English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

  

Η αποστολή της Εκκλησίας της Κύπρου, μέσω των ιερέων της, στη διαμόρφωση εθνικοθρησκευτικής αγωγής στις Ένοπλες Δυνάμεις.

                                                         Λευκωσία 26/05/2012

                                       Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

 

Ασφαλώς ο καιρός κατά τον οποίον οι άνθρωποι «συγκόψουσι τας μαχαίρας αυτών εις άροτρα και τας ζιβύνας αυτών εις δρέπανα, και ου λήψεται έθνος επ’έθνος μάχαιραν και ου μη μάθωσιν έτι πολεμείν»(Ησ.2,4) δεν φαίνεται να πλησιάζει. Σήμερα «πόλεμοι και ακοαί πολέμων και ακαταστασίαι» αναγκάζουν έθνη και λαούς να συντηρούν στρατεύματα και να μεριμνούν για την εθνική ασφάλειά τους. Κι εμείς, θύματα επεκτατικών βλέψεων, εισβολής και κατοχής, άρπαγα, αλλόθρησκου και βάρβαρου γείτονα είμαστε αναγκασμένοι να διατηρούμε στρατό, την Εθνική Φρουρά, τόσο ως μέσο άμυνας και αποτροπής περαιτέρω προώθησης των εισβολέων, όσο και ως μέσο απελευθέρωσης της κατεχόμενης γης μας. 

Ο Ελληνισμός ουδέποτε είχε την εύνοια των αριθμών. Ακόμα κι όταν μεγαλούργησε, με την ένδοξη Βυζαντινή μας αυτοκρατορία, ο πληθυσμός του δεν ξεπέρασε, κατά τους ειδικούς, τα 15-17 εκατομμύρια. Κι η Κύπρος, τμήμα του Ελληνικού Έθνους από την αυγή της Ιστορίας της, είχε πάντα την ίδια αριθμητική μειονεξία. Λίγες χιλιάδες, επομένως, είναι οι ένοπλες δυνάμεις της. Και θα πρέπει οι λίγες αυτές χιλιάδες να αναμετρώνται και να αντιπαρατίθενται με αριθμητικά πολλαπλάσιες και οπλικά υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις. Αλλού, επομένως, κι όχι στην αριθμητική υπεροχή μας θα πρέπει να στηριχτούμε.

Το αξιόμαχο ενός στρατού εξαρτάται πρώτιστα από τις αξίες από τις οποίες εμφορείται. Άνθρωποι υπόδουλοι σε διάφορα πάθη και εξαρτήσεις, έρμαια σε κάθε είδους προπαγάνδα, χωρίς πνευματικές ανατάσεις και ανώτερες αξίες, δεν μπορούν ούτε την πατρίδα να υπερασπιστούν, ούτε και στον λαό να εμφυσήσουν το αίσθημα της ασφάλειας. Αυτόν το ρόλο και την ευθύνη της εθνικής αλλά και θρησκευτικής διαπαιδαγώγησης των νέων, που αποτελούν τις ένοπλές μας δυνάμεις, αναλαμβάνει η Εκκλησία διά της Διεύθυνσης Θρησκευτικού της Εθνικής Φρουράς, των θεολόγων και των ιερέων της . Αυτή την αγωγή που πρέπει να προσφερθεί, το περιεχόμενο και τα χαρακτηριστικά της, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τις προϋποθέσεις και τα εχέγγυα επιτυχίας που θα πρέπει να έχει, θα προσπαθήσω να εκθέσω.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα τους διοργανωτές αυτής της ημερίδας που μου δίνουν την ευκαιρία να εκθέσω τις απόψεις μου και να συμπροβληματιστώ μαζί σας στο μεγάλο θέμα της εθνικοθρησκευτικής αγωγής στις Ένοπλες μας Δυνάμεις. Δεν διεκδικώ τίτλους ειδικότητας στο θέμα ούτε και διαθέτω τέτοιαν εμπειρία. Θα στηριχτώ μάλλον στην εμπειρία που απέκτησα ως καθηγητής Μέσης Εκπαίδευσης αλλά και στην ποιμαντική διακονία μου ανάμεσα στο λαό, και ιδιαίτερα τους νέους, της ίδιας, περίπου, ηλικίας με τους στρατευμένους μας. Οι προτάσεις μου, ως εκ τούτου, θα’ναι ανοικτές προς συζήτηση και θα συνιστούν εισηγήσεις προς υιοθέτηση.

Θα επισημάνω πρώτα αντικειμενικές δυσκολίες του εγχειρήματός μας:

    α)Οι νέοι κατατάσσονται στην Εθνική Φρουρά αμέσως μετά την αποφοίτησή τους από το Λύκειο, στην ηλικία των 18 ετών, ή και μικρότερη, σε μιαν ηλικία, δηλαδή, κρίσιμη για τη ζωή τους, αφού βιώνουν, ακόμα, την αστάθεια της εφηβείας. Μεταφυσικά ερωτήματα, αμφισβήτηση παραδεδομένων θεσμών, κοσμοθεωριών και αυθεντιών, βρίσκονται στο επίκεντρο του μεταβαλλόμενου κόσμου τους.

    β)Το γεγονός, ακόμα, ότι διακόπτουν τις σπουδές τους και την προσπάθειά τους για επαγγελματική αποκατάσταση, αφού οι πλείστοι εξασφαλίζουν θέση σε Πανεπιστήμια και αναστέλλουν τη φοίτησή τους, λόγω της στράτευσης, ενώ βλέπουν τις χθεσινές συμμαθήτριές τους να συνεχίζουν απρόσκοπτα την μαθησιακή πορεία τους, δημιουργεί σ’αυτούς πολλήν αναστάτωση και τους προδιαθέτει αρνητικά για το έργο που αναλαμβάνουν.

