English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

 

  

Επικήδειος στον Μητροπολίτη Κυρηνείας Παύλο

Του Μητροπολίτου Πάφου Γεωργίου

 

Βουβές παραμένουν και σήμερα, Μακαριώτατε, άγιοι Αδελφοί, πενθηφόρε λαέ, οι καμπάνες της Μητροπολιτικής περιφέρειας Κυρηνείας, παρόλο που θα’θελαν να διαμηνύσουν με το πένθιμο κτύπημά τους, τη θλιβερή είδηση παντού. Να διαλαλήσουν το θλιβερό άγγελμα του πρόωρου θανάτου, στην προσφυγιά, του πνευματικού πατρός και ποιμενάρχου της κατεχόμενης πόλης και επαρχίας.

Κι είναι, όντως, καταθλιπτική η είδηση που από χθες διεχύθη σ’ολόκληρη την Κύπρο, αλλά και τον ευρύτερο ελληνισμό. Όχι τόσο γιατί ο αδελφός ημών Μητροπολίτης Κυρηνείας μετέστη εκ της προσκαίρου ζωής, σε ηλικία που θα μπορούσε πολλά ακόμη να προσφέρει στην Εκκλησία και στην πατρίδα. Στην περίπτωση αυτή θα ίσχυε το παλαιοδιαθηκικό «Τελειωθείς εν ολίγω επλήρωσε χρόνους μακρούς». Ο θρήνος και θλίψη όλων οφείλονται στο ότι ο μακαριστός εκοιμήθη μακράν της έδρας της θεοσώστου επαρχίας του. Η οδύνη οφείλεται στο ότι σαν τον Μωυσή δεν αξιώθηκε να δει και να λειτουργήσει στα άγια χώματα της πατρίδας, της κατεχόμενης επαρχίας του, αλλά, όπως κι εκείνος, έτσι κι αυτός μακρόθεν τα αντίκρυσε. Ο κοπετός δεν είναι μόνον για τον Κυρηνείας που πορεύεται την μακαρίαν οδόν «ίνα αναπαύσηται εκ των κόπων αυτού», αλλά και για την Κυρήνεια, την πολυφίλητη πόλη του αγίου Θεοδότου, που για 37 ολόκληρα χρόνια στενάζει κάτω από την μπότα του πιο βάρβαρου κατακτητή και με την οποία ο αοίδιμος ιεράρχης ταυτίστηκε καθόλη τη διάρκεια της αρχιερατείας του.

Ο νους μας τρέχει σήμερα στον Αρχάγγελο Μιχαήλ και στην ένδοξη καθέδρα φημισμένων ιεραρχών, των μετέπειτα αρχιεπισκόπων Κυρίλλου του Γ΄ και Μακαρίου του Β΄, προχωρά στον Καραβά και την αχειροποίητο, στη Λάπηθο και τον άγιο Ευλάλιο, στο δαφνοστεφανωμένο Δίκωμο του Μάτση, στις άλλες κωμοπόλεις και τα χωριά μας που αισθάνονται και βιώνουν μαζί με την κατοχή και τον απορφανισμό. Η θύμισή μας σκαρφαλώνει στον Πενταδάκτυλο, εκεί όπου βρίσκονται, ακόμα, άταφοι οι ηρωικοί νεκροί μας που προδωμένοι, προασπίστηκαν την τιμή και την αξιοπρέπεια μας, έναντι πολυπληθέστερου και υπερόπλου εχθρού. Ακούμε ευκρινώς από παντού το μοιρολόι της γης μας, τον θρήνο των προγόνων μας και γιγαντώνουμε το φρόνημα για αγώνα μέχρι την απελευθέρωση, ενδυναμώνουμε την πίστη για επιστροφή.

Γεννημένος στη Λάρνακα το 1945 ο μακαριστός ιεράρχης ευτύχησε να έχει μητέρα πρότυπον αρετής η οποία όχι μόνον τον επαιδαγώγησε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου», αλλά και έκαμε το παν, εκδαπανωμένη καθημερινώς, ώστε ο μικρότερος της γιος, ο Παναγιώτης, μα μην αισθάνεται βαριά την εκ πατρός απορφάνιση.

