English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

ΟΜΙΛΙΑ
Στην παρουσίαση του βιβλίου «Κυπριακοί Αντικατοπτρισμοί»
                                                                              Πάφος 20.11.2010
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου
 
Ευχαριστώ του υπευθύνους της αποψινής εκδήλωσης, που μου δίνουν την ευκαιρία ενός ολιγόλεπτου χαιρετισμού. Συγχαίρω ταυτόχρονα το ίδρυμα «Πολύκαρπος Γιωρκάτζης» και ιδιαίτερα τον κ. Χρίστο Χρηστίδη για τον εντοπισμό και την έκδοση των 100 κειμένων Ελλήνων πνευματικών ανθρώπων που αναφέρονται στον επικό αγώνα της ΕΟΚΑ, στο βιβλίο «Κυπριακοί Αντικατοπτρισμοί», Αθήνα 1955 -1959, η παρουσίαση του οποίου γίνεται απόψε προς το κοινό της Πάφου.
Ξέρω πως σ’ ένα χαιρετισμό δεν υπεισέρχεσαι στην ουσία του θέματος, αλλά αρκείσαι στην επιφάνεια και στους συμβατικούς τύπους. Θα ήθελα, όμως, να μου επιτρέψετε μιαν κάπως εκτενέστερη αναφορά στον μεγαλειώδη εκείνο αγώνα, αλλά και σε μερικές καίριες αναφορές των συγγραφέων των άρθρων, εν σχέσει πάντοτε προς τη σημερινή πορεία του εθνικού μας προβλήματος. Δεν θα έδινα άλλο νόημα στην αποψινή παρουσία μου εδώ.
Πενήντα πέντε  χρόνια ύστερα από την έναρξη του απελευθερωτικού μας αγώνα, μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε, σήμερα, το μεγαλείο του. Ο αγώνας εκείνος υπήρξε όντως επικός, μια κορυφαία στιγμή της ιστορίας μας. Υπήρξε μια μοναδική ρωμαλέα εξόρμηση του Κυπριακού Ελληνισμού από την ταπείνωση της δουλείας αιώνων στα ύψη των εθνικών του πόθων.
Υποταγμένος για αιώνες πολλούς, από το 1191, σε ξένους δυνάστες, ο Κυπριακός Ελληνισμός δεν χάρισε την ψυχή του σε κανένα, αλλά γρηγορούσε συνεχώς. Ούτε κι άφησε τη σκουριά της δουλείας να σκουριάσει το πολύτιμο εθνικό μέταλλο. Το πάθος της ελευθερίας, καθοριστικό στοιχείο του χαρακτήρα όλων των Ελλήνων, σιγόβραζε μέσα του. Από την κλασσική Ελλάδα, όπου διακηρυσσόταν, έργοις και λόγοις, ότι «εύδαιμον το ελεύθερον» και «ελεύθερον το εύψυχον», από την παλιγγενεσία του 1821 με το λακωνικό «ελευθερία ή θάνατος», από το στεντόρειο «όχι» του ’40, ο Κυπριακός Ελληνισμός πήρε πολλά διδάγματα. Κι έτσι, σε χρόνο που ο ξένος δυνάστης εθεωρείτο δυσπολέμητος, ακόμα κι από τα ισχυρότερα κράτη του κόσμου, μικρός λαός και άοπλος αυτός, ανέλαβε το γιγάντιο έργο υπέρ της ελευθερίας και της δικαιοσύνης που έπρεπε άλλοι, αντ’ αυτού, να είχαν αναλάβει.  
Ξεκινώντας τον αγώνα του ο Κυπριακός λαός έβαλε στόχους υψηλούς, εκείνους που επέβαλλε η τρισχιλιετής ιστορία του. Τα τόσα χρόνια των δεινών και της δουλείας είχαν χαλκεύσει μέσα του ισχυρό τον πόθο για την εθνική του αποκατάσταση. Κι η θρησκευτική του πίστη τον ωθούσε ισχυρά για επιδίωξη της δικαιοσύνης. Όσα έγιναν, κατά τη διάρκεια εκείνου του αγώνα, υπερέβησαν κάθε μέτρο μεγαλουργίας και θα μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με τις πράξεις των αρχαίων προγόνων μας, των Σαλαμινομάχων και των Μαραθωνομάχων. Τα ξένα συμφέροντα, όμως, και οι διεθνείς δολοπλοκίες δεν επέτρεψαν, ώστε το αποτέλεσμα του αγώνα να είναι αντάξιο των θυσιών του λαού μας και του αίματος που χύθηκε. 
