English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 Λίγες σκέψεις για την Ελληνική Παιδεία στην Κύπρο

Του Μητροπολίτη Πάφου κ. Γεωργίου

Η Παιδεία είναι σημαντικότατος παράγοντας της ζωής και της επιβίωσης ενός λαού. Η επίδρασή της, όπως ομολογείται από όλους, εκτείνεται σε χρόνο αφάνταστα μεγάλο, πολύ πιο πέρα από τα μαθητικά θρανία, και επηρεάζει αποφασιστικά μικρούς και μεγάλους, αυτό το ίδιο το Έθνος. Η πνευματική άνωση ενός λαού εξαρτάται από την έκταση και την ποιότητα της παιδείας του.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία υπήρξε ο προστάτης της εθνικής παιδείας σ’ όλον τον υπόδουλο Ελληνισμό. Και στην Κύπρο, μέχρι την ίδρυση των πρώτων σχολείων - κι αυτών ιδρυθέντων από την Εκκλησία - ιερείς υπήρξαν οι θεματοφύλακες της ελληνικής παιδείας. Διατήρησαν άσβεστο το φώς της μάθησης, όσο αμυδρό κι αν ήταν αυτό, προφυλάσσοντάς το από τους ανέμους των κατακτητών πού βυσσοδομούσαν να σβήσουν και την τελευταία αναλαμπή του.

Και πράγματι μπορούμε σήμερα να ομολογήσουμε πως η ελληνική παιδεία στάθηκε η πραγματική σχεδία τού βίου μας. Αυτή μας έδωσε, εκτός των άλλων, και πνοή για να πιστεύουμε, να παλεύουμε, να προχωρούμε. Δίχως τη δάδα της δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε. Η μόνωση από τον υπόλοιπο ελληνικό κορμό, η δίωξη, η σκλαβιά, ο εξανδραποδισμός, θα μας αφάνιζαν. Μόνο μια ασφυκτικά στενή σχέση της Κύπρου με τον Ελλαδικό χώρο - ιδιαίτερα στο θέμα της παιδείας - ήταν και εξακολουθεί να είναι προϋπόθεση για την επιβίωση του ελληνισμού σ’ αυτό το νησί. Διαφορετικά θα μέναμε έρμαιο στους ανέμους που φυσούν από πολλές κατευθύνσεις.

Οι συνθήκες, βέβαια, σήμερα άλλαξαν. Η Κύπρος είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όλοι μας είμαστε μάρτυρες του πολυπολιτισμικού χαρακτήρα της κοινωνίας μας. Δεν διαφωνούμε στο ότι η παιδεία μας σήμερα πρέπει να οδηγεί στην πνευματική ευθύνη και στον παγκόσμιο πολίτη. Δεν μπορεί, όμως, η παιδεία μας να υποβαθμίζει την ταυτότητα του μέγιστου τμήματος του Κυπριακού λαού που είναι ελληνική. Η καλλιέργεια και ανάπτυξη της οικείας ταυτότητας δεν σημαίνει εθνικισμό, ούτε και εθνικό ναρκισσισμό. Σημαίνει καλλιέργεια των αξιών της παράδοσης, στέρεη γνώση της ιστορίας και γενικά αυτογνωσία.

Κατανοούμε πλήρως τους κινδύνους που ελλοχεύουν στη σύγχρονη συνάντηση των εθνών. Απολυτοποίηση του έθνους οδηγεί στον εθνικισμό. Απολυτοποίηση της οικουμένης οδηγεί στον ισοπεδωτισμό. Η Εκκλησία, ακόμα και σε καιρούς δύσκολους, και ζώντας κάτω από ξένη κυριαρχία, έχοντας υπόψη τις βασικές αρχές του Ευαγγελίου, δεν περιέπεσε στον εθνικισμό. Είδε και τον αλλόφυλο ως πλησίον και αδελφό, και υπερασπίστηκε τα δικαιώματα ακόμα και των διωκτών της. Πιστεύουμε, όμως, πως αν οδηγηθούμε στον ισοπεδωτισμό, θα οδηγηθούμε αναπόφευκτα και στη δημιουργία ανθρώπων και λαών χωρίς ταυτότητα, στη μαζοποίηση και στην παράδοση τους, χωρίς αντίσταση, στον πολιτισμικό ιμπεριαλισμό. Ο εθνικός εκφυλισμός είναι η χειρότερη μορφή δουλείας.

