English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

«ΚΥΠΡΙΑ ΜΗΝΑΙΑ»*
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου
         Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους υπευθύνους της αποψινής εκδήλωσης για την τιμή που μου κάνουν, να μου έχουν αναθέσει την παρουσίαση του ενδεκάτομου έργου «Κύπρια Μηναία» που εξέδωσε, με πολλή φροντίδα, η Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου. Καταλαβαίνετε ότι δεν πρόκειται για μια παρουσίαση οποιουδήποτε έργου. Έντεκα τόμοι και 149 συνολικά ακολουθίες δεν είναι δυνατόν να παρουσιαστούν αναλυτικά. Γι’ αυτό και θα αναφερθώ, με γενικό τρόπο, στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε και υπήρχε για χρόνια και στον τρόπο επίλυσής του, καθώς και στις γενικές αρχές που ακολουθήθηκαν. Θα αναφερθώ επίσης στα εξωτερικά χαρακτηριστικά των τόμων και στους συντελεστές του έργου.
Κοντά στην Παλαιστίνη, όπου διαδραματίστηκαν γεγονότα «σαλεύσαντα τα άνω και τα κάτω»,κατά την υμνολογία της εβδομάδας που διανύουμε, εκεί όπου ιδρύθηκε το πρώτον επί της γης η Εκκλησία του Χριστού και ελληνική από την αυγή της ιστορίας της, η πατρίδα μας, η Κύπρος, ευνοήθηκε υπέρμετρα από τον Θεόν. Τόσο η εγγύτητά της προς την Αγία Γη, όσο και το ελληνικό υπόβαθρό της, οδήγησαν εδώ πολύ νωρίς τους Αποστόλους Βαρνάβα και Παύλο, συνεπικουρούμενους και από τον Μάρκο, όπου και εγκαθίδρυσαν την πρώτη Εκκλησία σε Ευρωπαϊκό έδαφος.
          Εκεί που ελατρεύετο η Αφροδίτη και υπήρχε ηθικός ξεπεσμός, ακούστηκαν νέες ιδέες, κηρύχθηκαν άλλα ήθη, έγινε αναδόμηση αξιών. «Την ακανθώδη θρησκείαν των ειδώλων εκριζώσαντες», οι άγιοι Απόστολοι, «κλίμα κατεφύτευσαν» της αρετής. Η Κύπρος κατέστη έκτοτε το εργαστήριο της αρετής και της αγιότητος, αναδεικνύοντας πολλούς αγίους, «κρίνα αειθαλή και παγκόσμια, δένδρα ουρανομήκη και ευσκιόφυλλα, καρπούς αθανάτους του Παναγίου Πνεύματος», όπως γράφει, αναφερόμενος σε άλλη περίπτωση ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης.
* Ομιλία που έγινε κατά την παρουσίαση του έργου «Κύπρια Μηναία» στην παλαιάν Αρχιεπισκοπή στις 4/5/2011.
          «Τόπος γεννήσεως αγίων» (αγιοτόκος τόπος, κατά τον Φιλόθεο Κόκκινο), «δεξαμένη την κολυμβήθρα αγιότητος», «περιώνυμος και σεβάσμιος χώρος»,  κατέστη και της «αγιωσύνης επώνυμος» η Κύπρος.
          Όλοι αυτοί οι άγιοι: Αρχιεπίσκοποι, Ιεράρχες, Όσιοι, Ομολογητές και Μάρτυρες, ανέδειξαν την Κύπρο σε περίοπτο θρησκευτικό μέρος. Και βέβαια η ανάδειξη αγίων προσώπων συνεχίζεται μέχρι σήμερα αδιάκοπα στην Κυπριακή Εκκλησία, αφού η χάρις του Αγίου Πνεύματος το οποίον «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας», αλλοιώνει θεουργικώς και σήμερα τους φίλους του Θεού, που βεβαιώνουν με τον τρόπο της ζωής τους και την αγγελική τους πολιτεία την παρουσία του Θεού μέσα στο σύγχρονο κόσμο.