Μετά την αποφοίτησή του από την Αγγλική Σχολή Λευκωσίας, φοίτησε για ένα έτος στο Παγκύπριο Γυμνάσιο και, παίρνοντας έτσι απολυτήριο Ελληνικού Γυμνασίου, σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Ως έλαφος διψώσα επί τας πηγάς των υδάτων» μετέβη στην Οξφόρδη όπου συνέχισε τις σπουδές του, με υποτροφία του ΙΚΥ, και το 1985 αναγορεύτηκε διδάκτωρ του εκεί Πανεπιστημίου. Εν τω μεταξύ αφού «επεπόθησεν η ψυχή αυτού διαμείναι εις τας αυλάς του Κυρίου» εισήλθε στις τάξεις του Κλήρου, μετονομασθείς εις Παύλον και χειροτονηθείς διάκονος το 1980 και πρεσβύτερος-αρχιμανδρίτης το 1981. Ταυτόχρονα μαζί με τα ιερατικά του καθήκοντα εργάστηκε και ως καθηγητής στην Αγγλική Σχολή Λευκωσίας. Το 1988 έγινεν ηγούμενος Μαχαιρά, το δε 1994 εχειροτονήθη Μητροπολίτης Κυρηνείας.

Με τη χειροτονία του σε Μητροπολίτη Κυρηνείας συνειδητοποίησε πλήρως τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του. Ήταν Μητροπολίτης μιας εξ ολοκλήρου κατεχόμενης επαρχίας, ελληνικής από την αυγή της Ιστορίας της κι έπρεπε να είναι ο διαπρύσιος κήρυκας και υπερασπιστής των δικαιωμάτων του ποιμνίου του, να εμψυχώνει συνεχώς, σε κάθε προσφερόμενη περίπτωση τον λαό του• να ανθίσταται στις προσπάθειες αποπροσανατολισμού του λαού που επιχειρούσαν δικοί μας και ξένοι• να κηρύττει εγρήγορση και αντίσταση στα κάθε λογής αντεθνικά σχέδια που πρότειναν συχνά-πυκνά, οι ισχυροί της γης και που παρέδιδαν αμέσως την Κερύνεια στους Τούρκους και υποθήκευαν για εκτουρκισμό, στο ορατό και όχι στο απώτερο μέλλον, ολόκληρη την Κύπρο• να αναλύει και να επεξηγεί πως πίσω από εύηχα ονόματα που συνιστούσαν το παραπλανητικό περιτύλιγμα μιας προσφερόμενης ή επιδιωκόμενης λύσης κρυβόταν η παγίδα της καταστροφής. Και φάνηκε, πράγματι, στον τομέα αυτό, δυναμικός στη θέληση και πληθωρικός στη δράση. Ο καθαρός εθνικός του λόγος ενόχλησε, κατά καιρούς πολλούς, και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, ικανοποίησε, όμως, το αίσθημα του λαού. Πολλοί τον είπαν απορριπτικόν, ένα από τα σκληρά καρύδια στην ιεραρχία, μα ο ίδιος είχε ξεκάθαρα μέσα του τα όρια της εθνικής αξιοπρέπειας και της εθνικής, γρηγορούσας, συνείδησης.

Γαλουχημένος από της παιδικής του ηλικίας με τα ορθόδοξα νάματα παρουσιάστηκε παραδοσιακός, μη αφιστάμενος της πατρώας ευσέβειας. Πρόεδρος της Συνοδικής Επιτροπής για θεολογικά ζητήματα, αγρυπνούσε πάντα για την πορεία των Θεολογικών διαλόγων. Έχοντας τακτική εβδομαδιαία εκπομπή στο ραδιόφωνο του ΛΟΓΟΥ καθοδηγούσε ορθά τον λαό. Διακονώντας σε μόνιμη βάση το μυστήριο της εξομολογήσεως οδήγησε πολλούς στην αλλαγή πλεύσης και στη σωτηρία. Λειτουργώντας κάθε Κυριακή, ανελλιπώς, αλλά και κάθε μεγάλη γιορτή, αγίαζε και τον εαυτό του και τον λαό του Θεού. Γινόταν πάντα «τύπος των πιστών εν λόγω, εν αναστροφή, εν αγάπη, εν πνεύματι, εν πίστει, εν αγνεία».