    γ)Μα και το όλο φιλελεύθερο και χαλαρό κλίμα που επικρατεί σήμερα στην κοινωνία, στο σπίτι αλλά και στο σχολείο, με ελάχιστους μέχρι καθόλου περιορισμούς, ή στερήσεις, στην προσωπική ζωή, οι πολλαπλές προκλήσεις για άνετη και εύκολη ζωή, δυσκολεύει τους νέους στην προσαρμογή στο πρόγραμμα και στους κανόνες της στρατιωτικής ζωής.

    δ)Κι από την άλλη, η ανατροπή της κλίμακας των αξιών που παρατηρήθηκε στην Κύπρο μετά την Τουρκική εισβολή, καθώς και ο βαθμιαίος αποπροσανατολισμός από τις ιδέες του ηρωισμού, της φιλοπατρίας και της αξιοπρέπειας που επιτάθηκε με τη σημερινή διακυβέρνηση, δημιουργεί αμφιβολίες και ερωτηματικά ακόμα και για την ανάγκη ύπαρξης της Εθνικής Φρουράς.

      Έχοντας υπόψη αυτές τις εγγενείς δυσκολίες και προσπαθώντας καθημερινά και σε κάθε βήμα να τις αντιμετωπίζουμε, θα πρέπει να προχωρήσουμε στο έργο μας, το οποίο είναι διφυές: Αναφέρεται αφ’ενός στη θρησκευτική  και αφ’ετέρου στην εθνική διαπαιδαγώγηση. Παρόλο που η αγωγή είναι ενιαία και τα όρια της θρησκευτικής και εθνικής διαπαιδαγώγησης είναι αδιαχώριστα, εν τούτοις για σκοπούς καλύτερης περιγραφής θα τα εξετάσω χωριστά.

Θρησκευτική αγωγή

    Η μέγιστη πλειοψηφία των στρατιωτών τελειώνουν τα σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης κι έχουν, επομένως, παρακολουθήσει το μάθημα των Θρησκευτικών για δυο διδακτικές περιόδους εβδομαδιαίως σε έξι χρόνια. Εν τούτοις, παρουσιάζονται να αγνοούν πολλά και σημαντικά πράγματα της πίστης μας. Αλλά και ο στόχος μας δεν είναι απλώς η μετάδοση γνώσεων. Είναι, κυρίως, η μετάδοση εμπειρίας και βιώματος. Η πίστη μας έχει, ασφαλώς, και μια γνωσιολογική διάσταση. Ο Θεός αποκαλύφθηκε στον κόσμο με συγκεκριμένες πράξεις: Δημιουργία, Νομοδοσία στο Σινά, εξαγγελίες μέσω των Προφητών και προετοιμασία όλου του κόσμου για υποδοχή του σαρκωμένου Υιού του Θεού. Χωρίς αυτά να μπορούν να χωριστούν από το μυστήριο, δεν παύουν από του να είναι γεγονότα που έγιναν σε ορισμένο χώρο και χρόνο, η γνώση των οποίων συνιστά απαραίτητη υποδομή για την Χριστιανική ζωή. Με σωστά δομημένα σύντομα κηρύγματα –γραπτά, ή προφορικά-, επετειακά, ή με βάση μια μελετημένη σειρά, μπορούν να δοθούν οι πιο πάνω γνώσεις.

Κυρίως, όμως, πρέπει να επιδιωχθεί η σύνδεση του κάθε στρατιώτη με την Εκκλησία και τα μυστήριά της, τις τελετές και την όλη δράση της, να δημιουργηθεί ένα βίωμα, μια προσωπική εμπειρία σ’αυτόν. Στα πλαίσια αυτής της επιδίωξης θα πρέπει να γίνει επαφή των νέων με την Τέχνη και τη Μουσική που ύμνησαν τον Χριστό, αλλά και με την αρχιτεκτονική των ναών μας. Χωρίς να θέλω να γίνω κουραστικός, ή υπέρμετρα αναλυτικός, αναφέρω πώς σε μιαν παράγραφο μπορούμε να δώσουμε την ιδιαιτερότητα της αρχιτεκτονικής των ναών μας. Ας μη ξεχνούμε ότι έχουμε ανθρώπους 18 και 19 ετών που η αντιληπτική τους ικανότητα είναι μεγάλη:

Η αρχιτεκτονική των ναών εκφράζει τη θεολογία των Εκκλησιών. Οι Ρωμαιοκαθολικοί έχουν ναούς θεόρατους με τα τόξα του Γοτθικού ρυθμού να τονίζουν το απρόσιτον του Θεού, το εντελώς ξένον προς τους ανθρώπους, αλλά και την άποψη ότι με τη νόηση μπορούμε να διεισδύσουμε μέχρι σ’αυτόν, να τον φτάσουμε. Μπαίνεις μέσα σ’αυτούς τους ναούς και νιώθεις δέος για τη μικρότητά σου μπροστά στην απεραντοσύνη του οικοδομήματος. Οι Προτεστάντες, από την άλλη, απέρριψαν το μυστηριακό χαρακτήρα της θρησκείας. Βλέπουν τον Χριστιανισμό ως απλή διδασκαλία ηθικών αρχών. Γι’αυτό κι οι ναοί τους είναι απλές, απέριττες, αίθουσες διδασκαλίας. Οι Ορθόδοξοι τονίζουμε το μυστήριο του Χριστιανισμού αλλά δεν παραθεωρούμε και το γεγονός ότι ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού, του ενός προσώπου της Αγίας Τριάδος, είναι προσιτός στον άνθρωπο. Ένας Θεός απρόσιτος στο μεγαλείο του, είναι έννοια αδιάφορη για τον άνθρωπο. Έτσι έχουμε τη μέση, τη βασιλική οδό. Τόσο οι Βυζαντινοί μας ναοί, όσο και οι απέριττες «βασιλικές», τονίζουν τη θεολογία μας.