          Ο Άγιος νέος ιερομάρτυς Φιλούμενος, των ημερών μας, είναι απλό παράδειγμα. Μα και τα μοναστήρια μας, από τον καιρό του Αγίου Ιλαρίωνος του Μεγάλου, αργότερα του αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου, αλλά και μέχρι τις μέρες μας, αναδεικνύουν συνεχώς στην Κυπριακή Εκκλησία αγίους. Έχει λεχθεί προσφυώς ότι τα μοναστήρια, ως τόπος παρθενικής ζωής, είναι χώροι όπου δεν γεννιούνται νέοι άνθρωποι, αλλά μόνον πεθαίνουν. Είναι όμως τόποι όπου οι άνθρωποι αναγεννώνται, αναμορφώνονται σε θεοειδείς εικόνες του Χριστού, που ξεπερνούν τα μέτρα της βιολογικής ζωής και του θανάτου, που βιώνουν από τον κόσμο αυτό την μέλλουσα ζωή και γίνονται έτσι πόλος έλξης για τους πιστούς, «βακτηρία και υποστηριγμός» αυτών.
          Η οδός της αγιότητας δεν ήταν ποτέ εύκολη. Όλοι οι άγιοι ετελειώθησαν τρέχοντας τον αγώνα «δι’ υπομονής», φέροντας «τα στίγματα του Χριστού εν τω σώματι αυτών» και περιφέροντας τον ονειδισμόν αυτού στην κοινωνία, στα σπήλαια και στις οπές της γης, όπου κι αν έζησαν και εκινήθησαν. Έφθασαν, όμως, στη γη «των πραέων» και έγιναν φάροι τηλαυγείς για τους πιστούς. Λέει πάλιν ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ότι οι Άγιοι πέρασαν και εβίωσαν όλους τους μακαρισμούς του Κυρίου: «Πτωχεύσαντες γαρ τω πνεύματι, επλουτίσθησαν, πενθήσαντες παρεκλήθησαν, πεινάσαντες την δικαιοσύνην εχορτάσθησαν, καθαροί γενόμενοι τη καρδία, τον Θεόν ως δυνατόν εθεώρησαν.»
          Στην Κύπρο ιδιαίτερα, με το παράδειγμά τους, την καθαρότητα της ζωής τους και την αγγελική τους πολιτεία, κράτησαν το λαό στην πίστη του Χριστού σε καιρούς καταιγίδων, σε εποχές επιδρομών αλλοφύλων, στους απέραντους, ασέληνους, αιώνες της δουλείας. «Φως όλοι γεγονότες Θεού, ως θείου φωτός γεννήματα», κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, «έμψυχοι ναοί του Θεού» και «έμψυχα του Θεού σκηνώματα», κατά τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, «μάρτυρες του Χριστού οι πιστοί», κατά την Αποκάλυψη, έγιναν φώτα δεύτερα για τους πιστούς. Αφού φορτίστηκαν από το Πανάγιο Πνεύμα, σαν άλλοι συσσωρευτές, βοήθησαν τον λαό να έχει φως στο δρόμο του σε καιρούς αμάθειας, δουλείας και αποστασίας από τον Θεό.