Στη συμπεριφορά του ήταν απλούς, ευθύς και ειλικρινής. Στην προσωπική του ζωή λιτός, ασκητικός , απέριττος και πάντα ανυπόκριτος. Αν έδινε εξετάσεις στη διπλωματία, είναι πέραν από σίγουρο ότι δεν θα έπαιρνε προαγώγιμο βαθμό.

Ένας, λοιπόν, φωτεινός λύχνος μετεκινήθη από τον παρόντα κόσμο στην αιωνιότητα, ζώντας από χτες στη σφαίρα της 8ης ημέρας. Είμαστε σίγουροι πως θα επεσκέφθη ήδη, με παραχώρηση του Θεού, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τις άλλες κατεχόμενες εκκλησίες του. Ήταν ανέκαθεν ο πόθος και η ελπίδα του να επισκεφθεί και να λειτουργήσει όλες τις κατεχόμενες εκκλησίες της επαρχίας του. Έθετε, όμως, πάντα ως προϋπόθεση της εθνική αξιοπρέπεια. Δεν μπορούσε, του ήταν αδιανόητο, να προσκυνήσει την κατοχή για να εξασκήσει το στοιχειώδες και αναφαίρετο δικαίωμα του, να λειτουργήσει στους ναούς της δικαιοδοσίας του.

Όσοι τον ζήσαμε από κοντά, όσοι ξέραμε τα βιώματα, τις επιδιώξεις και τους προσανατολισμούς του, εμείς όλοι, οι περιλειπόμενοι, ο Μακαριώτατος, τα Μέλη της Ιεράς Συνόδου, ο κλήρος και ο λαός της Μητροπόλεως Κυρηνείας αλλά και ολόκληρος ο Κυπριακός Ελληνισμός, την ώρα αυτή που τον προπέμπουμε στην άληκτη ζωή, βέβαιοι ότι «απόκειται αυτώ ο της δικαιοσύνης στέφανος», αναφωνούμε μαζί με τον Μέγα Βασίλειον: «Ουκ απεστηρήθημεν του αγαπητού αδελφού, αλλ’απεδώκαμεν τούτον τω Κυρίω. Ουδέ ηφανίσθη αυτού η ζωή,αλλ’επί το βέλτιον διημείφθη. Ουχ η γη κατακρύψει τον αγαπητόν ημών, αλλ’ουρανός υποδέξεται.» Κι όπως διδάσκει ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, την ημέρα εκείνη που θα ακουστεί η σάλπιγγα του Αρχαγγέλου «οψόμεθα αυτόν μηκέτι εκδημούντα, μηκέτι φερόμενον υπό τεσσάρων, μηκέτι πενθούμενον,...αλλά λαμπρόν, ένδοξον, υψηλόν....»

Την ώρα αυτή της θλίψης για τον προσωρινό χωρισμό, δίνουμε την υπόσχεση στον αδελφόν ημών, ο οποίος «προέδραμε τάχιον ημών και εισήλθε πρώτος εις την χαρά του Κυρίου αυτού», ότι θα βαδίσουμε στα ίχνη του. Πιστοί στη μνήμη του θα συνεχίσουμε τον αγώνα μέχρι την απελευθέρωση και την επιστροφή. Κι υποσχόμαστε ότι «εν τη επισκοπή ή επισκέψηται ο Θεός ημάς, συνανοίσωμεν τα οστά αυτού εντεύθεν μεθ’ημών» εις την γην της Κερύνειας. Μέχρι τότε σε προπέμπουμε, αξιομακάριστε αδελφέ και συλλειτουργέ, με τον θεσπέσιο ύμνο της Εκκλησίας: «Χριστός σε αναπαύσοι εν χώρα ζώντων και πύλας παραδείσου ανοίξοι σοι και βασιλείας δείξοι πολίτην και άφεσιν σοι δώη ων ήμαρτες εν βίω φιλόχριστε.»