Η αλλαγή του σημειοσυστήματος στην κοινωνία που ζούμε από τότε που γράφτηκαν τα ιερά κείμενα μας και η έλλειψη παραστάσεων από τους νέους, είναι ένα άλλο σοβαρό εμπόδιο στο έργο μας. Θα αντιμετωπισθεί επιτυχώς αν προσπαθήσουμε να μεταφέρουμε αυτά που θέλουμε να διδάξουμε, με λόγους και σχήματα της εποχής, γνωστά σ’αυτούς. Να βάλουμε το ίδιο και αμετάβλητο υλικό σε νέα δοχεία, να χρησιμοποιήσουμε νέο περίβλημα. Κάνω μια αναφορά στην παραβολή των ζιζανίων. Αν ο Χριστός έλεγε σήμερα την παραβολή αυτή, ίσως νά’ παιρνε το παράδειγμά του από έναν πυρηνικό αντιδραστήρα. Μια ανεπιθύμητη εκτροπή, μια δευτερεύουσα αντίδραση, είναι τα ζιζάνια της παραβολής. Αν δεν ληφθούν μέτρα καταστολής της, (αν δεν επαγρυπνεί ο επιστήμονας, όπως τότε ο γεωργός), θα γίνει αυτή η κύρια αντίδραση και θα οδηγήσει σε ανεξέλεκτη κατάσταση, στην καταστροφή. Η γεωργική απώλεια ήταν η μεγαλύτερη καταστροφή που μπορούσε να πάθει μια κοινωνία τότε. Το αντίστοιχο σήμερα είναι ο πυρηνικός όλεθρος.

Οι νέοι σήμερα, αγνοούν, ίσως,  «το ηδύοσμον και το άνιθον και το κύμινον». Ξέρουν όμως πολύ καλά τι είναι χημικά όπλα και τι πυρηνικά όπλα. Εκείνο το «ουαί υμίν....ότι αποδεκατούτε το ηδύοσμον και το άνιθον και το κύμινον και αφήκατε τα βαρύτερα του Νόμου..», ο ιερεύς θα μπορούσε να το ερμηνεύσει: «Ουαί υμίν...ότι καταστρέφετε τα χημικά όπλα και προάγετε τα πυρηνικά».  Υπάρχουν κι άλλα, πολλά, παραδείγματα, στα οποία θα μπορούσαμε να σταθούμε. Αν εμείς έχουμε αντιληφθεί το μήνυμα του Ευαγγελίου και της πίστης μας, δεν θα βρούμε δυσκολία σ’αυτό το σημείο. Καταλαβαίνετε, βέβαια, τη σημασία που έχει η δική μας κατάρτιση και επάρκεια.

Δεν είναι, όμως, μόνον το σημειοσύστημα, οι τρόποι έκφρασης μας που έχουν αλλάξει, σε σχέση με την εποχή συγγραφής της Καινής και της Παλαιάς Διαθήκης. Είναι και τα προβλήματα  της σύγχρονης εποχής διαφορετικά. Η ανάπτυξη της Τεχνολογίας αλλά και της Επιστήμης στις μέρες μας, θέτουν τους ανθρώπους, και ιδιαίτερα τους νέους, μπροστά σε νέους προβληματισμούς. Προβληματισμούς για θέματα Βιοηθικής, Οικολογίας, συμβίωσης άνευ γάμου κλπ. Θα πρέπει και σ’αυτούς τους προβληματισμούς της νεότητας και των στρατιωτών να δώσουμε απαντήσεις. Αν μείνουμε προσηλωμένοι στα τετριμμένα, θα απορριφθούμε.

Ίσως ένα βιβλιαράκι που να περιλαμβάνει τα ενδιαφέροντα αυτά θέματα θα ήταν και σύντροφος των στρατιωτών σε ώρες σχόλης. Έχουμε μορφωμένους ανθρώπους της Εκκλησίας που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στη συγγραφή τέτοιου βοηθήματος.

Θεωρώ καλή την προσπάθεια που ήδη γίνεται στην Εθνική Φρουρά στο λειτουργικό τομέα. Αναφέρομαι στην τέλεση  της ακολουθίας της Ανάστασης, αγιασμών και άλλων ιεροτελεστιών, καθώς και στην έκδοση σε καλαίσθητα τεύχη του Αγίου Ευχελαίου, των παρακλητικών κανόνων προς την Θεοτόκο και  σ’άλλα. Συμβάλλουν στη δημιουργία των βιωμάτων για τα οποία μιλήσαμε προηγουμένως.

Η παροχή γνώσεων αλλά κυρίως εμπειρίας και βιωμάτων χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη όλες τις σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους. Κυρίως όμως, απαιτείται η βίωση εκ μέρους του διδάσκοντος, του κληρικού, εκείνων που προσπαθεί να μεταδώσει. Για να πείσεις π.χ. για τη θεότητα του Χριστού, δεν είναι αρκετή η εξιστόρηση γεγονότων ή η μηχανική τέλεση ακολουθιών. Αν ο ιερεύς, ή ο θεολόγος, δεν πιστεύει ακράδαντα στη θεότητα του Χριστού, δεν θα πείσει, όσο κι αν προετοιμαστεί, όσο κι αν κοπιάσει. Ισχύει πάντα η ρήση: «Οι άνθρωποι ου τοις λεγομένοις προσέχουσιν αλλά α πράττομεν εξετάζουσι».

