English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 
Εκκλησία και Εθελοντισμός
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου 
                                                                                           6.11.2010    
 
Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους υπευθύνους του σημερινού συνεδρίου που μου δίνουν την ευκαιρία, με το θέμα που μου ανάθεσαν να αναπτύξω «Εκκλησία και Εθελοντισμός», να παρουσιάσω τη θέση της Εκκλησίας γύρω από την κοινωνική αυτή προσπάθεια και το επαινετό αυτό κίνημα.
          Στη Χριστιανική Εκκλησία που έχει ως αρχή της την ελευθερία και όχι τον εξαναγκασμό, σε κάθε πτυχή της ζωής, ο εθελοντισμός κατέχει μιαν ιδιαίτερη και προνομιακή θέση. Δεν είναι μόνον το «όστις θέλει» που απηύθυνε ο Χριστός, είναι και πολλές άλλες διατάξεις και προτροπές πολλών εκκλησιαστικών ανδρών. Αναφέρω ενδεικτικά τον Απόστολο Παύλο, που πολύ ξεκάθαρα, συμβουλεύει ότι η οποιαδήποτε φιλανθρωπία ή εξυπηρέτηση δεν πρέπει να γίνεται «εκ λύπης ή εξ ανάγκης». Και συμπληρώνει: «Ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός». Μα κι Μέγας Βασίλειος διακηρύττει: «Θεώ ου το ηναγκασμένον φίλον. Αρετή γαρ εκ προαιρέσεως και ουκ εξ ανάγκης γίνεται». Αν είσαι αναγκασμένος να κάμεις κάτι, όσο σπουδαίο και να ’ναι αυτό το κάτι, χάνει την αξία του. «Όπου γαρ ανάγκη και ειμαρμένη κρατεί, ουδεμίαν έχει χώραν το προς αξίαν». Όπου επικρατεί η τύχη και η ανάγκη, δεν μπορείς να μιλήσεις για αξίαν και προσπάθειαν. Ο εθελοντισμός δηλαδή  τίθεται – έστω και αν δεν κατονομάζεται – ως κορωνίδα σε κάθε προσπάθεια της Εκκλησίας.
     Όλες οι σχετικές διατάξεις της Εκκλησίας, οι νόμοι και οι προτροπές της, επαφίονται στην καλή προαίρεση των μελών της, στον εθελοντισμό των χριστιανών.
Ξεκινώντας από την Παλαιά Διαθήκη, δια της οποίας ο Θεός  προετοίμαζε τον κόσμο για να δεχτεί την θείαν αποκάλυψη, θα δούμε ότι υπάρχουν πολλές διατάξεις και προτροπές για επιτέλεση της φιλανθρωπίας,  στις οποίες φαίνεται ο εθελοντικός χαρακτήρας τους. Τα ευεργετικά αποτελέσματά τους στους οποιουσδήποτε αποδέκτες, είναι αποτέλεσμα τους εθελοντισμού των πιστών.
α) Στο Δευτερονόμιο υπάρχει διάταξη που απευθύνεται στους ευσεβείς Εβραίους και τους προτρέπει να μη θερίζουν πλήρως ένα αγρό, ούτε να τρυγούν πλήρως ένα αμπέλι, ούτε και να μαζεύουν για δεύτερη φορά τις ελιές από τα ελαιόδεντρα. Θα ’πρεπε να μείνει και μια ποσότητα για τους φτωχούς. Αυτή τη διάταξη την εφαρμόζουν ακόμα και σήμερα πολλοί Χριστιανοί, αφήνοντας εθελοντικά, εκ προαιρέσεως, ένα μέρος των εισοδημάτων τους στους έχοντας ανάγκη.
β) Στην Παλαιά Διαθήκη υπάρχει και η διάταξη της δεκάτης. Το 1/10 των εσόδων της παραγωγής, θα ’πρεπε ο ευσεβής Ισραηλίτης να το δίνει για τους φτωχούς, τις χήρες, τα ορφανά και τους λευΐτες. Την δεκάτη την ζήσαμε και εμείς ως υπόδουλοι στους Άγγλους. Σ’ εμάς, όμως, δεν ήταν εθελοντική προσφορά, ήταν υποχρεωτικός φόρος. Στην Παλαιά Διαθήκη ήταν προτροπή που επαφίετο στον εθελοντισμό των ευσεβών Εβραίων.
