English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

Ενεργός παρουσία των ενοριών στα δημόσια πολυπολιτισμικά σχολεία ή ίδρυση και λειτουργία διενοριακών σχολείων;
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου
 
Για να υπάρξει μια υπεύθυνη τοποθέτηση απέναντι στο δίλημμα «ενεργός παρουσία των ενοριών στα δημόσια σχολεία ή ίδρυση και λειτουργία διενοριακών σχολείων» χρειάζεται μια διερεύνηση του όλου θέματος της αγωγής. Είναι αναγκαία μια πληροφόρηση σε όλες τις πτυχές του. Χρειάζεται να δούμε ποιαν αγωγή επιδιώκουμε και να μάθουμε ποια είναι η προσφερόμενη αγωγή σήμερα. Αν τα δύο μεγέθη ταυτίζονται τότε και το ερώτημα και η απάντηση περιττεύουν. Απαιτείται να εξεταστεί ποιοι παράγοντες καθορίζουν την αγωγή, ποιοι την επηρεάζουν και τι δυνατότητες παρέμβασης προς αυτούς υπάρχουν, προκειμένου να διαφοροποιηθούν τα πράγματα. Αν υπάρχει δυνατότητα παρέμβασης και αλλαγής των πραγμάτων θα επροτιμάτο, ίσως, η εμπλοκή των ενοριών στα υφιστάμενα σχολεία. Αν κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο, δεν θα ’μενε, πιθανόν, άλλη επιλογή από τη δημιουργία διενοριακών σχολείων.
          Γι’ αυτό και στα πλαίσια του χρόνου που μου διατίθεται θα εξετάσω σε συντομία πρώτα τι Παιδεία επιδιώκουμε και θα εγκύψω, ύστερα, στην υφιστάμενη κατάσταση στην Παιδεία μας και τις υπάρχουσες δυνατότητες παρέμβασης στα πράγματα.
          Εκπαίδευση, ως γνωστόν, απαντάται σ’ όλους τους λαούς. Οι Έλληνες όμως δημιούργησαν την Παιδεία και συνέλαβαν μιαν ιδιαίτερη, ανώτερη ιδέα γι’ αυτήν. Την αντιλήφθηκαν ως μια πορεία για τη συνειδητή μόρφωση ενός ζωντανού, ενεργού ανθρώπου. Έτσι σε μια περίοδο των Ομηρικών χρόνων η αγωγή ήταν ένας συνδυασμός γυμναστικής και μουσικής που στόχευε στην αρμονία του σώματος και της ψυχής. Αργότερα είναι οι Έλληνες που ανακάλυψαν τους νόμους της μουσικής αρμονίας, που δημιούργησαν τη γραμματική της γλώσσας, που ξανοίχτηκαν στην αριθμητική, τη γεωμετρία, τη στερεομετρία και συνέδεσαν τα επιτεύγματα αυτά με το έργο της Παιδείας. Και πριν από τους Έλληνες υπήρχαν μαθηματικές γνώσεις. Δεν υπήρχε όμως Παιδεία. Οι μαθηματικές γνώσεις των Ασσυρίων δεν θα οδηγούσαν ποτέ στη Γεωμετρία του Ευκλείδη. Προϋπόθεση για την εξέλιξη αυτή ήταν ο συνδυασμός εμπειρίας και θεωρίας, που είναι καθαρά Ελληνικό έργο.  
Η αγωγή στην αρχαία Ελλάδα στηρίζεται στις αξίες της ζωής όπως τις δημιούργησε ο φιλοσοφικός λόγος των μεγάλων Ελλήνων φιλοσόφων. Μετά την αποδοχή του Χριστιανισμού, ο Ελληνισμός μετέτρεψε τον πολιτισμό του σε ελληνοχριστιανικό, σε ελληνορθόδοξο για την ακρίβεια, κι έδωσε στην Παιδεία του τα ίδια χαρακτηριστικά. Οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας, ενώ απορρίπτουν ριζικά την αρχαία Ελληνική οντολογία (π.χ. την αιωνιότητα του κόσμου, την αναγκαιοκρατία, την ταύτιση Θεού και κόσμου, κλπ.), εν τούτοις προσλαμβάνουν και υιοθετούν την αρχαιοελληνική γνωσιολογία, προεκτείνοντας δημιουργικά τον ίδιο φιλοσοφικό λόγο. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια αναπτύχθηκε η Παιδεία στον ελληνικό χώρο, με την πρόσληψη των Χριστιανικών αξιών και την αποφυγή των αρχαιοελληνικών αρχών που δεν βρίσκονταν σε συμφωνία με τον Χριστιανισμό(1).