Μερικοί σήμερα αποφαίνονται πως εκείνος ο αγώνας ήταν ένα λάθος. Πως δεν θα έπρεπε να τα είχαμε βάλει με μιαν υπερδύναμη. Πως θάπρεπε να είχαμε μετρήσει καλά τις δυνάμεις μας και να είχαμε αρκεστεί σ’ όσα και όποτε, οικειοθελώς, ήθελε μας προσφέρει ο κατακτητής. Μα αν ήταν έτσι, λάθος θα ήταν και η μάχη στις Θερμοπύλες, λάθος θα ήταν και η άρνηση του Παλαιολόγου να παραδώσει την Πόλιν, λάθος και το έπος του ’40. Αφού ο εχθρός θα περνούσε, προς τι η αντίσταση; Μα τι είναι τότε ορθό; Μήπως ο ραγιαδισμός κι ο εθνικός εξευτελισμός;
Είναι εύκολο, εκ των υστέρων, μέσα σε νέες συνθήκες και με την εμπειρία που αποκτήθηκε, να κρίνεται ένα γεγονός. Ένα γεγονός, όμως, θα πρέπει να κρίνεται στις συνθήκες που πραγματοποιήθηκε, στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της εποχής. Ποιος μπορεί να εκτιμήσει τι θα σοφιζόταν, χωρίς τον αγώνα της ΕΟΚΑ, ο κατακτητής; Και ποιος προεξοφλά πως δεν θα μεμφόμασταν, σήμερα, τους εαυτούς μας αν μέναμε απαθείς, δούλοι νομιμόφρονες, ανάξιοι των Ελλήνων προγόνων μας; Φταίει ο αγώνας αν δεν μπορέσαμε να διαχειριστούμε τα αποτελέσματά του;
Κι ακριβώς γι’ αυτό το λόγο παίρνει ιδιαίτερη αξία η συγκέντρωση των άρθρων των πνευματικών ανθρώπων της εποχής εκείνης, που δημοσιεύτηκαν στις Αθηναϊκές εφημερίδες, και έβλεπαν τα γεγονότα του αγώνα τον καιρό που διαδραματίζονταν. Απαλλαγμένα από κάθε σκοπιμότητα υστερινή, τα άρθρα αυτά, περιγράφουν το μεγαλείο της φυλής σε μια από τις σπουδαιότερες εξάρσεις της. Κι είναι ασφαλώς οδοδείκτες και για τους σημερινούς δύσκολους καιρούς, αλλά και ράπισμα στη ραθυμία μας.
Γράφει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος στις 7/10/1956 στο άρθρο του «Παιδιά της Κύπρου», αναφερόμενος στους αγωνιστές της ΕΟΚΑ: «Μέσα τους υπάρχει πείρα αιώνων, η πείρα μιας μεγάλης και βασανισμένης φυλής, που πρώτη την ένιωσε την αξία της ελευθερίας. Ένα πλήθος φωνές μιλούν στην καρδιά τους. Είναι πρόγονοι που έκλαψαν, που επαιδεύτηκαν σκληρούς παιδεμούς, που έχασαν τη ζωής τους παραπατώντας μεσ’ το σκοτάδι...». Στέκει με θαυμασμό μπροστά σ’ αυτούς που πήραν την «απόφαση του θανάτου που είναι και η μεγαλύτερη απόφαση της νίκης». Και φιλοσοφώντας σ’ αυτή την απόφαση συμπεραίνει πως «η ευγλωττία του γεγονότος εξευτελίζει την ευφράδεια των ανθρώπων. Άδειος και μάταιος φαίνεται, πολύ συχνά, ο λόγος όταν αποφασίζει ν’ αναμετρηθεί με ό,τι είναι πνεύμα θυσίας και απόφαση θανάτου». Κόλαφος τα λόγια αυτά για πολλούς τότε, και περισσότερους σήμερα. Ελευθερία και απελευθέρωση αντικαταστάθηκαν σήμερα με την «επανένωση».
Κι ο Δημήτρης Ψαθάς σε άρθρο του, την επομένη της έναρξης του αγώνα, στις 2 Απριλίου 1955 σημειώνει πως: «... ο λαός αυτός δεν λογάριασε ποτέ τον αριθμό, τα μέσα και τις διαστάσεις του αντιπάλου. Ίσα –ίσα που η μοίρα του τόχει να ορθώνεται, ανέκαθεν, μπροστά σε κολοσσούς, όταν πρόκειται για θέματα που αφορούν τη λευτεριά και την αξιοπρέπειά του». Υπόμνηση απαραίτητη σε κάθε εποχή, αφού ο Ελληνισμός δεν είχε ποτέ την εύνοια των αριθμών, κι όμως μεγαλουργούσε.