γ) Ολόκληρη εξάλλου, η Παλαιά Διαθήκη είναι γεμάτη από προτροπές για την αντιμετώπιση της φτώχειας και των άλλων αναγκών των συνανθρώπων: «Ανοίγων ανοίξεις την χείρα σου των αδελφώ σου τω πένητι και τω αδελφώ σου τω επιδεομένω (Δευτ. ιε΄, 11). «Ως σοι υπάρχει κατά το πλήθος, ποίησον εξ αυτών ελεημοσύνην» (Τωβίτ.) «Μη αποστρέψης το πρόσωπόν σου από πτωχόν. Από δεομένου μη αποστρέψης οφθαλμόν» (Τωβίτ.). «Διάθρυπτε πεινώντι άρτον σου και πτωχούς αστέγους είσαγε εις τον οίκον σου. Εάν ίδης γυμνόν περίβαλε» (Ησαΐας).
δ) Τέλος ένα από τα καθήκοντα του Μεσσία, την έλευση του οποίου προαναγγέλλει όλη η Παλαιά Διαθήκη, θα είναι να υπερασπιστεί τα δικαιώματα των ενδεών και των φτωχών, αφού αυτός «κρινεί τους πτωχούς του λαού και σώσει τους υιούς των πενήτων» (Ψαλμ. 71, 4), και θα σταλεί «ευαγγελίσασθαι πτωχοίς».
Έτσι η φιλανθρωπία και η ελεημοσύνη, που είναι τοποθετημένες σε εθελοντική βάση, αποτελούν ουσιώδες στοιχείο της αληθινής βιβλικής ευσέβειας ταυτόχρονα έχουν, και μιαν κοινωνική διάσταση. Στοχεύουν στη θεραπεία κοινωνικών ανισοτήτων και στην αποφυγή κοινωνικών αναταραχών.
Στην Καινή Διαθήκη η φιλανθρωπία παραμένει πάντα σε εθελοντική βάση, παίρνει άλλη σημασία, αποκτά καθαρά θρησκευτικό χαρακτήρα. Ο άνθρωπος έχει αξία ως ψυχή. «Ηγοράσθη τιμής». Δεν ελυτρώθη «αργυρίω ή χρυσίω» αλλά, «τιμίω αίματι ως αμνού αμώμου και ασπίλου Χριστού». Γι’ αυτό κι η επιτέλεση της φιλανθρωπίας προς τον άνθρωπο αντανακλά στον ίδιο τον Θεό. Ο ίδιος ο Χριστός είπε: «Εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου, εμοί εποιήσατε». Έχει λοιπόν, πέραν της εθελοντικής χροιάς,  και μια θεολογική πτυχή η επιτέλεση της φιλανθρωπίας.
Η θέση της Εκκλησίας στο θέμα του εθελοντισμού δίνεται αριστοτεχνικά στην παραβολή του Καλού Σαμαρείτη. Και ο Καλός Σαμαρείτης γίνεται το πρότυπο του Χριστιανού εθελοντή.
Αναφέρω πολύ σύντομα την παραβολή προκειμένου να γίνει εύκολα αντιληπτή η αντιστοιχία:
Ζήτησε κάποιος νομικός να μάθει για τις προϋποθέσεις της αιώνιας ζωής. Κι ο Χριστός του επιβεβαίωσε εκείνο που ο νόμος έλεγε «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Κι εκείνος, για να δικαιολογηθεί, ρώτησε «και τις εστί μου πλησίον;». Ποιος είναι ο πλησίον μου για να τον αγαπήσω σαν τον εαυτό μου; Με αφορμή αυτή την ερώτηση ο Χριστός εκφώνησε την παραβολή.