Δεν κρύβουμε την ανησυχία μας για τις προσπάθειες που επειχειρούνται για απεξάρτηση από το ελληνικό εκπαιδευτικό πρότυπο και την Ελλάδα, καθώς και την αμφισβήτηση της παρεχόμενης ιστορικής και θρησκευτικής ύλης στην εκπαίδευση. Ανησυχούμε, επίσης, για την αμφισβήτηση, από μερικούς, της δυνατότητας διάπλασης σωστών πολιτών στο πλαίσιο της εθνικής παράδοσης, που χαρακτηρίζουν, μάλιστα, συντηρητική και αντιδραστική.

Τι να πούμε για τον εξοβελισμό από τη διδασκόμενη ύλη υπέροχων κειμένων, της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας με τα οποία ανατράφησαν γενεές γενεών Ελλήνων της Κύπρου;

Χειρότερα είναι τα πράγματα στον τομέα της γλωσσικής κατάρτισης των παιδιών μας σήμερα και της επιχειρούμενης υποτίμησής της. Ή γλώσσα είναι ένας βασικός τρόπος με τον όποιο εκδηλώνεται άλλα και βιώνεται η εθνική αυτοσυνειδησία ενός λαού. Ή ελληνική γλώσσα είναι ο αρραγής συνδετικός κρίκος της ιστορίας του έθνους μας. Μιας ιστορίας 35 σχεδόν αιώνων. Είναι η ίδια γλώσσα του «Αιέν αριστεύειν» και του «Βασιλεύ ουράνιε», του «Ίτε παίδες Ελλήνων... νυν υπέρ πάντων αγών» και του «Αποτίναξέ τους, Πενταδάκτυλέ μου», η γλώσσα του Ομήρου, και του Σοφοκλή, αλλά και του Παλαιολόγου και του Ρήγα Φεραίου και του Γρηγόρη Αυξεντίου.

Ως Εκκλησία έχουμε κι ένα επιπλέον λόγο να καυχόμαστε για την Ελληνική μας γλώσσα. Ο λόγος του Θεού κατεγράφη εξ αρχής εις την Ελληνική γλώσσα. Κι αργότερα, όταν ο λόγος του Θεού έπρεπε να ερμηνευθεί με το λόγο του ανθρώπου, δεν υπήρχε στη σκηνή της Ιστορίας άλλος φιλοσοφικός λόγος εκτός από τον Ελληνικό και σ’ αυτόν ερμηνεύθηκε και αναλύθηκε η Καινή Διαθήκη.

Μπορούμε λοιπόν, οι Νεοέλληνες, να στερούμε από τα παιδιά μας τον θησαυρό της γλώσσας μας; Μπορούμε να τους στερούμε την πνευματική απόλαυση της εντρύφησης στα κείμενα των προγόνων μας;

Η σημερινή καθώς και η παντοτινή ευθύνη της Εκκλησίας απέναντι στο έθνος, την ωθεί στο να ενδιαφέρεται πάντοτε για την παιδεία του τόπου. Καθώς η παιδεία επηρεάζει βαθιά και διαμορφώνει άμεσα την εθνική συνείδηση και καθώς η Εκκλησία είναι ένας από τους κύριους στυλοβάτες του Έθνους, είναι αδιανόητο να μείνει μακριά από τα θέματα αυτά. Κι ακόμα όταν, ως Εκκλησία, επιδιώκουμε σύμμετρη ανάπτυξη ύλης και πνεύματος, μπορούμε να σιωπήσουμε σε μια εκτροπή από την ανθρωπιστική στην ωφελιμιστική παιδεία;

Δεν ζητούμε, ούτε επιχειρούμε εκβιαστικά, ποδηγέτηση της Κυβέρνησης του τόπου στα θέματα παιδείας, ούτε και σ’ άλλα θέματα. Δεν απεμπολούμε όμως το δικαίωμα να έχουμε άποψη επί των καιριοτέρων ζητημάτων του τόπου και να την εκθέτουμε ελεύθερα, όπως τέτοιο δικαίωμα έχει σήμερα και ο τελευταίος πολίτης. Η παρέμβασή μας αυτή δεν συνιστά αντιδικία, ή αμφισβήτηση. Με την παρέμβαση της η Εκκλησία βοηθά την πολιτεία αλλά και το λαό να συνειδητοποιήσουν και τις πνευματικές διαστάσεις κάποιων επιλογών ή τάσεων και να προφυλαχθούν από ελλοχεύοντες κινδύνους.

Είναι χρέος επιτακτικό, όχι μόνον της Εκκλησίας και των Εκπαιδευτικών, αλλά όλων μας, να προστετεύσουμε ως κόρην οφθαλμού την Ελληνική μας παιδεία. Χωρίς αυτήν το μέλλον του Κυπριακού Ελληνισμού διαγράφεται ζοφερόν.