Επισημαίνοντας τις αξίες που τροφοδοτούσαν εκείνο τον αγώνα, η Μαρία Ράλλη, στις 4 Απριλίου 1956, στο άρθρο της «Ολόκληρο το νησί είναι ΕΟΚΑ», λέει επιγραμματικά: «Κάθε ράσο στην Κύπρο είναι ένα λάβαρο. Κάθε σήμαντρο, ένα εγερτήριο σάλπισμα». Σήμερα που τα σήμαντρα για πολλούς προκαλούν ηχορύπανση κι η ανέγερση εκκλησιών αντιστρατεύεται τις περιβαλλοντικές ευαισθησίες άλλων, πώς θα δημιουργήσεις υπόβαθρο αγώνα; Κι είναι ο ίδιος λαός, μόλις μια γενιά από τον ιερό εκείνο αγώνα!
Πολλές από τις επισημάνσεις εκείνων των άρθρων ισχύουν ιδιαίτερα σήμερα, πράγμα που είναι πολύ χρήσιμο να έχουν υπόψη τους εκείνοι που διαχειρίζονται το μέλλον του τόπου. Λέει ο Χριστόφορος Χρηστίδης στις 23/1/1957: «Οι Βρεταννοί έχουν πολλαπλασιάσει τις αποδείξεις ότι αποτελούν στοιχείο διχόνοιας, συγκρούσεων, γκαγκστερισμών, και αλλού, αλλά και στην Κύπρο». Κι ο Παύλος Παλαιολόγος, αμέσως μετά τη λήξη του αγώνα, στις 15 Μαρτίου 1959 γράφει: «Δαιμόνιος τορπιλλοθέτης, η Βραταννική διπλωματία έσπειρε με τορπίλλες το Κυπριακό έδαφος».
Συγκινεί ιδιαίτερα μια αποτίμηση του αγώνα από τον Παύλο Παλαιολόγο: «...Τα κατάστιχα της Ιστορίας δεν είναι κατάστιχα εμπορικών για να αντικρίζει με απόλυτη ισοσκέλιση η μερίδα του δούναι τη μερίδα του λαβείν. Μέσα στους τόμους της Ιστορίας υπάρχουν και σελίδες χωρίς αντίκρισμα, οι σελίδες της λεβεντιάς. Η λεβεντιά στην υπηρεσία ενός σκοπού. Αλλά και όταν ο σκοπός δεν επιτευχθεί, όταν το ύψος της προσφοράς δεν είναι ανάλογο με το ύψος της αποδόσεως, δεν είναι μικρό το κέρδος που αφήνει η λεβεντιά σαν λεβεντιά». Και πράγματι: Λεωνίδας, Κων/νος Παλαιολόγος, Αυξεντίου με την πτώση τους φώτισαν περισσότερο από πολλές νίκες.
Μερικά κείμενα είναι συγκλονιστικά. Αγγίζουν τις πιο ευαίσθητες χορδές της ψυχής μας, όταν σκεφτούμε από πού ξεκινήσαμε και πού καταντήσαμε. Παράδειγμα το κείμενο του Λουκή Ακρίτα «Αντιμέτωποι της Ιστορίας», μετά την υπογραφή των συμφωνιών της Ζυρίχης. Γράφει, λοιπόν: «...Σήμερον που συνετελέσθη μια βιαία μεταβολή εις τον χώρο της Κυπριακής Ιστορίας, ας επιτραπεί εις ένα Κύπριον, που έζησε με το όνειρο της Ενώσεως, να διατυπώσει το πένθος του με τα δάκρυα που βρέχουν τα σημερινά του χειρόγραφα». Πού να ζούσε σήμερα, με το βάραθρο που ξανοίγεται μπροστά μας!
Άλλα, πάλιν, κείμενα, μ’ ένα σαρκαστικό ύφος, στέλλουν μηνύματα διαχρονικά. Ο Κώστας Βάρναλης, στο άρθρο του «Η υποδοχή του Εθνάρχη» αναφέρεται στην απαράδεκτη στάση της Ελληνικής Κυβέρνησης στον απελευθερωθέντα από τις Σεϋχέλλες Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και λέγει: «...Και θα βεβαιώθηκε ( ο Μακάριος) για χιλιοστή φορά, πως αν ήθελε νάναι καλοδεχούμενος της Κυβέρνησης και των ξένων, θά ’πρεπε νά ’ναι δούλος και της μεν και των δε. Θά ’τανε ο πρώτος  - μεταξύ των δούλων – κι όχι ο τελευταίος – μεταξύ των αδούλωτων -. Και να μετρούσε τα λόγια του. Κι όχι να μιλάει για αποικιοκράτες, για αυτοδιάθεση και γι’ αγώνες απελευθερώσεως...».
