρατος ο ποιών τα έργα του Θεού αμελώς» (Ιερ. 31,10). Διαβεβαιώνω όμως όλους ότι θα είμαι περισσότερο αυστηρός με τον εαυτό μου και ύστερα με τους ίδιους. Δεν θα ζητήσω ποτέ κάτι από τους κληρικούς αν πρώτα δεν το εφαρμόζω ο ίδιος.  
Ως πρώην εκπαιδευτικό με ενδιαφέρουν ιδιαίτερα και τα θέματα της παιδείας μας. Προσυπογράφω χωρίς καμιάν επιφύλαξη τα όσα ο Μακαριώτατος ανέφερε στον ενθρονιστήριο λόγο του για την παιδεία. Δεν είναι μόνον ιστορικοί οι λόγοι, το γεγονός δηλ. ότι για αιώνες η Εκκλησία εκράτησε το βάρος και την ευθύνη της Ελληνικής παιδείας του τόπου, που μας ωθούν να επιζητούμε ανάμιξη στα της παιδείας. Είναι και η σημερινή και η παντοτινή ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στο Έθνος. Καθώς η παιδεία επηρεάζει βαθιά και διαμορφώνει άμεσα την εθνική συνείδηση και καθώς η Εκκλησία είναι ένας από τους κύριους στυλοβάτες του Έθνους, είναι αδιανόητο να μείνει μακρυά από τα θέματα αυτά.
Δεν ζητούμε, ούτε επιχειρούμε εκβιαστικά, ποδηγέτηση της Κυβέρνησης του τόπου στα θέματα παιδείας, ούτε και σε άλλα θέματα. Δεν απεμπολούμε όμως το δικαίωμα να έχουμε άποψη επί των καιριοτέρων ζητημάτων του τόπου και να την εκθέτουμε ελεύθερα, όπως τέτοιο δικαίωμα έχει σήμερα και ο τελευταίος πολίτης. Η παρέμβασή μας αυτή δεν συνιστά αντιδικία ή αμφισβήτηση. Με την παρέμβαση της η Εκκλησία βοηθά την πολιτεία αλλά και το λαό να συνειδητοποιήσει και τις πνευματικές διαστάσεις κάποιων επιλογών ή τάσεων και να προφυλαχθεί από ελλοχεύοντες κινδύνους.  
Προσωπικά με απασχολεί και το θέμα της γλώσσας μας και της σοβαρής λεξιπενίας, που παρατηρείται ανάμεσα στους νέους. Η γλώσσα είναι ένας βασικός τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται αλλά και βιώνεται η εθνική αυτοσυνειδησία ενός λαού. Η ελληνική γλώσσα είναι ο αρραγής συνδετικός κρίκος της ιστορίας του έθνους μας, μιας ιστορίας 35 σχεδόν αιώνων. Είναι η ίδια γλώσσα του «Αιέν αριστεύειν» και του «Βασιλεύ ουράνιε», του «ίτε παίδες Ελλήνων… νυν υπέρ πάντων αγών» και του «αποτίναξέ τους Πενταδάκτυλέ μου»· η γλώσσα του Ομήρου και του Σοφοκλή, αλλά και του Παλαιολόγου και του Ρήγα Φεραίου και του Γρηγόρη Αυξεντίου.
Ως Εκκλησία έχουμε κι ένα επιπλέον λόγο να καυχόμαστε για την Ελληνική μας γλώσσα. Ο Χριστιανισμός συναντήθηκε με τον Ελληνισμό από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του στον κόσμο. Κι η ανάγκη των πραγμάτων οδήγησε του ίδιους τους Αποστόλους να παραλάβουν όλον το πλούτο των συμβόλων της Ελληνικής γλώσσας. Ο Λόγος του Θεού κατεγράφη εξ αρχής εις την Ελληνική γλώσσα. Κι αργότερα, όταν ο Λόγος του Θεού έπρεπε να ερμηνευθεί με το λόγο του ανθρώπου δεν υπήρχε στην σκηνή της Ιστορίας άλλος φιλοσοφικός λόγος εκτός από τον Ελληνικό και σ’ αυτόν ερμηνεύθηκε και αναλύθηκε η Καινή Διαθήκη.
Μπορούμε λοιπόν, οι Νεοέλληνες, να στερούμε από τα παιδιά μας τον θησαυρό της γλώσσας μας; Μπορούμε να τους στερούμε την πνευματική απόλαυση της εντρύφησης στα κείμενα των προγόνων μας; Στα πλαίσια της Επιτροπής Παιδείας που συνέστησε η Ιερά Σύνοδος θα μελετήσουμε τρόπους και θα εισηγηθούμε λύσεις θεραπείας και για το θέμα αυτό.