Κάποιος Ιουδαίος που πήγαινε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ έπεσε σε ληστές. Αυτοί τον λήστεψαν, τον γύμνωσαν, τον τραυμάτισαν και τον εγκατέλειψαν. Κάποιος ιερεύς – της Μωσαϊκής ιερωσύνης – περνούσε απ’ εκεί, είδε τον τραυματισμένο αλλά δεν σταμάτησε. Το ίδιο κι ένας λευΐτης, ένας κατώτερος κληρικός. Ένας Σαμαρείτης, όμως, παραδοσιακός εχθρός των Ιουδαίων, περνώντας κατέβηκε από το ζώο του, περιποιήθηκε τις πληγές του, τον έβαλε στο ζώο του και τον πήρε στο κοντινότερο πανδοχείο – νοσοκομείο. Έμεινε μαζί του το βράδυ, παρακολούθησε τη θεραπεία και το πρωΐ φεύγοντας έδωσε δυο δηνάρια, αρκετά σημαντικό ποσό, στον ιδιοκτήτη του πανδοχείου, για τα έξοδα της θεραπείας. Του είπε, μάλιστα, ότι θα επιστρέψει, να πληροφορηθεί προσωπικά για την πρόοδο της υγείας του τραυματία και να πληρώσει ό,τι επιπλέον χρωστά.
Ρώτησε τότε ο Χριστός τον νομικό: «Ποιος νομίζεις ότι έγινε πλησίον σ’ αυτόν που έπεσε στους ληστές;». Ο νομικός ρώτησε «ποιος είναι ο πλησίον μου;» (στατικό ερώτημα). Ο Χριστός ρώτησε «ποιος έγινε;», δυναμικό το ερώτημα. Και η απάντηση ήταν φυσική: Ο Σαμαρείτης, εκείνος που τον ευσπλαχνίστηκε.
  Στην παραβολή αυτή φαίνονται τα χαρακτηριστικά της εθελοντικής προσφοράς προς ανακούφιση του συνανθρώπου. Τα συγκεφαλαιώνω:
α) Ο εθελοντής προσφέρει τις υπηρεσίες του προς όλους. Η προσφορά του είναι προσφορά «άνευ όρων και ορίων». Ο Σαμαρείτης έδειξε την αγάπη του σ’ ένα πληγωμένο Ιουδαίο, σ’ ένα δηλαδή κατά παράδοση εχθρό του, διδάσκοντας έμπρακτα ότι η προσφορά πρέπει να επεκτείνεται προς όλους.  Αρχίζει βέβαια από τους ανθρώπους του στενού οικογενειακού μας περιβάλλοντος, με τους οποίους μάς συνδέουν δεσμοί αίματος. Επεκτείνεται ύστερα στους ομοεθνείς μας, με τους οποίους έχουμε κοινή θρησκεία και πατρίδα. Φτάνει όμως σε όλους τους ανθρώπους, ακόμα και τους εχθρούς μας, με τους οποίους έχουμε την κοινή ανθρώπινη φύση.
β) Ο εθελοντής προσφέρει τις υπηρεσίες του αθόρυβα και ανιδιοτελώς. Ο Σαμαρείτης πρόσφερε τις υπηρεσίες του χωρίς τυμπανοκρουσίες σ’ ένα γυμνό άγνωστό του. Δεν τον γνώριζε προηγουμένως και δεν θα μπορούσε να προσδοκά κάποιαν ανταπόδοση για τις ενέργειές του.
Σήμερα οι άνθρωποι, που ζουν εκτός του πνεύματος του εθελοντισμού και του Χριστιανισμού, πριν εκδηλωθούν, πριν ξανοιχθούν προς τους συνανθρώπους τους, κάμνουν τους υπολογισμούς τους: Θα επισκεφθούν κάποιον άρρωστο, αν κι εκείνος τους επεσκέφθη όταν βρίσκονταν στην ίδια κατάσταση ή αν υπολογίζουν ότι θα τους επισκεφθεί όταν βρεθούν σ’ αυτή. Θα συγχαρούν κάποιον σε μιαν περίσταση χαράς του ιδίου ή της οικογένειάς του, αν προσδοκούν ανάλογη ανταπόδοση απ’ αυτόν. Ενεργώντας έτσι όμως, κάνουμε πράξεις ισολογισμού, ασκούμε εμπόριο, δεν συμπεριφερόμαστε ως άνθρωποι με αισθήματα.
γ) Η εθελοντική προσφορά δεν εξαντλείται σε φιλανθρωπία της στιγμής. Είναι ολοκληρωμένη αγάπη. Ο Σαμαρείτης δεν θεώρησε ότι έκαμε το καθήκον του με το να παραδώσει τον τραυματία στο πανδοχείο. Μεριμνά για την πλήρη αποθεραπεία, δίνοντας «δύο δηνάρια τω πανδοχεί».