          Από τους ελληνιστικούς ακόμα χρόνους η Παιδεία ήταν, ως προς τη λειτουργία της, αυτόνομη έναντι της πολιτείας. Αυτή την αυτονομία διατήρησε καθ’ όλη τη διάρκεια της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο μόνος περιορισμός τον οποίο έθετε η Εκκλησία και για τον οποίο αγρυπνούσαν Εκκλησία και πολιτεία ήταν ο σεβασμός προς τα Ορθόδοξα Χριστιανικά δόγματα. Ως γνωστόν, στο «Συνοδικόν της Ορθοδοξίας» αναφέρονται σχετικά και τα εξής: «Τοις τα ελληνικά δεξιούσι μαθήματα και μη διά παίδευσιν μόνον ταύτα παιδευομένοις, αλλά και ταις δόξαις αυτών ταις ματαίαις επομένοις, ... ανάθεμα»(2).
          Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας η Εκκλησία διατήρησε, σ’ όλο το υπόδουλο γένος, άσβεστη τη φλόγα της Παιδείας. Και στην Κύπρο, στους ύστερους αιώνες της δουλείας, πάλιν η Εκκλησία ίδρυσε τα πρώτα σχολεία και υπό την αιγίδα της εργάστηκαν, αργότερα, και τα υπόλοιπα. Η μέριμνα της Εκκλησίας για την Παιδεία ήταν αυτονόητη. Ήταν ποιμαντική της ευθύνη η διατήρηση τόσο της πίστης όσο και της εθνικής αυτοσυνειδησίας του ποιμνίου της, καθώς και η καλλιέργειά του. «Τα ελληνικά μαθήματα», έλεγε ο αρχιεπίσκοπος Κυπριανός στο πρακτικό ίδρυσης της Ελληνικής Σχολής, «είναι το μόνον μέσον όπου στολίζουσι τον ανθρώπινον νουν και οπού αποκατασταίνουσι τον άνθρωπον, άξιον τω όντι άνθρωπον».
          Η αγγλική αποικιακή κυβέρνηση, θέλοντας να αφελληνίσει τον τόπο, προσπάθησε να θέσει υπό την αιγίδα της την Παιδεία. Κατάφερε να θέσει υπό τον έλεγχό της τα δημοτικά σχολεία, ο πατριωτισμός όμως δασκάλων και μαθητών δεν της επέτρεψαν να υλοποιήσει τα άνομα σχέδιά της. Η Μέση Παιδεία διατηρήθηκε πάντα στα χέρια της Εκκλησίας και των τοπικών κοινοτικών αρχών. Κι είναι αυτή η Παιδεία που διαμόρφωσε τους αγωνιστές που ελευθέρωσαν τον τόπο.
          Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού μας αγώνα απαγορεύτηκε η λειτουργία πολλών σχολείων και πολλοί εκπαιδευτικοί συνελήφθησαν. Οι εξ Ελλάδος καθηγητές απελάθησαν και στα σπίτια των υπολοίπων και στους νάρθηκες των εκκλησιών ξαναλειτούργησε το «κρυφό σχολειό». Παρά τις μεγάλες δυσκολίες λειτουργίας, τα επίπεδα των σχολείων μας κρατήθηκαν πολύ υψηλά. Οι απόφοιτοί τους διέπρεπαν τόσο στα ελληνικά όσο και στα ξένα πανεπιστήμια.
          Αμέσως μετά την ανεξαρτησία, η Παιδεία στην Κύπρο παρουσίασε πραγματική άνθηση. Οι λόγοι πολλοί: Ο αέρας ελευθερίας που έπνευσε και στον χώρο της Παιδείας, ο ζήλος διδασκόντων και διδασκομένων, η ενίσχυση από την Ελλάδα, νέες μέθοδοι διδασκαλίας, οι απλοί άνθρωπο που ήθελαν να μορφώσουν τα παιδιά τους για ένα καλύτερο μέλλον στη νέα πολιτεία που ξεκινούσε «χρησταίς ταις ελπίσι» κλπ. Η Παιδεία της Ελληνικής Κοινότητας, σύμφωνα με το Σύνταγμα, ετέθη υπό την ευθύνη της Ελληνικής Κοινοτικής Συνέλευσης. Αργότερα, μέχρι σήμερα, το δίκαιο της ανάγκης έθεσε την Παιδεία κάτω από το Υπουργείο Παιδείας.