          Οι Χριστιανοί της Κύπρου έτρεφαν πάντοτε βαθύ σεβασμό προς τους Αγίους, ιδιαίτερα τους τοπικούς, που ήταν «σαρξ εκ της σαρκός και οστούν εκ των οστέων» τους. Για να τους τιμήσουν, έκτιζαν ναούς και παρεκκλήσια, ζωγράφιζαν εικόνες, μαζεύονταν την ημέρα της μνήμης τους και πανηγύριζαν. Επειδή δε, στα έντυπα Μηναία για πολλούς Αγίους δεν υπήρχαν πλήρεις ακολουθίες, οι ευσεβείς πρόγονοί μας διασκεύαζαν ύμνους από άλλους Αγίους. Περισσότερο έντονη ήταν η ανάγκη συντάξεως Ακολουθιών για εκείνους τους τοπικούς Αγίους, των οποίων η τιμή δεν είχε γνωσθεί στην υπόλοιπη Ορθοδοξία και γι’ αυτό τα έντυπα Μηναία τούς αγνοούσαν παντελώς. Η ανάγκη σύνθεσης ειδικών Ακολουθιών,  εκαλύφθη είτε με τη δημιουργία πρωτότυπων ύμνων, είτε με διασκευές από ύμνους άλλων Αγίων. Έτσι διαμορφώθηκαν οι Κυπριακές Ακολουθίες οι οποίες αποτελούνται από συμπληρώσεις ή παραλλαγές των γνωστών Ακολουθιών, οι οποίες περιλαμβάνονται στα Μηναία, στην περίπτωση Αγίων τιμωμένων και πανορθοδόξως (όπως π.χ. ο Απόστολος Βαρνάβας, ο Άγιος Σπυρίδων, ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων), και από νέες συνθέσεις Ακολουθιών με νεοσύνθετους ή παλαιότερους ύμνους, για Κυπρίους Αγίους με τοπικό χαρακτήρα, όπως είναι π.χ. ο Άγιος Νεόφυτος, ο Άγιος Κενδέας, ο Άγιος Αρκάδιος Αρσινόης κλπ.
          Αυτές οι Κυπριακές Ακολουθίες εξυπηρέτησαν τους προγόνους μας στην τιμή των Αγίων κατά τους χρόνους των προσωπικών και εθνικών δοκιμασιών τους και τους βοήθησαν να αντλήσουν δύναμη από το παράδειγμα των Αγίων και μέχρι σήμερα ψάλλονται στους ιερούς ναούς της Κύπρου, κατά τη μνήμη των Αγίων αυτών.
          Το ίδιο πρόβλημα υπήρξε και με Αγίους ξένους ως προς την καταγωγή, ή τη διαβίωση, με την Κύπρο, τους οποίους όμως, ευλαβείτο και ετιμούσε ιδιαίτερα ο Κυπριακός λαός. Στο χωριό Πωμός π.χ. κάποιος ευσεβής παρεκινήθη από ένα κληρικό των αγίων Τόπων και έκτισε εκκλησία του Αγίου Ευψυχίου του εν Καισαρεία. Ούτε κι αυτού υπάρχει πλήρης ακολουθία στα Μηναία. Μερικοί συγχωριανοί μου, σε παλαιότερες εποχές, ταξιδεύοντας στη Μικρά Ασία άκουσαν για τα θαύματα του Αγίου Φωκά του εν Σινώπη, επεσκέφθησαν την περιοχή, ίσως και κάποιος από αυτούς να θεραπεύτηκε από κάποια πάθηση και επιστρέφοντας ανοικοδόμησαν ναό στην κοινότητά τους. Και εδώ παρουσιάστηκε ανάγκη λειτουργικής φυλλάδας με την ακολουθία του Αγίου. Και στην περίπτωση αυτή ακολουθήθηκε παρόμοια διαδικασία προς την διαδικασία συμπλήρωσης ακολουθιών για τους Κυπρίους την καταγωγή Αγίους.
          Οι Κυπριακές Ακολουθίες διαδίδονταν κυρίως δια χειρογράφων, τα οποία εχρησιμοποιούνταν στους ιερούς ναούς, με φυσικό επακόλουθο τη φθορά τους. Οι επανειλημμένες αντιγραφές των χειρογράφων επέφεραν στα κείμενα αλλοιώσεις του νοήματός τους. Πολλές φορές και η άγνοια ευσεβών, κατά τα άλλα, αντιγραφέων και συμπιλιτών δημιουργούσε προβλήματα. Έτσι για την Οσία Βρυαίνη π.χ. που τιμάται στα Μανδριά της Πάφου, σε ομώνυμο εκκλησάκι, στις 30 Αυγούστου, λήφθηκε ως βάση η ακολουθία άλλης Οσίας, της Οσίας Ειρήνης της Χρυσοβαλάντου. Αντικαθιστούσαν το Ειρήνη με το Βρυαίνη. Χοροστατούσα, ως Χωρεπίσκοπος Αρσινόης, και άκουσα στα κεκραγάρια το «Βρυαίνη ειρηνώνυμε…». Το Ειρήνη ειρηνώνυμε έχει νόημα αλλά το άλλο; Δεν το καταλάβαινε ο αντιγραφεύς. Ο Χ. Παπαδόπουλος στο έργο του «Χριστιανικαί μελέται» που εκδόθηκε το 1955 στη Λευκωσία, σημειώνει από τότε ότι υπήρχε ανάγκη όπως «όσα τροπάρια περιέχουν ιστορικά στοιχεία εξετασθή διά ποίον Άγιον το πρώτον εποιήθησαν» (σελ. 39).