Καιρός όμως να τελειώνω. Καταχράστηκα, ήδη, τον χρόνο σας. Και θάθελα να πω πως ο αγώνας της ΕΟΚΑ, αντικείμενο του βιβλίου που παρουσιάζουμε απόψε, αποτελεί για μας τους Κυπρίους τη συνισταμένη όλων των αγώνων της φυλής. Σ’ αυτό θα βρούμε τα στέρεα βάθρα και του σημερινού, δυσκολότερού μας αγώνα, που με αγωνία αποζητούμε. Αν οκτώ αιώνες δουλείας και στυγνής τυραννίας δεν ίσχυσαν να κάμψουν το αδούλωτο φρόνημα το λαού, το ίδιο αίσθημα εθνικής τιμής υπαγορεύει τώρα και σ’ εμάς το χρέος να παραμείνουμε όρθιοι. Και χρησιμοποιώ πάλιν ωραίες φράσεις από τα άρθρα του βιβλίου που παρουσιάζουμε: «Εύκολοι σε ουτοπίες δεν είμαστε. Ξέρουμε ότι η διπλωματία και μάλιστα η Αγγλική, δεν είναι από τις μαγιές που ζυμώνονται με δάκρυα» (Π. Παλαιολόγος, «Το τείχος των μητέρων» 17/3/1957). Θα πρέπει, όμως, νάμαστε έτοιμοι και για θυσίες. Με ευχολόγια ή αιτιάσεις ότι υπάρχουν δυσκολίες, αγώνας δεν γίνεται. Με περίσκεψη αλλά και πνεύμα θυσίας θα πρέπει να προχωρήσουμε. Κι όπως σημειώνει ο Δ. Ψαθάς: «Οι θυσίες – οι κρεμάλες λέει, γιατί αναφέρεται στον απαγχονισμό του Παλληκαρίδη, – δεν αποτελούν εμπόδιο της λευτεριάς. Σημάδια είναι, σταυροί θυσίας, που φωτίζουν και δείχνουν το δρόμο στους αγωνιστές». Και να μην ξεχνούμε, όπως ο Ψαθάς πάλι λέει, ότι: «δεν υπάρχει μεγαλύτερη έκφραση του πολιτισμού από τον αγώνα για τη λευτεριά».
Και σ’ όσους με αφέλεια και επιπολαιότητα, ή με συνειδητή ευκαμψία διαχειρίζονται, σε κρίσιμες ώρες, το εθνικό μας θέμα, λέει ο Λουκής Ακρίτας: «Ουδείς εις τον κόσμον τούτον έχει το δικαίωμα να υψώνει την οιανδήποτε προσωπικότητά του υπεράνω της μοίρας ενός λαού... Δι’ όλους ανεξαιρέτως... υψώνεται σήμερον και διά το μέλλον, η αμείλικτη κρίσις της Ιστορίας. Η κρίσις αυτή ούτε πλαστογραφείται, ούτε παραγράφεται...». (Αντιμέτωποι της Ιστορίας 14/2/1959). Και τότε κάποιοι διερωτούνταν για το θράσος αυτών που κυβερνούσαν στην Ελλάδα για εκπτώσεις στα εθνικά θέματα. Λέει η Ρόζα Ιμβριώτη: «Πώς, άνθρωποι που βρέθηκαν στην εξουσία για 3-4 χρόνια, μπορούν να θάψουν τις νόμιμες διεκδικήσεις ενός λαού εις το διηνεκές; (Η Κυπριακή Νεολαία και το «Διηνεκές», σελ. 253).
Τελειώνω πάλιν με μιαν πρόταση του Λουκή Ακρίτα που ισχύει, πολύ περισσότερο από κάθε άλλη εποχή, σήμερα: «...εις την ψυχήν παντός Έλληνος, παντός ελευθέρου ανθρώπου, πλανάται το πένθος. Υπάρχει το πικρό αίσθημα της συνθηκολογήσεως εις ένα από τους πλέον σκληρούς και πλέον δραματικούς αγώνας ελευθερίας...». Θα πρόσθετα ότι υπάρχει, δυστυχώς, το αίσθημα του ξεπουλήματος της πατρίδος. Γι’ αυτό κι ας αφυπνιστούμε. Δεν είμαστε ούτε στο παρά πέντε, ούτε στο παρά ένα. Είμαστε στο μεταίχμιο της Τουρκοποίησης της πατρίδας μας. Το χρέος είναι δικό μας...
Συγχαίρω, και πάλιν, το ίδρυμα «Πολύκαρπος Γιωρκάτζης» και όλους εκείνους που εργάστηκαν για τον απαρτισμό του υπέροχου βιβλίου «Κυπριακοί Αντικατοπτρισμοί».