 

Εθνική αγωγή

Νομίζω πως για μας τους κληρικούς, αλλά και για τους λαϊκούς θεολόγους, τα πράγματα είναι δυσκολότερα, από την άποψη της δυνατότητας να πείσουμε, στον εθνικό τομέα, στην προσπάθεια για εθνική διαπαιδαγώγηση των στρατευμένων. Ποικίλες αιρέσεις και κινήματα, στο δικό μας χώρο πιο γνωστοί είναι οι Χιλιαστές, ή Μάρτυρες του Ιεχωβά, αλλά και το όλο κλίμα της παγκοσμιοποίησης, καταπολεμούν την προσήλωση σε εθνικές αξίες, την έννοια της πατρίδας και την υποχρέωση για υπεράσπισή της.

Κενοφανή συνθήματα, που βρίσκουν σύμμαχο τη ραθυμία των ανθρώπων, ενσπείρουν αμφιβολίες ως προς την αναγκαιότητα της ύπαρξης στρατού και της υπεράσπισης της πατρίδας. Αναφέρονται πολλοί, στο γεγονός ότι ο Θεός δεν δημιούργησε εξυπαρχής διαφορετικά έθνη, αλλά ένα ζεύγος ανθρώπων, κι ότι μια από τις βασικές εντολές του είναι το «ου φονεύσεις». Πώς επιτρέπονται, λοιπόν, διατείνονται, πόλεμοι και φόνοι των αντιπάλων, προς υπεράσπιση της πατρίδος; Κι από την άλλη, λεν, ποιος είναι ο στόχος του κάθε χριστιανού και ποιος ο σκοπός της Εκκλησίας; Στόχος δεν είναι, μήπως,  η «Άνω Ιερουσαλήμ», η είσοδος εις την βασιλεία των Ουρανών; Εύκολη, μέσω της Αγίας Γραφής, η απάντηση στα σοφίσματα αυτά:

Στη δισχιλιόχρονη ιστορία του Χριστιανισμού, η έννοια της πατρίδος όχι μόνον αναγνωρίζεται αλλά και ευλογείται και καθαγιάζεται από την Εκκλησία. Ήδη στην Π.Δ. είναι γνωστός ο θρήνος των Εβραίων που βρίσκονται στην αιχμαλωσία για την Ιερουσαλήμ, καθώς και οι όρκοι αφοσίωσης προς αυτήν: «Εάν επιλάθωμαί σου Ιερουσαλήμ, επιλησθείη η δεξιά μου∙ κολληθείη η γλώσσα μου τω λάρυγγί μου, εάν μη σου μνησθώ»(Ψαλμ. 136ος). Κι ο προφήτης Ιερεμίας θρηνεί γι’αυτούς που αιχμαλωτίζονται και δεν θα ξαναδούν την πατρίδα τους: «Κλαύσατε κλαυθμώ τον εκπορευόμενον, ότι ουκ επιστρέψει έτι, ουδέ όψεται την γην της πατρίδος αυτού»(Ιερ.22,10).

Στην Κ.Δ. ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ως άνθρωπος, δεν απαρνείται την αγάπη προς την πατρίδα του. Έτσι «έκλαυσεν επί την Ιερουσαλήμ», προβλέποντας την καταστροφή της. Ο Απ.Παύλος, μιλώντας στον Άρειο Πάγο, διδάσκει ότι η ύπαρξη εθνών και επίγειων πατρίδων ανάγεται στον Θεόν: «Εποίησεν, (ο Θεός), εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων κατοικείν επί παν το πρόσωπον της γης, ορίσας προστεταγμένους καιρούς και τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών»(Πρ.17,26). Μετά την πτώση των πρωτοπλάστων, ο Θεός ευλόγησε την ύπαρξη των διαφόρων εθνών, γιατί έκρινε πως έτσι διευκολυνόταν η προετοιμασία του κόσμου για την εν σαρκί επιδημία του Υιού του.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέγει: «Ουδέν πατρίδος γλυκύτερον», ο δε Μέγας Αθανάσιος θεωρεί ότι το «εν τοις υπέρ πατρίδος πολέμοις αναιρείν τους αντιπάλους και έννομον και επαίνου άξιον». Είναι γι’αυτόν το λόγο και με βάση αυτή τη διδασκαλία που η Εκκλησία επαινεί τον υγιή πατριωτισμό και εύχεται όπως ο Θεός ευλογεί τους άρχοντας «νίκας χορηγών αυτοίς κατά των πολεμίων» και όπως διαφυλάσσει τας χριστιανικάς πόλεις «εκ βαρβαρικής αλώσεως» και «εκ παντοίων κινδύνων». Στη Θεία Λειτουργία του Μ.Βασιλείου προσευχόμαστε όπως ο Θεός «επισκιάζει επί την κεφαλήν αυτών (των πιστών βασιλέων ή αρχόντων) εν ημέρα πολέμου…και υποτάσσει αυτοίς πάντα τα βάρβαρα έθνη τα τους πολέμους θέλοντα».

Το ότι εις την άλλην ζωήν θα καταργηθεί η έννοια της πατρίδος,  δεν συνεπάγεται κατάργηση αυτής της ιδέας από τώρα. Στην άλλη ζωή δεν θα υπάρχει ούτε οικογένεια, χωρίς να σημαίνει ότι από τώρα θα πρέπει να καταργήσουμε τον θεσμόν αυτόν.

«Να ζεις χωρίς πατρίδα δεν μπορείς. Ύστερα από την αγάπη στον Θεό, είναι η αγάπη της πατρίδος», γράφει κι ο μεγάλος ποιητής μας Κωστής Παλαμάς.

Κι αν αυτά ισχύουν για όλα τα έθνη και όλους τους Χριστιανούς, ανταποκρίνονται πολύ περισσότερο σ’εμάς, τους Έλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς και στο δικό μας έθνος.