Πολλές φορές εμείς ενεργούμε κάτω από το συναίσθημα της στιγμής. Βλέποντας στην τηλεόραση τη φτώχεια και την ανέχεια που μαστίζει πολλές χώρες της Αφρικής, οδηγώντας στο θάνατο πολλούς ανθρώπους, ευαισθητοποιούμαστε και δίνουμε κάποια ελεημοσύνη. Το ίδιο κάνουμε όταν η τηλεόραση μάς φέρει αντιμέτωπους με τη δυστυχία κάποιων σεισμοπαθών ή των θυμάτων ενός πολέμου. Την άλλη μέρα, όμως, ξεχνούμε κι επανερχόμαστε στην ηρεμία της καθημερινότητάς μας. Αν εξετάζαμε, ακόμα, κάπως πιο επισταμένα τον εαυτό μας θα βλέπαμε ότι πολλές φορές δίνουμε λίγα, από τα πολλά που έχουμε, για να καθησυχάσουμε τη συνείδησή μας και να απολαμβάνουμε τα άλλα, τα πολλά που μας μένουν, χωρίς τις τύψεις της. Δεν έχει δηλαδή η αγάπη μας το στοιχείο της μονιμότητας. Δεν είναι ολοκληρωμένη αγάπη.
δ) Η εθελοντική προσφορά, τέλος, δεν περιλαμβάνει μόνο ή κυρίως τα υλικά αγαθά. Επεκτείνεται σε όλες τις ανάγκες του ανθρώπου. Ο Σαμαρείτης δεν υπόσχεται να στείλει τυχόν επί πλέον έξοδα. Θα περάσει ο ίδιος να πληροφορηθεί για τη θεραπεία (εγώ εν τω επανέρχεσθαί με…) Μπορεί ο άλλος να είχε ανάγκη μιας κουβέντας, λίγης παρέας, ενός ενθαρρυντικού λόγου.
Και πράγματι σήμερα, με τη βαναυσότητα του σύγχρονου πολιτισμού, η μοναξιά είναι η μεγαλύτερη μάστιγα της κοινωνίας. Μέσα στις πολυπληθείς πόλεις ο άνθρωπος ανωνυμοποιείται, ζει μόνος και πεθαίνει μόνος. Η κραυγή τού για τριανταοκτώ χρόνια παράλυτου της Βηθεσδά, «άνθρωπον ουκ έχω», κατάντησε να ’ναι κραυγή αγωνίας όλων των σημερινών ανθρώπων. Μιμούμενοι τον Σαμαρείτη θα πρέπει να γινόμαστε άνθρωποι για τον κάθε συνάνθρωπό μας, σε όλες τις ανάγκες του.
Αυτή λοιπόν είναι η θέση της Εκκλησίας απέναντι στα ιδεώδη και στις επιδιώξεις, αλλά και στο συνολικό ρόλο του εθελοντισμού στην κοινωνία.  Κι αφού γίνεται χωρίς τυμπανοκρουσίες, οποιαδήποτε, εθελοντική, έστω, προσφορά της Εκκλησίας, δεν θα είχε νόημα η οποιαδήποτε αναφορά σε σειρά έργων που αυτή κάνει, υπηρετώντας τον κάθε άνθρωπο που έχει ανάγκη.
Πολύ συνοπτικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Εκκλησία απευθύνεται στην ανθρωπιά του καθενός μας για την αντιμετώπιση κάθε είδους ανάγκης των συνανθρώπων μας. Όπως ακριβώς κάνει, ο εθελοντισμός. Γι’ αυτό κι είναι προτροπή της Εκκλησίας προς όλους να πυκνώσουν τις τάξεις του εθελοντισμού και να βοηθήσουν στην υλοποίηση των ευγενών επιδιώξεών του. Η έκκληση αυτή, μαζί με την έκφραση της ευαρέσκειάς της για τη συνολική δράση του Εθελοντισμού στην επαρχία μας, είναι και το μήνυμα της Εκκλησίας στο σημερινό συνέδριο.