          Άλλοτε, πάλιν, από την ευσέβειά τους παρακινούμενοι οι αντιγραφείς και θέλοντας να ωφελήσουν τους πιστούς με το βίο του αγίου, τροποποιούσαν και το συναξάρι του Αγίου, την ακολουθία του οποίου αντέγραφαν, ώστε να ταιριάζει με το νέο Άγιο. Παρουσιάστηκαν έτσι χρονικές αλλά και άλλες ανακρίβειες. Ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος επισημαίνοντας και πάλι το πρόβλημα αναφέρει: «Εις την Κριτικήν εναπόκειται να ταξιθετήση λογικώς και καταλλήλως τα ασύγχρονα γεγονότα των διασωθέντων συναξαρίων και να αποκαθάρη αυτά από τινων δευτερευόντων και περιττών στοιχείων» (σελ. 40).
          Εκδόσεις ακολουθιών έγιναν και από επίσημα πρόσωπα. Υπάρχει σε πολλούς ναούς της Κύπρου μικρός τόμος που περιέχει τις ακολουθίες των Αγίων Αναστασίου, Χαρίτωνος, Αυξεντίου, Κενδέου, Ευαγγελιστού Λουκά, Δημητριανού Κυθηρίας, Αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού και Κωνσταντίνου που εκδόθηκε στην Ενετία το 1779 από τον τότε αρχιεπίσκοπο Κύπρου Χρύσανθο. Από τους παλαιούς υμνογράφους διακρίνεται ο συνθέτης της ακολουθίας των Αγίων Ηλιοφώτων. Το κείμενο της ακολουθίας είναι εξαίρετο και εφάμιλλο του  ύφους  του Αγίου Ρωμανού του Μελωδού.
          Πρωτοτυπία παρουσιάζουν και τα έργα του Αγίου Νεοφύτου του Εγκλείστου «Θεοσημεία» και «Κείμενον περί της θαυμαστής διασώσεως αυτού εκ του κρημνού και του λίθου». Στη νεώτερη εποχή μεγάλη θεωρείται η συμβολή του αντιγραφέως ακολουθιών Χριστοδούλου Μαλουνταίου, ο οποίος με την αντιγραφή του μάς διασώζει άγνωστα κείμενα ακολουθιών.
          Το πρόβλημα, όμως, ήταν υπαρκτό και με πολλές όψεις: Έπρεπε οι εν χρήσει ακολουθίες να διασωθούν, να γίνει μια αποκάθαρσή τους και να εκδοθούν συγκεντρωμένες μαζί. Ταυτόχρονα για όσους Αγίους τιμώνται στην Κύπρο και δεν υπήρχε ακόμα ακολουθία, έπρεπε να συντεθούν νέες τέτοιες. Ήδη ο αείμνηστος Αρχιεπίσκοπος και Εθνάρχης Μακάριος ο Γ΄, δήλωνε το 1968, όταν εξέδωσε το βιβλίο «Κύπρος η αγία νήσος», με το οποίο προέβαλλε τους γνωστούς Κυπρίους Αγίους, ότι πρόθεσή του ήταν να εκδώσει και τις ακολουθίες των Κυπρίων Αγίων. Αν επραγματοποιείτο τότε η πρόθεσή του αυτή, ίσως να διασώζονταν και πολλές ακολουθίες που βρίσκονταν στα Τουρκοκρατούμενα μέρη της Κύπρου και που πιθανότατα να έχουν καταστραφεί.