Από τότε που η Χριστιανική θρησκεία έγινε η μόνη θρησκεία των Ελλήνων, αφού εκτόπισε την πολυθεΐα του Ολύμπου και αφού προσέλαβε πάμπολλα στοιχεία του Ελληνικού πολιτισμού, όπως τη γλώσσα, τους φιλοσοφικούς όρους, το δημοκρατικό πολίτευμα στην εκκλησιαστική διοίκηση, την εξεικόνιση του Θείου και άλλα, εδημιουργήθη νέος χαρακτήρας του ελληνικού πολιτισμού ο οποίος δεν νοείται χωρίς τον Χριστιανισμό, ούτε και μακριά από την Εκκλησία. Ο Χριστιανισμός εβοηθήθη τα μέγιστα από τον Ελληνισμό, ως προς το εξωτερικό, ασφαλώς, περίβλημά του και τη δυνατότητα έκφρασης και διάδοσής του. Μα κι ο Ελληνισμός ωφελήθη το ίδιο, αν όχι περισσότερο, από αυτή τη σύζευξη. Φτάνει να θυμηθούμε ότι όλη η πνευματική παραγωγή των Ελλήνων σταματά τον 3ον π.Χ.αιώνα. Για τρεις και πλέον αιώνες δεν έχουμε ούτε καν υπομνημάτιση των παλαιοτέρων έργων, φιλοσοφικών, ή άλλων. Έρχεται ο Χριστιανισμός, όμως, και με το νέο πνεύμα και τις νέες έννοιες που φέρει στον κόσμο δίνει νέαν ώθηση στα Ελληνικά γράμματα. Η Κ.Δ. εγράφη,  αλλά και ερμηνεύθη και ανελύθη από τους Πατέρες της Εκκλησίας  στην Ελληνική. Γι αυτό κι οι Έλληνες εταύτισαν την Ορθόδοξη πίστη και την Ελληνική εθνική συνείδηση. Η ταύτιση αυτή απετέλεσε τη νέα πνευματική δύναμη την οποία το «Ελληνικόν», για να χρησιμοποιήσω τον όρο του αγίου μάρτυρος Ιουστίνου του Φιλοσόφου,  αντέταξε στην πίεση των οιωνδήποτε κατακτητών. Η Εκκλησία κατέστη, έτσι, η προστάτις του έθνους σε κάθε στιγμή. Και το έθνος εσώθη πάντοτε δι’ αυτής. Στρέφοντας σήμερα το βλέμμα μας προς τα πίσω διαπιστώνουμε ότι η Ιστορία της Εκκλησίας είναι η Ιστορία του Έθνους μας. Οι τύχες της είναι και τύχες του, οι θυσίες της είναι και θυσίες του, η χαρά της πάντοτε χαρά του.

Η επίγεια πατρίδα για μάς τους Έλληνες Ορθόδοξους Χριστιανούς είναι συντονισμένη στο πνεύμα της ουράνιας πατρίδας. Οι δρόμοι της είναι αποστολοβάδιστοι. Τους δρόμους της Κύπρου περπάτησαν οι Απόστολοι Παύλος, Βαρνάβας και Μάρκος. Το χώμα της είναι ποτισμένο με το αίμα των μαρτύρων της πίστεως και αγιασμένο από τους τάφους που δέχτηκαν τα τίμια λείψανά τους. Τα βουνά και οι κάμποι της είναι στολισμένοι με μοναστήρια και εκκλησίες, τα σκηνώματα της πίστης μας. Η Ιστορία της είναι γραμμένη με τα διδάγματα και τις θυσίες των αγίων. Έτσι η επίγεια πατρίδα οδηγεί τον άνθρωπο προς τα άνω, συντελεί στη δημιουργία μιας κοινωνίας της οποίας οι πολίτες γίνονται ουρανοπολίτες.

Έντονα διαποτισμένη με θρησκευτικό χαρακτήρα, λοιπόν, η έννοια της πατρίδος.

Μα και για ένα άλλο λόγο ο αγώνας για την πατρίδα και την ελευθερία καταφάσκεται από την Εκκλησία και ευλογείται από αυτή: Ο άνθρωπος πλάστηκε από τον Θεό ελεύθερος, αφού του έδωσε τη δυνατότητα να επιλέξει ακόμα και την αμαρτία και τον θάνατό του. Η πνευματική ελευθερία υποβοηθείται τα μέγιστα από την εθνική ελευθερία. Μπορεί το «υμείς επ’ελευθερία εκλήθητε» του Αποστόλου Παύλου να αναφέρεται πρωτίστως στην πνευματική ελευθερία, όμως κι η αποδοχή της εθνικής υποδούλωσης είναι μισητή στον Θεό. Στη διακήρυξη της εν Τροιζήνι εθνοσυνελεύσεως, του 1827, σημειώνεται χαρακτηριστικά: «Κάλλιον να μην υπάρχει Έλληνας στον κόσμο παρά να ατιμάζει το κατ’εικόνα Θεού και ομοίωσιν, υπάρχων ανδράποδον του αναισθήτου Τούρκου ενώ επλάσθη από τον Θεό ελεύθερος». Η διακήρυξη αυτή συνδέει το αγαθό της ελευθερίας με τη θεολογία της Εκκλησίας, συνιστά τη γνωστή «Θεολογία της απελευθέρωσης». Η ελευθερία είναι γνώρισμα του Θεού που δωρήθηκε στον άνθρωπο, αφού αυτός δημιουργήθηκε «κατ’εικόνα» του. Απεμπόλησή της οδηγεί στην απάρνηση της ιδιότητας του ανθρώπου. Έχουν χρέος λοιπόν οι Χριστιανοί να διεκδικούν και την εθνική τους ελευθερία.