          Από το 1972 παρατηρείται μια έκπτωση στα επίπεδα μόρφωσης που βαθμιαία οδήγησε σε μια κατάσταση που μόνο θλίψη προκαλεί στον κάθε μελετητή. Βαρόμετρο της όλης κατάστασης είναι η Μέση Εκπαίδευση στην οποία και θα αναφερθώ.
          Το 1972 απεφασίσθη όπως οι μαθητές εξεταστούν γραπτώς, στο τέλος του έτους, σε δύο ή τρία μαθήματα κι όχι σε όλα, όπως γινόταν μέχρι τότε. Το ίδιο επανελήφθη και το 1973 και 1974. Το Σεπτέμβριο του 1974, μάλιστα, απεφασίσθη, λόγω της εθνικής τραγωδίας που επεσυνέβη το καλοκαίρι, να προαχθούν και όσοι είχαν μείνει στάσιμοι τον Ιούνιο. Έκτοτε είναι πολύ δύσκολο κάποιος να μείνει στάσιμος. Έτσι, όμως, εισήχθη ένα πνεύμα ευκολίας στα σχολεία μας και επικράτησε ένα πνεύμα ισοπέδωσης. Η άμιλλα και το «αιέν αριστεύειν» αντικαταστάθηκαν με μιαν υποτονικότητα. Οι αδύνατοι μαθητές αλλά και οι οκνηροί γίνονται τροχοπέδη στους επιμελείς και δυνατούς.
          Πολλοί έχουν την εντύπωση ότι αυτού τους είδους η Παιδεία, που συμμορφώνεται στο επίπεδο των πολλών, είναι έκφραση δημοκρατικότητας. Είναι λανθασμένη αυτή η εντύπωση. Τα ποικίλα μέτρα επιείκειας φέρουν τους μέτριους και τους αποτυγχάνοντες στο επίπεδο των άριστων και των πετυχημένων. Στην περίπτωση αυτή συγχύζεται η ισότητα απέναντι στην Παιδεία (δηλαδή η δυνατότητα εκπαίδευσης) με την ισότητα μέσα στην Παιδεία (κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης). Η ισότητα απέναντι στην Παιδεία θεμελιώνει τα δικαιώματα των αδυνάτων, πράγμα δημοκρατικό. Έχουν κι αυτοί το δικαίωμα να φοιτήσουν στα σχολεία και να μορφωθούν. Η ισότητα μέσα στην Παιδεία προσβάλλει τα δικαιώματα των καλύτερων πράγμα ισοπεδωτικό(3).
          Την υποβάθμιση των επιπέδων μόρφωσης ακολούθησε και η μετατόπιση του σκοπού της εκπαίδευσης από την καλλιέργεια της ανθρώπινης προσωπικότητας προς τις πρακτικές ανάγκες. Έτσι υποβαθμίστηκαν τα ανθρωπιστικά μαθήματα που με τη σειρά τους οδήγησαν στην καθίζηση των αξιών και σε προτεραιότητες και προσανατολισμούς στη ζωή των μαθητών ξένους προς τα ήθη και της παραδόσεις μας. Ως συνεπακόλουθο ήλθε και η γλωσσική ανεπάρκεια των μαθητών μας. Μια χρησιμοθηρική Παιδεία δεν χρειάζεται παρά 200 – 300 λέξεις και μιαν υποτυπώδη σύνταξη για τις καθημερινές ανάγκες. Μια γλώσσα φτωχή, όμως, παράγει κι ένα πολιτισμό φτωχό, γεννά και μια διάνοια φτωχή.