          Την πρόθεση του Εθνάρχου Μακαρίου υλοποίησε ο διάδοχός του αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος, ο οποίος συνέστησε προς τούτο ειδικό Γραφείο εκδόσεως Ακολουθιών στην Ιερά Αρχιεπισκοπή, υπό τη διεύθυνση του Θεολόγου – ερευνητή κ. Θεοχάρη Σχίζα. Το 1994 κυκλοφόρησε ο πρώτος τόμος από 12 ακολουθίες Αγίων που τιμώνται το Σεπτέμβριο. Ο επιμελητής της έκδοσης αναφέρει ότι «εφ’ όσον η έκδοσις αποβλέπει εις λειτουργικούς σκοπούς, η σειρά των δημοσιευμένων ακολουθιών έγινε συμφώνως προς το εκκλησιαστικόν έτος». Η σειρά ονομάστηκε «Κύπρια Μηναία», ονομασία που πρότεινε απο παλιά ο αείμνηστος π. Παύλος (Βενέδικτος) Εγγλεζάκης, κατά τα «Κύπρια Έπη» του Στασίνου. Ο υπότιτλος, παραδοσιακά διατυπωμένος και επαναλαμβανόμενος σε κάθε τόμο, δηλώνει το περιεχόμενο του τόμου και τους συντελεστές της έκδοσης. Αναφέρω τον τίτλο και υπότιτλο του Α΄ Τόμου: «Κύπρια Μηναία (ήτοι ακολουθίαι ψαλλόμεναι εν Κύπρω). Τόμος Α΄, Μην Σεπτέμβριος. Νυν το πρώτον τύποις εκδίδοται ο παρών τόμος σπουδή μεν και προνοία του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ.κ. Χρυσοστόμου Α΄, επιμελεία δε του Θεολόγου κ. Θεοχάρους Ε. Σχίζα, διορθώσεσι του φιλολόγου κ. Ανδρέου Β. Βαρνάβα και δαπάναις της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου».
          Ο Αρχιεπίσκοπος στον πρόλογό του σημείωνε και τον σκοπό του όλου εγχειρήματος που ήταν η κωδικοποίηση των ακολουθιών των αγίων της Κύπρου για λειτουργική χρήση κατά τον εορτασμό της μνήμης τους στην Κύπρο. Σημειώνει όμως και τα εξής αξιοπρόσεκτα: «Πεποίθαμεν ότι η έκδοσις αύτη, πέραν της εξυπηρετήσεως των λειτουργικών αναγκών, αποτελεί και σημαντικήν προσφοράν εις την φιλολογίαν της Εκκλησιαστικής Υμνολογίας και παράλληλα προβάλλει ως μαρτυρία της πατροπαραδότου ευσεβείας του Κυπριακού λαού. Η χρήσις εξ άλλου των Ακολουθιών τών εις τα κατεχόμενα μέρη της νήσου τιμωμένων Αγίων συμβάλλει εις την διαφύλαξιν της μνήμης των κατεχομένων ιερών ναών και άλλων προσκυνημάτων του λαού μας και εις την τόνωσιν της νοσταλγίας των και του πόθου της επιστροφής, αλλά και εις την ενίσχυσιν του αγωνιστικού φρονήματος προς απελευθέρωσιν και ανάκτησίν των.
          Ευελπιστούμεν, επίσης, ότι η έκδοσις των Ακολουθιών τούτων θα αποβή πολύ χρήσιμος και διά τους Αποδήμους Αδελφούς μας, διότι παρέχει εις αυτούς την δυνατότητα να εορτάζωσι και να τιμώσι την μνήμην των Αγίων του τόπου καταγωγής των εις τα ξένα, όπου ευρίσκονται, και ούτω να ενθυμώνται και να νοσταλγώσι την πάτριον γην».
          Ακολούθησαν άλλοι εννέα τόμοι με τους οποίους ολοκληρώθηκαν οι ακολουθίες όλων των μηνών. Δύο τόμοι, ο 5ος και 6ος περιλαμβάνουν τις ακολουθίες δύο μηνών ο καθένας, των Ιανουαρίου – Φεβρουαρίου ο ένας και των Μαρτίου – Απριλίου ο άλλος. Το 2010 εξεδόθη ο 11ος και τελευταίος Τόμος, ο οποίος περιλαμβάνει «επίμετρον ένδεκα ακολουθιών Κυπρίων Αγίων και παράρτημα περιέχον αλφαβητικόν ευρετήριον ακολουθιών πάντων των τόμων και Καλενδάριον εορταζομένων Αγίων, καθ’ ημερομηνίαν μνήμης».