Σ’ολόκληρο τον Ελληνισμό η Εκκλησία προστάτεψε ανέκαθεν το έθνος, την εθνική συνείδηση του και αγωνίστηκε για την περιφρούρηση της εθνικής ελευθερίας του ή την ανάκτησή της όσες φορές το έθνος υπέκυπτε σε υπέρτερες δυνάμεις. Το ίδιο συνέβη και στην Κύπρο. Αφότου η Κύπρος δέχτηκε τον Χριστιανισμό, η Κυπριακή Εκκλησία υπήρξε πάντοτε πρωτοπόρος των Κυπριακών αγώνων . Αυτή ένωσε τους Έλληνες της Κύπρου, μεταξύ τους με αρραγείς , ακατάλυτους δεσμούς. Κι είναι δόξα της αδιαφιλονίκητη ότι σ’όλους τους δύσκολους καιρούς, στους πολλούς και ασέληνους αιώνες της δουλείας, στάθηκε η αληθινή κιβωτός της εθνικής ψυχής. Αυτή συντήρησε μέχρι σήμερα τον Κυπριακό Ελληνισμό και τον προστάτεψε από όλους τους φοβερούς ανέμους που τον απειλούσαν. Κρατώντας στους ώμους τον σταυρό του εθνικού μαρτυρίου και προκινδυνεύοντας υπέρ της ελευθερίας της δούλης πατρίδος, δεν δίστασε η Κυπριακή Εκκλησία να προσφέρει, ως θυσία, τα τέκνα της, κληρικούς και λαϊκούς. Φορέας και προασπιστής των αξιών της δικαιοσύνης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας δεν μπορούσε να συναινέσει με κανένα τρόπο και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες στη δουλεία των τέκνων της.

Κατοχυρωμένη, λοιπόν, και από την Αγία Γραφή αλλά και από την Ιερά Παράδοση  τόσο η έννοια της πατρίδας και της εθνικής ελευθερίας όσον και η υποχρέωση προς υπεράσπιση τους. Στο Ελληνικό μας έθνος, μάλιστα, όπως αναφέραμε προηγουμένως οι έννοιες του έθνους και του Χριστιανισμού αλληλοεπηρεάζονται και αλληλοενισχύονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε η διάκρισή τους να μην είναι εύκολη.

Μπορεί ο ιερεύς,  ή ο θεολόγος, να φέρει πολλά παραδείγματα στους στρατευμένους νέους ώστε να τους ενθουσιάσει, για ευκολότερη αποδοχή των πιο πάνω. Αναφέρω συγκεκριμένα παραδείγματα:

Για μας ίσως είναι κοινός τόπος η συνάντηση του Χριστού με τους Έλληνες. Οι νέοι μας, όμως, πιθανότατα να την αγνοούν. Αν η αφήγησή μας καλύψει και κάποιες άλλες λεπτομέρειες θα φτάσει κοντά τους σαν μια ελκυστική ιστορία. Ίσως να αγνοούν και θα πρέπει να τους το μεταφέρουμε ότι με τη διάδοση τότε, με τον Μ.Αλέξανδρο και τους διαδόχους του, του Ελληνικού πολιτισμού, πολλοί λαοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Εβραϊκός, επηρεάστηκαν και υιοθέτησαν και τα ελληνικά ονόματα και ότι δυο από τους δώδεκα αποστόλους έφεραν ελληνικά ονόματα: Ο Ανδρέας-της ανδρείας, λέξεως ελληνικής, επώνυμος- και ο Φίλιππος-το όνομα αυτό έφεραν και οι βασιλείς της Μακεδονίας-. Λόγω των ελληνικών τους ονομάτων θα τους επλησίασαν οι Έλληνες εκείνοι, «οι ελθόντες εις την εορτήν», λέγοντάς τους «θέλομεν τον Ιησούν ιδείν». Και περιποιεί τιμή για μας τους Έλληνες-το κείμενο κατά τους ερμηνευτές αναφέρεται στην εθνική τους καταγωγή κι όχι στο γενικό χαρακτηριστιμό του ειδωλολάτρη-το ότι ο Χριστός εκφράστηκε τόσο κολακευτικά για το έθνος μας: «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου».

Και κάτι ακόμα: Το ότι ο λόγος του Θεού, το Ευαγγέλιο, καταγράφηκε στην ελληνική γλώσσα είναι μικρό προνόμιο και μικρή εύνοια του Θεού προς τον Ελληνισμό; Κι επί πλέον θα πρέπει να αντιληφθούν οι νέοι μας ότι όταν ο λόγος του Θεού έπρεπε να υπομνηματισθεί, να εξηγηθεί με ανθρώπινους όρους, δεν υπήρχε στο προσκήνιο της Ιστορίας άλλη φιλοσοφική σκέψη και ερμηνευτική προσέγγιση παρά μόνον η Ελληνική. Έτσι και οι Πατέρες της Εκκλησίας ερμηνεύουν τον λόγο του Θεού στα ελληνικά.

Θα μπορούσαμε, ακόμα, να αναφέρουμε ότι σπουδαίοι θεολογικοί όροι, όπως θέωσις, πρόσωπον, υπόστασις, περιχώρησις και πολλοί άλλοι, δεν μπόρεσαν να αποδοθούν ακριβώς σε άλλες γλώσσες και μεταφέρονται σ’αυτές αναλλοίωτοι, όπως έχουν στα Ελληνικά.