          Κάποιοι όρισαν τη γλώσσα ως «ταξινομία του κόσμου». Ο άνθρωπος με τη γλώσσα δίνει υπόσταση στα νοήματά του, ταξινομεί τον κόσμο του. Κάθε λαός εκφράζει, με την εθνική του γλώσσα, κατά τρόπο διαφορετικό τον κόσμο του, οργανώνει διαφορετικά τα πιστεύω και τις αξίες του. Γι’ αυτό και υπάρχουν πολιτισμοί και πολιτισμοί, διαφορετικές θεωρήσεις του κόσμου. Και περικλείουν, στ’ αλήθεια, το ίδιο νόημα η λέξη «άνθρωπος» με το humanbeing; Η Ελληνική λέξη αναφέρεται στον προς τα άνω προσανατολισμό αυτού του όντος (άνω θρώσκω), και η αγγλική στη χθόνια προέλευσή του. Η λέξη «εκκλησία», από το εκκαλώ σημαίνει συνάθροιση ανθρώπων. Η λέξη churchυποδηλώνει κτίριο. Η γλώσσα, λοιπόν, δεν είναι ένα απλό εργαλείο συνεννόησης. Είναι παράγων πολιτισμού. Και αυτής της γλώσσας παρατηρούμε συνεχή υποβάθμιση.
          Για μια τριακονταετία, μετά την Τουρκική εισβολή, συνεχίστηκε η βαθμιαία έκπτωση στην Παιδεία μας. Αποδεχτήκαμε ως φυσιολογική την ησιόδεια αντίληψη για τη βαθμιαία έκπτωση του ανθρωπίνου γένους και στην περιοχή της Παιδείας μας. Στο τέλος της πιο πάνω περιόδου καταργήθηκε, στη Μέση Εκπαίδευση, και η μαθητική στολή, παρά τις αντίθετες γνώμες των Καθηγητών, με αποτέλεσμα την πλήρη διάλυση των σχολείων από απόψεως πειθαρχίας. Η ύπαρξη στολής είναι στοιχείο αγωγής. Αυτή προϋποθέτει συμμόρφωση σε κανονισμούς, δείχνει την ισότητα όλων. Μαθητές και μαθήτριες συμπεριφέρονται, σήμερα, σαν μοντέλα. Μακρυμάλληδες και αξύριστοι μαθητές με σκουλαρίκια στ’ αυτιά, μαθήτριες με σκουλαρίκια στη μύτη και τα χείλη, δημιουργούν μιαν ανεπιθύμητη εικόνα στα σχολεία μας.
          Στα δημόσια σχολεία μας γίνεται δεκτός – ύστερα από κανονισμούς του Υπουργείου - κι ένας αριθμός, σήμερα 40, - «αδικαιολόγητων» απουσιών για κάθε μαθητή. Πού στοχεύει αυτός ο κανονισμός; Αν ο μαθητής είναι άρρωστος, οι απουσίες του είναι δικαιολογημένες από το γιατρό ή τους γονείς. Αν είναι κάπου, με την άδεια και εν γνώσει των γονέων, πάλιν οι γονείς θα τις δικαιολογήσουν. Το να γίνονται δεκτές απουσίες εν αγνοία γονέων και κηδεμόνων είναι μια ώθηση για παρανομία.
          Η τάση των Κομμάτων να ελέγχουν τους νέους από τα μαθητικά θρανία, μετέτρεψαν τα μαθητικά συμβούλια σε παρακλάδια των κομματικών νεολαιών. Το λεκτικό της ΠΣΕΜ, τα τελευταία χρόνια, είναι το λεκτικό μιας συγκεκριμένης κομματικής νεολαίας. Σήμερα, μάλιστα, ακούονται φωνές για να επιτραπεί ξεκάθαρα ο κομματισμός στα σχολεία, όπως στα Πανεπιστήμια.
          Τα πράγματα χειροτέρευσαν πολύ περισσότερο με την ιδεολογική σύγχυση που προκάλεσε η έκθεση των λεγομένων «επτά σοφών» για την επιχειρούμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι, ασφαλώς, αναγκαία. Την επιβάλλουν η τεράστια πρόοδος στις Επιστήμες, η ανάπτυξη της Τεχνολογίας, η αλλαγή στις μεθόδους αγωγής. Στην έκθεση των «επτά» υπήρξαν και εποικοδομητικές προτάσεις, προβλήθηκαν, όμως, και απαράδεκτες θέσεις: Πέραν της σιωπηλής υποβάθμισης του μαθήματος των Θρησκευτικών, ασκήθηκε έντονη κριτική στο ελληνικό μοντέλο αγωγής κι αμφισβητήθηκε η αποτελεσματικότητά του για δημιουργία ολοκληρωμένων σύγχρονων προσωπικοτήτων. Η αγωγή, μάλιστα, αυτή, χαρακτηρίζεται ως «συντηρητική και αντιδραστική ελληνο – εθνικο – θρησκευτική αγωγή». Η έκθεση, επίσης, επιχειρεί να εισαγάγει την αντίληψη για ύπαρξη ενός νέου «έθνους – κράτους» στην Κύπρο και δίνει υπέρμετρη προβολή στην πολιτισμική ταυτότητα των ξένων, υποτιμώντας την ταυτότητα του μέγιστου τμήματος του Κυπριακού λαού που είναι η Ελληνική.