          Στους 11 αυτούς τόμους συμπεριλήφθησαν ακολουθίες Αγίων όλων των εποχών: Από του ιδρυτού και προστάτου της Εκκλησίας μας, Αποστόλου Βαρνάβα, μέχρι του Αγίου Φιλουμένου των ημερών μας. Ακολουθίες Οσίων, όπως του Αγίου Ιλαρίωνος, Επισκόπων, όπως του Αγίου Παναρέτου, και Μαρτύρων, όπως του Αγίου Πολυδώρου. Κι όπως ήδη αναφέραμε, ακολουθίες μη Κυπρίων που τιμώνται, όμως, ιδιαίτερα στην Κύπρο, όπως π.χ. της Αγίας Βαρβάρας, της Αγίας Παρασκευής, του Αγίου Στυλιανού κλπ.
          Ο κ. Θεοχάρης Σχίζας παρέμεινε ο επιμελητής όλων των τόμων, η ψυχή της όλης εργασίας. Οι συνεργάτες του όμως κατά καιρούς διαφοροποιήθηκαν. Ως συνεργάτες εργάστηκαν ο κ. Γεώργιος Χριστοδούλου, ο κ. Γεώργιος Χ΄΄Κωστής, ο κ. Ιωάννης Τανής, ο π. Παρασκευάς Αγάθωνος, και ο κ. Παρασκευάς Κυριάκου. Στις διακοσμήσεις και εικόνες συνεργάσθηκαν ο π. Δημοσθένης Δημοσθένους και ο κ. Γεώργιος Πέτρου.
          Η επιλογή των ακολουθιών έγινε από τις υπάρχουσες εν χρήσει εκδεδομένες ή ανέκδοτες ακολουθίες. Όπου υπήρχαν πέραν της μιας ακολουθίες, λόγω του λειτουργικού χαρακτήρα της έκδοσης, επιλεγόταν η καταλληλότερη. Όπως ήταν φυσικό έγιναν οι επιβεβλημένες συμπληρώσεις και διορθώσεις για την κάλυψη των αναγκών πανηγυρικών εορτασμών των Αγίων αυτών. Για πολλούς Αγίους που τιμώνται στην Κύπρο και δεν υπήρχαν καθόλου ακολουθίες, έχουν συντεθεί νέες από δόκιμους υμνογράφους. Από το σύνολο των 149 ακολουθιών που περιλαμβάνονται στα Κύπρια Μηναία, οι 82 είναι προϋπάρξασες παραδοσιακές, ενώ οι 67 είναι νεοσύνθετες.
          Όλοι οι τόμοι κυκλοφόρησαν στο σύνηθες μεγάλο σχήμα των λειτουργικών βιβλίων, σε δίστηλο κείμενο, με κόκκινα τα κεφαλαία αρχικά γράμματα των ύμνων και των τυπικών διατάξεων, κατά το πρότυπο των λειτουργικών Μηναίων. Την πολύ επιμελημένη τυπογραφική εργασία ανέλαβε η Ορθόδοξος αδελφότης «Λυδία» στην Ασπροβάλτα.