Εξαγγέλλω από τώρα, την θέσπιση ετήσιου διαγωνισμού ξεχωριστά στα Γυμνάσια και τα Λύκεια της Μητροπολιτικής περιφέρειας Πάφου με θέμα που θα έχει ως στόχο την προώθηση μελέτης γύρω από την ελληνική μας γλώσσα. Το έπαθλο θα είναι σημαντικό, ελκυστικό, ώστε να ενθαρρύνει την ενασχόληση με το θέμα αυτό. Τις λεπτομέρειες και του όρους του διαγωνισμού θα επεξεργαστεί ειδική επιτροπή σε συνεννόηση με τους διευθυντές των σχολείων και το Υπουργείο Παιδείας.
Από τη θέση αυτή, και με την ευκαιρία της σημερινής ημέρας, χαιρετίζω με πατρική αγάπη όλους τους εκπαιδευτικούς της επαρχίας μας. Εκτιμώ αφάνταστα το έργο τους και την πολυδιάστατη προσφορά τους στην κοινωνία και την πατρίδα. Μπορούν να ελπίζουν στη συμπαράστασή μου. Επιθυμώ στενότερη συνεργασία μαζί τους. Από φέτος θα επισκέπτομαι μια φορά, τουλάχιστον, τον χρόνο όλα τα εκπαιδευτήρια της επαρχίας, όλων των βαθμίδων. Θα είναι η έκφραση της έμπρακτης στήριξης της Εκκλησίας στο έργο που επιτελείται σ’ αυτά. Μπορούν κι αυτοί να επισκέπτονται τη Μητρόπολη που θα παραμένει ανοικτή, όπως την είχε κι ο Μακαριώτατος.
Δεν μπορώ να περατώσω τον λόγο αν δεν αναφερθώ και στην τάλαινα πατρίδα μας. Την είπαν «Ολβίαν», ίσως κατ’ ευφημισμό. Είναι όμως, ανεκδιήγητα τα δεινά της. Πέρσες και Φοίνικες, Άραβες και Λατίνοι, Τούρκοι και Άγγλοι, άφησαν εμφανή στο σώμα της τα στίγματα της τυραννικής διέλευσής τους. Σήμερα διατρέχει τον έσχατο των κινδύνων. Τον κίνδυνο του εκτουρκισμού. Σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς, που την πατρίδα μας κυκλώνουν «κύνες πολλοί» και «πονηρευομένων συναγωγή», επιβάλλεται η εγρήγορση όλων, ιδιαίτερα της Εκκλησίας. Ο ρόλος της Εκκλησίας είναι πρωτίστως πνευματικός. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν είναι μόνον η πατρίδα, αλλά και η πίστη που διακυβεύονται. Και η Εκκλησία γνωρίζει πολύ καλά ότι «και τούτο έδει ποιήσαι, κακείνο μη αφιέναι». Ποιος εξάλλου μπορεί να πείσει τον απλό Έλληνα ότι η πίστη του στον Χριστό χωρίζεται από την ταυτότητα του ως Έλληνα;
Η Εκκλησία αποτέλεσε πάντοτε την κιβωτό των αξιών, της ταυτότητας και των παραδόσεων του Έθνους μας και όχι μόνο σε εύκολους καιρούς. Οι ποιμένες της εκτός από προκαθήμενοι της αγάπης έγιναν πολλές φορές και προκαθήμενοι της κακοπαθείας και της θυσίας. Η θυσία του εθνομάρτυρος Μητροπολίτου Πάφου Χρυσάνθου που καρατομήθηκε μαζί με άλλους αρχιερείς την 9η Ιουλίου 1821, οι ταλαιπωρίες του Μητροπολίτου Πάφου Αγίου Παναρέτου ενώπιον της Υψηλής Πύλης, προασπιζομένου τα δίκαια του λαού του, οι πολυετείς και πολυδιάστατοι αγώνες του Πάφου Λεοντίου εναντίον της Βρετανικής κατοχής συνιστούν κανόνα ζωής και χαράσσουν τρόπον δράσης και για μένα, ιδιαίτερα σήμερα.