          Το κλίμα στην Παιδεία μας επιβαρύνθηκε ακόμα πιο πολύ με την αλλαγή της Κυβέρνησης το 2008. Κάποιες δηλώσεις και κάποιες ενέργειες, ίσως άκαιρες, ή, και αψυχολόγητες, έδωσαν αφορμή για αντιπαραθέσεις γύρω από τα θέματα της Παιδείας και ειδικότερα της διδασκόμενης ιστορικής ύλης στα σχολεία μας. Τέτοιες δηλώσεις ήταν π.χ. το ότι «η Ιστορία μέχρι τώρα εγράφη από τη δεξιά, τώρα πρέπει να γραφεί από την αριστερά» ωσάν και να έχει ιδεολογικές συντεταγμένες η Ιστορία, ότι πρέπει να παραδεχτούμε πως «το 1963 αναγκάσαμε τους Τουρκοκυπρίους να αποχωρήσουν από την Κυβέρνηση και να απομονωθούν σε θυλάκους», ότι τους δολοφονούσαμε αναίτια και τους ρίχναμε σε πηγάδια. Οι δηλώσεις αυτές, καθώς και άλλες, δημιούργησαν φόβους και καχυποψίες για το τι επιδιώκεται.
          Εγκύκλιοι του Υπουργείου Παιδείας με την ασάφειά τους επιβάρυναν και πάλι το κλίμα. Η εγκύκλιος για τον στόχο της νέας χρονιάς έδινε το βάρος στην καλλιέργεια της συνδιαλλαγής και της επαναπροσέγγισης προς τους Τουρκοκυπρίους. Αν δεν βιώναμε ακόμα τις συνέπειες της εισβολής και της κατοχής, αν δεν κηδεύαμε ακόμα αγνοούμενους κι αν είχε λυθεί το πρόβλημά μας, ο στόχος θα ήταν επαινετός. Δημιούργησε όμως σάλο γιατί παραμέρισε άκαιρα άλλους στόχους της Παιδείας μας, όπως το «δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι», τον στόχο της απελευθέρωσης και άλλους. Κι ακόμα έδινε την εντύπωση στους ξένους ότι μέχρι σήμερα καταπιέζαμε τους Τουρκοκυπρίους και για τα δεινά μας δεν φταίει η κατοχή, αλλά εμείς που δεν δείχνουμε τάσεις συμφιλίωσης με τους Τουρκοκυπρίους. Κι η εγκύκλιος για την «πορεία Μακαρίου» που υπαινισσόταν ότι «εξτρεμιστικές ομάδες Ελληνοκυπρίων» υπέσκαψαν την Κυπριακή Δημοκρατία το 1963 – 1964, από πολλούς θεωρήθηκε ως προσπάθεια εξίσωσης των εγκλημάτων της Τουρκίας με κάποιες ανεύθυνες, μεμονωμένες πράξεις κάποιων ασυνείδητων ελληνοκυπρίων. Σ’ αυτά έρχεται και ο Κατσιαούνης, μέλος της «Επιστημονικής Επιτροπής για την Ιστορία» που ορίστηκε από τον κ. Νεοκλή Συλικιώτη ως αναπληρωτή Υπουργό Παιδείας και παύθηκε μόλις τον περασμένο Δεκέμβριο, να κοινοποιήσει τις θέσεις του για το βιβλίο της Κυπριακής Ιστορίας της Β΄ Λυκείου. Θέσεις απαξιωτικές για την Εκκλησία και υβριστικές για τους εκπροσώπους της, θέσεις όπου γίνεται προσπάθεια δυσφήμισης του αγώνα της ΕΟΚΑ και υπερπροβολή της συμβολής κάποιου κόμματος στους αγώνες για απελευθέρωση της Κύπρου. Στις θέσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται και η προσπάθεια απόδοσης ευθυνών στη δική μας πλευρά και αποενοχοποίησης Τουρκίας και Τουρκοκυπρίων.