          Εκεί που αισθητά υπερτερεί η έκδοση των Κυπρίων Μηναίων έναντι άλλων παρόμοιων εκδόσεων είναι η παράθεση στο τέλος κάθε μιας ακολουθίας πλήρους σχετικής βιβλιογραφίας η οποία αναφέρεται σε ποικιλία θεμάτων που αφορούν στον εκάστοτε τιμώμενο άγιο και σ’ ότι σχετίζεται με την ακολουθία, τις πηγές της, το συναξάριο, την τιμή του αγίου, τα λείψανά του και τις ευρέσεις τους, τις εικόνες και τους ναούς του , τη λαογραφική παράδοση, τους υμνογράφους, τα χειρόγραφα και τις έντυπες εκδόσεις των ακολουθιών. Έτσι τα Κύπρια Μηναία πέραν της κάλυψης της ανάγκης της λειτουργικής τιμής των Αγίων της Κύπρου και όσων ιδιαίτερα τιμώνται στη νήσο, αποτελούν και ένα επιστημονικό βοήθημα για τη μελέτη του αγιολογίου της Κύπρου και όλης της λειτουργικής, υμνογραφικής και λοιπής πνευματικής παραγωγής που συνδέεται μ’ αυτή.
          Με την ολοκλήρωση της έκδοσης των Κυπρίων Μηναίων καλύφθηκε, όντως, ένα κενό που αφορούσε στις λειτουργικές ανάγκες της Εκκλησίας μας. Οι Άγιοι που εξυμνούνται με τις δημοσιευθείσες ακολουθίες μπορεί να είναι τοπικοί, ή άγνωστοι στους πολλούς. Είναι όμως μεγάλοι σε προσφορά στην Εκκλησία, μεγάλοι και ενώπιον του Θεού. Ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει π.χ. την προσφορά στην όλη Εκκλησία του Αποστόλου Βαρνάβα και του Αγίου Σπυρίδωνος. Η μη ύπαρξη πλήρους ακολουθίας στα εν χρήσει Μηναία, οφείλεται πολλές φορές στην προσπάθεια της Εκκλησίας να αποφύγει την υπερβολή και να διατηρήσει κάποιαν ισορροπία μνημών Αγίων και μήκους ακολουθιών στο εορτολόγιο, ούτως ώστε με την εναλλαγή εορταζομένων και μη εορταζομένων Αγίων, μεγάλων και μικρών εορτών, να αποφεύγεται ο κορεσμός, να υπογραμμίζεται κατά τη λατρευτική πρακτική η διαφορά των ημερών και να κρατείται έτσι αδιάπτωτο το ενδιαφέρον των πιστών.
          Οι τοπικές, όμως, λειτουργικές ανάγκες μαζί με τη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή της διαμόρφωσης των εν χρήσει Μηναίων και τη στροφή του λαού είτε σε πρόσωπα νεωτέρων Αγίων, είτε παλαιών μεν, αλλά εντονότερα σήμερα τιμωμένων υπ’ αυτών, όπως π.χ. την Αγία Παρασκευή, την Αγία Βαρβάρα, τον Άγιο Στυλιανό κλπ., καθιστούσαν αναγκαία την ανάληψη της προσπάθειας και την πραγμάτωση αυτού του άθλου που λέγεται «Κύπρια Μηναία».
          Παρουσιάζοντας απόψε στο ευσεβές Κυπριακό κοινό το εκδοτικό αυτό επίτευγμα, συγχαίρουμε όλους τους συντελεστές του έργου, ιδιαίτερα τους κ.κ. Θεοχάρη Σχίζα, Γεώργιο Χριστοδούλου, Γεώργιο Χ’’Κωστή, Ανδρέα Βαρνάβα και Ιωάννη Τανή. Ευγνώμονες ευχαριστίες οφείλονται και στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Κύπρου κ.κ. Χρυσόστομο το Β΄ που υιοθέτησε, συνέχισε και ολοκλήρωσε την προσπάθεια του προκατόχου του, παρόλο που η Αρχιεπισκοπεία του συνέπεσε σε καιρούς οικονομικής ύφεσης.
          Εύχομαι όπως «ο θαυμαστός εν τοις Αγίοις Αυτού» Κύριος, δια πρεσβειών των Αγίων Του, των οποίων οι ακολουθίες περιελήφθησαν στα Κύπρια Μηναία, διαφυλάττει εν ειρήνη και υγεία όλο το Χριστεπώνυμο πλήρωμα της Εκκλησίας Κύπρου και μας οδηγήσει ελευθερωτές και στους κατεχόμενους ναούς μας για να ψάλλουμε κι εκεί με τρόπο πανηγυρικό τις εξαίσιες ακολουθίες τους.