Αν για να κρατήσει τον τόπο Ελληνικό μέσα στους αιώνες της μαύρης σκλαβιάς η Εκκλησία δεν λογάριασε θυσίες και αίματα, είναι δυνατόν να κωφεύσει σήμερα στον θρήνο των προγόνων μας και στην αγωνιώδη εκζήτηση βοήθειας των παιδιών της; Μπορεί να διαγράψει ή να παραβλέψει την κατοχή, την προσφυγιά, τους αγνοούμενους, την καταστροφή των ιερών και οσίων μας;
Όσα, και πάλιν, ο Μακαριώτατος διακήρυξε στον ενθρονιστήριο λόγο του, εκφράζουν κι εμένα, απολύτως. Θα σταθούμε όλοι δίπλα του και με όλη τη δύναμη της ψυχής μας θα υποστηρίζουμε τα εθνικά δίκαιά μας. Η κυβέρνηση της Δημοκρατίας θα μπορεί να υπολογίζει και στη δική μας υποστήριξη στην διεκδίκηση των δικαίων του λαού μας, στην απόρριψη κάθε εθνικά επιζήμιας λύσης, στην κατοχύρωση των δικαιωμάτων όλων των γηγενών κατοίκων της Κύπρου και στην απελευθέρωση των κατεχομένων εδαφών μας. Δεν θα διστάσουμε όμως να επισημάνουμε και να ελέγχουμε κάθε τυχόν εκτροπή και θα αγωνιστούμε να αποτρέψουμε λύσεις που θα θέτουν σε κίνδυνο την εθνική επιβίωσή μας στην γη τούτη των πατέρων μας.
Το πρόβλημά μας δεν είναι θρησκευτικό, ούτε κι η αντιδικία είναι προς τους Τουρκοκύπριους συμπατριώτες μας. Η Εκκλησία δεν υποστήριξε ποτέ πολιτική θρησκευτικής μισαλλοδοξίας απέναντι στην άλλη πίστη. Αντίθετα στάθηκε πάντα δίπλα στον άνθρωπο χωρίς διάκριση φυλής ή θρησκείας. Και σήμερα αναμένουμε την ώρα που Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, μακρυά από στρατούς κατοχής και εποίκους θα απολαμβάνουμε ειρηνικά τα αγαθά της κοινής μας πατρίδας. Το πρόβλημά μας είναι η κατοχή. Και το κύριο χρέος μας, η απελευθέρωση.
Η σκέψη μου στρέφεται νοερά αυτή τη στιγμή και προς την κατεχόμενη γη μας· εκεί που οι σχεδόν ισάριθμοι, σήμερα, και πιθανότατα λιγότεροι αύριο, εκείνων που φύλαξαν τις παλαιές Θερμοπύλες, ακούουν «το προσταχθέν μυστικώς» υπό του χρέους και ως εκλεκτοί μιας άλλης Μονής των Ακοιμήτων συντονίζονται με τα ύψιστα – αξίες και ιδανικά «ων ουκ έστιν άξιος ο κόσμος» (Εβρ. 11,38)· συμβιώνουν με τη γοητεία της ιστορίας και τους ευκλεείς προγόνους τους. Τους στέλλουμε απ’ εδώ, το άλλο άκρο της Κύπρου την αγάπη και την ευγνωμοσύνη μας.
Υποκλίνομαι και στη θυσία των ηρωϊκών νεκρών της πρόσφατης τραγωδίας μας· και, περιτρέχοντας τα αγιασμένα χώματά μας, εναποθέτω στους τάφους ή και τα γυμνά λείψανά τους, τα άνθη της ευγνωμοσύνης μου. «Ελλήνων Κυπρίων προμαχούντες» εκείνοι, και «της πατρίδος ρήμασι πειθόμενοι», έμειναν εκεί, διαμηνύοντας σ’ όλους το βαρύ χρέος μας.
Προσφέρω και το θυμίαμα της ευλάβειάς μου στις βουβές και συλημένες Εκκλησίες μας. Γονυκλινής σ’ αυτές απευθύνω θερμήν της παράκληση προς τον ενανθρωπήσαντα Σωτήρα Χριστόν, τον κλίναντα ουρανούς και καταβάντα: «Αράν παλαιάν λύσας διά σπαργάνων, Κύπριδος λύσον δούλειον Σώτερ ήμαρ»  
Τελειώνοντας θα’ θελα να ευχαριστήσω όλους εκείνους, χωρίς την βοήθεια των οποίων δεν θα μπορούσε να εκδηλωθεί η βουλή του Θεού στο πρόσωπό μου ούτε και να φθάσω σ’ αυτή την στιγμή.