          Προσωπικά διαισθάνομαι ότι η Κυβέρνηση ανησυχεί για το τι θα πει η Ιστορία για τη συμμετοχή της αριστεράς στον απελευθερωτικό μας αγώνα και προσπαθεί να αποκαταστήσει τη μνήμη όσων αριστερών δολοφονήθηκαν από την ΕΟΚΑ με την κατηγορία του προδότη. Αν υπήρξαν αδικίες, που σίγουρα θα υπήρξαν, δεν νομίζω ότι υπάρχει εχέφρων άνθρωπος που θα αρνηθεί την άρση τους. Μια ετεροχρονισμένη, όμως, πρωτοβουλία, αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας, δημιουργεί ερωτηματικά.
          Πιστεύω, επίσης, ότι λόγω υπερβαλλούσης σπουδής για επίλυση του χρονίζοντος, όντως, προβλήματός μας και λανθασμένων, κατά τη γνώμη μου εκτιμήσεων, θεωρήθηκε ότι η επίρριψη ευθύνης στην πλευρά μας – που δεν την έχει – θα οδηγούσε τους Τουρκοκυπρίους σε υποχωρήσεις ώστε να εξευρεθεί ευκολότερα λύση.
          Προβληματισμό δημιουργεί και η υπερπροβολή του διαπολιτισμικού χαρακτήρα που πρέπει να έχει η Παιδεία μας. Κανείς δεν αμφιβάλλει για τον χαρακτήρα αυτό της Παιδείας μας. Δεν πρέπει, όμως, η διαπολιτισμική αγωγή να γίνει το μέσον για κατάργηση ή υποβάθμιση της εθνικής αυτοσυνειδησίας μας. Θα σεβαστούμε τους άλλους, τα χαρακτηριστικά και τον πολιτισμό τους, αλλά δεν θα αλλοιώσουμε την Ιστορία μας, δεν θα καταργήσουμε τα εθνικά μας σύμβολα, ούτε και θα υποβαθμίσουμε τις εθνικές επετείους μας.
          Η Παιδεία μας θα πρέπει να εξακολουθήσει να διατηρεί άσβεστη τη μνήμη των κατεχομένων εδαφών μας και να τονώνει το εθνικό φρόνημα. Θα ενισχύει την αλληλοκατανόηση με τους Τουρκοκυπρίους συμπατριώτες μας, αλλά πρώτα θα καλλιεργεί την εθνική αυτοσυνειδησία και θα απαιτεί την αποκατάσταση της δικαιοσύνης.
 
 
          Με αυτό το σκηνικό ποια παρέμβαση μπορεί να έχει η ενορία σ’ ένα κυβερνητικό σχολείο; Είναι γεγονός πως στην έκθεση των «επτά σοφών» προτείνεται αποκέντρωση και σχετική αυτονόμηση των σχολικών μονάδων, πράγμα που, ως Ιερά Σύνοδος, χαιρετήσαμε. Η εμπλοκή τοπικών παραγόντων, που συνήθως επιδεικνύουν μεγάλο ενθουσιασμό για το δικό τους σχολείο, μπορεί, πράγματι, να φέρει καλύτερα αποτελέσματα. Ποια έκταση όμως μπορεί να προσλάβει αυτή η ανάμιξη; Μπορεί να επαναφέρει τη στολή στα σχολεία; Μπορεί να τροποποιήσει τον αριθμό απουσιών ή να καταργήσει τις «αδικαιολόγητες» απουσίες; Μπορεί να επιβάλει την εξέταση σε μεγαλύτερο αριθμό μαθημάτων απ’ ότι σε ένα άλλο σχολείο; Μπορεί να επέμβει στη διδασκόμενη ύλη; Μπορεί να ρυθμίσει την εκλογή μαθητικών συμβουλίων μακριά από κομματικές παρεμβάσεις; Μπορεί να διαφοροποιήσει περιόδους διδασκαλίας; Μπορεί να αποτρέψει τον διορισμό ακατάλληλων ή επικίνδυνων καθηγητών; Μπορεί να έχει ισχυρό λόγο στην επιλογή του διευθυντή του σχολείου; Μπορεί να αντισταθεί αποτελεσματικά σ’ όσα απαράδεκτα για το ελληνοχριστιανικό μοντέλο αγωγής προτείνονται από την ομάδα των «επτά σοφών»; Νομίζω πως η απάντηση σ’ αυτά είναι αρνητική. Μπορεί, ασφαλώς, η ενορία να ενισχύει οικονομικά την προσπάθεια του σχολείου, να συμβάλει στην αγορά γραφειακού εξοπλισμού, οργάνων εργαστηρίων, να βοηθήσει στη διοργάνωση μιας εκδρομής κλπ. Μα όλα αυτά βρίσκονται στις παρυφές του προβλήματος. Δεν υπεισέρχονται στον πυρήνα που επιθυμούμε να τροποποιήσουμε.