Να γνωστοποιήσουμε, επίσης, στους στρατευμένους μας, πόσο η υμνολογία μας επηρεάστηκε  από την ελληνική μας γλώσσα και πόσο άλλοι λαοί μειονεκτούν σ’αυτό. Αναφέρω ένα απλό παράδειγμα: Όλον τον Ορθόδοξο κόσμο συγκινεί βαθύτατα ο Ακάθιστος Ύμνος. Ένα ουσιαστικό συστατικό του, για μας, είναι το γεγονός ότι οι 24 «Οίκοι» αρχίζουν με τα γράμματα του Ελληνικού μας αλφαβήτου. Στις  μεταφράσεις στις άλλες γλώσσες, αυτό το στοιχείο της «μαγείας» χάνεται. Ούτε οι έννοιες στις ξένες γλώσσες αποδίδονται με  λέξεις που να αρχίζουν από τα αντίστοιχα γράμματα των αλφαβήτων τους, ούτε και κάθε αλφάβητο έχει 24 γράμματα. Είναι κι αυτό ένα σημείο που μπορεί να οδηγήσει σε ενθουσιασμό τους στρατιώτες.

Μια άλλη συντεταγμένη της εθνικής αγωγής της στρατευμένης νεολαίας μας είναι και η ιστορική παράδοση. Οι νέοι μας θα πρέπει να πληροφορηθούν κάπως πιο αναλυτικά και με συγκεκριμένα γεγονότα, για τους διαχρονικούς αγώνες της Εκκλησίας προς υπεράσπιση της πατρίδας.  Μόνο κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας 10 Πατριάρχες, πολλαπλάσιοι αρχιερείς και πλήθος ιερέων έδωσαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι και την πίστη αλλά και την πατρίδα. Από τους πιο γνωστούς ο πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄, ο αρχιμ. Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ο Σαλώνων Ησαΐας αλλά και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ύψωσε το λάβαρο της Επαναστάσεως.

Ιδιαίτερη μνεία -ίσως στην επέτειο του θανάτου τους-μπορεί να γίνει για τον Εθνομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τους αρχιερείς και άλλους κληρικούς που εκτελέστηκαν την 9ην Ιουλίου 1821 στη Λευκωσία.

Μα να επισημαίνεται και το γεγονός πως σε όλους τους εθνικούς αγώνες, και τους πριν και τους μετά το 1821, πρωτοπόρος ήταν η Εκκλησία. Ίσως πιο γνωστά για τους στρατευμένους να είναι τα Οκτωβριανά του 1931, λόγω και της χρονικής εγγύτητας προς την εποχή μας: Ο Κιτίου Νικόδημος, ο Κυρηνείας Μακάριος, ο αρχιμανδρίτης της Φανερωμένης Διονύσιος ήσαν ανάμεσα στους εξορίστους των γεγονότων εκείνων. 

Κυρίως, όμως, η ιστορική συνιστώσα της εθνικής αγωγής της Εκκλησίας μας προς τους νέους θα πρέπει να στηριχτεί στον εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα, τον αγώνα της ΕΟΚΑ του 1955-59. Ο αγώνας εκείνος, που ήταν η συνισταμένη όλων των αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού, η δυναμική εξόρμηση του Κυπριακού Ελληνισμού από την ταπείνωση δουλείας αιώνων στα υψηλά επίπεδα των εθνικών του πόθων, ο θρίαμβος αυτός της Ελληνικής αρετής προπαρασκευάστηκε, χρηματοδοτήθηκε και καθοδηγήθηκε από την Εκκλησία, απόδειξη και πάλιν της ταύτισης έθνους και Εκκλησίας.

Η προσέγγιση των στρατιωτών, σ’αυτή την περίπτωση, μπορούσε να γίνει με αναφορά και στον τόπο υπηρεσίας τους. Ονόματα ηρώων μας και τόποι διεξαγωγής μαχών θα μπορούσαν να συνδυαστούν με τα γεγονότα. Να γίνει αναφορά στην προετοιμασία του αγώνα διά των ΟΧΕΝ(Ορθόδοξη Χριστιανική Ένωση Νέων) και ΠΕΟΝ(Παγκύπρια Εθνική Οργάνωση Νέων) που ιδρύθηκαν και καθοδηγούνταν από την Εκκλησία και σε αγωνιστές όπως τον Μάκη Γιωργάλλα, Ιάκωβο Πατάτσο, Μάρκο Δράκο, Στυλιανό Λένα, μέλη αυτών των Οργανώσεων.

Να υπενθυμιστεί αλλά και να τονιστεί ότι το σύνθημα εκείνου του αγώνα ήταν το «υπέρ πίστεως και πατρίδος», όχι μόνον το «υπέρ πατρίδος», κι ότι η επίκληση του Θεού και της βοήθειας του ήταν αυτονόητη. Ο όρκος για την μύηση στην ΕΟΚΑ γινόταν «εις το όνομα της αγίας και ομοουσίου και αδιαιρέτου Τριάδος», η δε πρώτη επαναστατική προκήρυξη του αγώνα ξεκινούσε με τη φράση «Με τη βοήθεια του Θεού και πίστιν εις τον τίμιον αγώνα μας».

Η σύνθεση των εννοιών «Θεός» και «Εκκλησία» με τις έννοιες «αγώνας» και «ελευθερία» ήταν ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα του έπους της ΕΟΚΑ. Απόδειξη κι η πηγαία ευσέβεια του Κυπριακού λαού. Κάθε Κυριακή τα καφενεία παρέμεναν κλειστά μέχρι τις 10 το πρωί για να μπορούν οι άνθρωποι απερίσπαστα να πηγαίνουν στην Εκκλησία,όπου γίνονταν κάθε φορά παρακλήσεις και γονυκλισίες για εκζήτηση της Θείας βοηθείας προς ευόδωση του αγώνα και απελευθέρωση των εξορίστων στις Σεϋχέλλες.

Η Αρχιεπισκοπή, οι Μητροπόλεις, τα Μοναστήρια, εκτός από χρηματοδότες του αγώνα και τροφοδότες των αγωνιστών, είχαν γίνει, πολλές φορές, και καταφύγιο σ’αυτούς. Γνωστότατη η σχέση Αυξεντίου με τον Μαχαιρά, του Διγενή με τον Κύκκο, του Κκέλη με τον Άγιο Νεόφυτο κλπ.