Ευχαριστώ πρώτον απ’ όλους τον Μακαριώτατο. Σ’ αυτόν οφείλεται αυτή η στιγμή. Η ζωή μου πλησίον του ήταν μια συνεχής μαθητεία· μια ανίχνευση σπάνιων και λεπτών χαρακτηριστικών της πνευματικής ζωής.  Αν δεν παρουσιαζόταν στη ζωή μου θα έμενα με την αντίληψη του αυταρχισμού, του νεπωτισμού και των αντίθετων προς τις πράξεις λόγων στα ανώτατα δώματα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.
Μακαριώτατε, ξέρετε την εκτίμησή μου στο πρόσωπό σας, όπως κι εγώ ξέρω τη δική σας εκτίμηση. Να είστε σίγουρος ότι θα είμαι πάντα δίπλα σας, για το καλό της Εκκλησίας και της πατρίδας μας.
Ευχαριστώ και τα μέλη της Ιερά Συνόδου, τους αγαπητούς εν Χριστώ αδελφούς, και για την εμπιστοσύνη που μου επέδειξαν δια της ψήφου των, και για την εδώ παρουσία τους.
Εκφράζω την ιδιαίτερη εκτίμηση και τις ευχαριστίες μου στο Θεοφιλέστατο Χωρεπίσκοπο Σαλαμίνος κ. Βαρνάβα. Στο αφιλόξενο περιβάλλον της Ιεράς Αρχιεπισκοπής ήταν για μένα η σιωπώσα παραίνεσις.
Με συγκινεί η εδώ παρουσία του Σεβασμιωτάτου Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας κ. Γρηγορίου καθώς και αντιπροσωπείας του ιερού ναού Αγίου Παντελεήμονος Λονδίνου, όπου υπηρέτησα κατά το διάστημα των μεταπτυχιακών σπουδών μου. Τους ευχαριστώ για την εκτίμησή τους και τον κόπο του ταξιδιού στον οποίο υποβλήθηκαν αυτές τις γιορτινές μέρες.
Ευχαριστώ επίσης όλους τους αξιωματούχους κληρικούς καθώς και τους αντιπροσώπους του κλήρου και του λαού της θεοσώστου επαρχίας μας για την ψήφο και τις εκδηλώσεις της αγάπης τους.
Ευχαριστώ τους κυρίους Υπουργούς που εκδηλώνουν της εκτίμησή τους στο πρόσωπό μου με την εδώ παρουσία τους, καθώς και στον Δήμαρχο Πάφου για τα καλά του λόγια. Προσβλέπω σε μια εποικοδομητική συνεργασία για την πρόοδο της πόλης μας.
Ευχαριστίες πολλές οφείλω και στους συνεργάτες μου τόσο στη Χωρεπισκοπή Αρσινόης όσο και στη Μητρόπολη Πάφου καθώς και τους κατηχητές και κατηχήτριες και τους άλλους συνεργάτες στο πνευματικό μας έργο, για την πολύχρονη βοήθειά τους. Προσδοκώ συνέχεια και επαύξηση της συνεργασίας μας.
Θα τελειώσω απευθυνόμενος προς τον μοναδικό και ανεπανάληπτο  λαό της Πάφου που αιχμαλώτισε με την αγάπη του και που υπόσχομαι, όσο μπορώ, να φανώ αντάξιος των προσδοκιών του:
«…Αιτούμαι αδελφοί … ίνα γενώμεθα, οι του ενός Θεού, έν· και οι της Τριάδος, ηνωμένοι και ομότιμοι και ομόψυχοι· οι του Αγίου Πνεύματος, ου κατ’ αλλήλων, αλλά συν αλλήλοις· οι της αληθείας, το αυτό φρονούντες και λέγοντες· και μη είη έρις ή διχοστασία εν ημίν· αλλ’ ώσπερ έχομεν έν βάπτισμα, μίαν πίστιν, ούτω και συμφωνίαν μίαν επί παντός πράγματος. Και η ειρήνη του Θεού, η υπερέχουσα πάντα νουν, εις έν συναγάγοι ημάς και τα διηρημένα ενώσειε, και το χρόνιον έλκος ιάσαιτο, και εν ευρωστία πίστεως ακραιφνούς και αληθούς ομολογίας και συμφωνίας στηρίξειε πάντας και φρουρήσειε την Αγίαν Αυτού Εκκλησίαν…» Αμήν. (Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως «Απολογητικός προς τον λαόν», «Θεολογία» Δεκέμβριος 1954, σελ.497).