          Αντίθετα, ένα ιδιωτικό σχολείο, όσο κι αν δεσμεύεται με κάποιους κανονισμούς του Υπουργείου Παιδείας, έχει ευρύτατα περιθώρια δράσης. Πρώτα διορίζει καθηγητές και διευθυντικό προσωπικό της επιλογής του. (Οι περιορισμοί του Υπουργείου Παιδείας θα εκδηλωθούν στον έλεγχο των τυπικών προσόντων, της εγκυρότητας του πτυχίου τους). Επιβάλλει στολές, ορίζει τα εξεταστέα μαθήματα, ορίζει τα διδασκόμενα μαθήματα (τα επίπεδά τους ελέγχονται από το Υπουργείο Παιδείας). Με εισαγωγικές εξετάσεις μπορεί να απορρίψει κάποιους αναλφάβητους που θα δημιουργούσαν προσκόμματα στους καλούς μαθητές και θα έριχναν τα επίπεδα μάθησης. (Κάτι τέτοιο δεν συνιστά ρατσισμό. Οι μαθητές αυτοί μπορούν να παν σε άλλο σχολείο). Μπορεί να ενισχύσει σε αριθμό περιόδων ένα μάθημα, δίνοντας συγκεκριμένη επιθυμητή κατεύθυνση. Μπορεί να διαθέσει, κατά την κρίση του, μεγαλύτερο αριθμό διδακτικών περιόδων για εορτασμό μιας εθνικής επετείου, τονίζοντας τα μηνύματα που εκπέμπει. Μπορεί να απαγορεύσει ή να περιορίσει σε ορθά πλαίσια τον μαθητικό συνδικαλισμό. Μπορεί να εφαρμόσει νέες μεθόδους διδασκαλίας, νέες αρχές αγωγής, όντας ευέλικτο κι απαλλαγμένο από γραφειοκρατικές καταστάσεις.
          Μετά από τη σύγκριση αυτή πιστεύω ότι δεν υπάρχουν περιθώρια αμφιταλάντευσης. Όχι μόνο στη σημερινή δύσκολη κατάσταση, με την ασάφεια γύρω από τους στόχους και τις επιδιώξεις της Παιδείας μας, με την προσπάθεια εισαγωγής ιδεολογικής συνιστώσας στην αγωγή, αλλά και σε κάθε περίπτωση Παιδείας με ξεκάθαρους στόχους και προσανατολισμούς, ένα ενοριακό σχολείο έχει πολλά πλεονεκτήματα: Δίνει μαρτυρία ελληνορθόδοξης παράδοσης, δημιουργεί το επιδιωκόμενο ήθος.
          Δυσκολίες υπάρχουν. Το οικονομικό κόστος, η επιλογή προσωπικού, η επαγρύπνηση στην εφαρμογή των επιλεγόμενων προγραμμάτων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου στόχου. Αυτά όμως είναι προβλήματα άλλου είδους, η επίλυση των οποίων είναι δυνατή.
 


(1)Γ. Ξ. Τσαμπή, «Η Παιδεία στο Χριστιανικό Βυζάντιο»
                                   Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 1999, σελ. 27
 
(2)«Τριώδιον», Έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της
                                 Ελλάδος, Γ΄ Έκδοσις 2001, σελ. 164
 
(3) Γ. Χατζηκωστή, «Κεράμιον ύδατος», Λευκωσία 2004, σελ. 283