Τη σημασία της ενεργού ανάμιξης του Κλήρου στον αγώνα τονίζει κι η αντίδραση του εχθρού: Προσπάθησε αμέσως να εξοντώσει τους επικεφαλής. Η σύλληψη και εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Μητροπολίτη Κυρηνείας Κυπριανού, καθώς και του Παπασταύρου Παπαγαθαγγέλου, οι περιορισμοί που επέβαλλαν συχνά στον τότε εθναρχεύοντα Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο και στον Χωρεπίσκοπο Σαλαμίνος Γεννάδιο καθώς και η σύλληψη άλλων σημαινόντων κληρικών, αποσκοπούσε στη διάλυση του αγώνα. Ήταν εφαρμογή του «κτυπήστε την κεφαλή για να παραλύσει το σώμα».

Θα πρέπει, λοιπόν, να εμπεδωθεί στους στρατευμένους νέους μας, μέσα στο πλαίσια της  εθνικοθρησκευτικής αγωγής αυτής, ότι η Εκκλησία της Κύπρου, που σε καιρούς κατακλυσμών στάθηκε η κιβωτός της σωτηρίας του λαού μας, η καταφυγή και το στήριγμα στους κινδύνους, έγινε και το δόρυ, η εμπροσθοφυλακή και ο καθοδηγητής στον  εθνικοαπελευθερωτικό μας αγώνα. Κι όχι τυχαία, ή ανεξήγητα. Την αποστολή της Εκκλησίας μας την καθορίζει η παράδοση. Μια παράδοση είκοσι αιώνων, που μαρτυρεί ότι αυτή δεν ηγείται μόνον πνευματικά του εκκλησιαστικού πληρώματος, αλλά και πρωταγωνιστεί, ταυτόχρονα, στους αγώνες του λαού μας για την ελευθερία και την εθνική του αποκατάσταση.

Κι αν η ανάμιξη της Εκκλησίας στον απελευθερωτικό αγώνα ήταν άμεση και καθοριστική, θα πρέπει να τονισθεί στους στρατευμένους νέους μας ότι δεν μπορεί, ούτε και σήμερα, παρά την ύπαρξη υπεύθυνης κυβέρνησης, οργανωμένων θεσμών και δομημένου κράτους, στις δύσκολες συνθήκες κατοχής και μπροστά στο διαφαινόμενο δυσκολότερο μέλλον, να σιγήσει. Δεν είναι μόνον η πατρίδα που κινδυνεύει. Είναι και η θρησκεία. Δεν είναι μόνον η εθνική μας οντότητα που αμφισβητείται. Είναι κι η φυσική μας επιβίωση που τίθεται εν αμφιβόλω. Μέχρις ότου το εθνικό μας πρόβλημα βρει δικαίωση, και επομένως, οριστική λύση, η Εκκλησία δεν μπορεί ν’ απαρνηθεί την Εθναρχική της αποστολή και ιδιότητα. Και μ’αυτή την ιδιότητα θα συνεργάζεται και θα βοηθεί, ενίοτε θα  ελέγχει και θα καυτηριάζει την εκάστοτε νόμιμη κυβέρνηση, με στόχο την εξασφάλιση της επιβίωσης, της ελευθερίας και της δικαίωσης του Κυπριακού Ελληνισμού. Οι καθημερινές επισημάνσεις της έχουν στόχο να κρατήσουν το εθνικό αισθητήριο σε εγρήγορση και να επισημαίνουν τους ελλοχεύοντες κινδύνους.

Δύσκολο το έργο της Εκκλησίας για δημιουργία και προώθηση κατάλληλου συστήματος εθνικοθρησκευτικής αγωγής στις ένοπλες δυνάμεις. Δύσκολη, επομένως, κι η αποστολή μας, αγαπητοί πατέρες και αδελφοί. Μα είναι και οι καιροί κρίσιμοι. Από την αγωγή που θα προσφέρουμε εξαρτάται το ηθικό του στρατεύματος κι ο αξιολογικός προσανατολισμός του. Συγκεφαλαιώνω τις προτάσεις μου:

Στον θρησκευτικό τομέα πέραν από την παροχή γνώσεων να επιδιώξουμε τη δημιουργία βιώματος και εμπειρίας. Να γίνει σύνδεση με τη Βυζαντινή μας τέχνη-εικονογραφία και Αρχιτεκτονική-και με τη Βυζαντινή μας Μουσική καθώς και με το λατρευτικό μας πλούτο, αλλά και με τα φλέγοντα προβλήματα της εποχής (βιοηθικά,περιβαλλοντικά και άλλα).

Στον εθνικό τομέα να κατοχυρωθεί βιβλικά αλλά κι εκκλησιαστικά το ενδιαφέρον και η μέριμνα της Εκκλησίας για τις έννοιες της πατρίδος , της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας. Να τονιστεί ιδιαίτερα η σύνδεση του Ελληνικού Έθνους με την Εκκλησία του Χριστού και τέλος να καταδειχθεί η διαχρονική συμμετοχή της Εκκλησίας στους αγώνες του Έθνους για προάσπιση, ή ανάκτηση της ελευθερίας του.

Αν η πρόταση γίνεται αποδεκτή, τουλάχιστον προς συζήτηση, είναι εύκολο, νομίζω, να διαμορφωθεί ένα πρόγραμμα και να συγγραφεί ένα εγχειρίδιο με σκοπό την υποβοήθηση τόσο των ιερέων και των θεολόγων της Διεύθυνσης Θρησκευτικού της Εθνικής Φρουράς, όσο και των στρατιωτών.

Σας ευχαριστώ που με ακούσατε. Περιμένω την κριτική, τις παρατηρήσεις και εισηγήσεις σας.