English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

 ΣΥΜΠΟΡΕΥΣΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΤΑ ΤΟΝ  Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ

Ομιλία στο Ίδρυμα Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄ Λευκωσία, 30/01/2013

                                         Του Μητροπολίτου Πάφου κ. Γεωργίου

                          

     

 

Κάθε φορά, που προστρέχουμε στους Τρεις Ιεράρχες ζητώντας τη σοφία τους πάνω σε κάποιο πρόβλημά μας, διαπιστώνουμε με έκπληξη, όχι μόνο την καθολικότητα και την πληρότητα της σκέψης τους, μα και την επικαιρότητά τους. Βαθείς ανατόμοι της ανθρώπινης ψυχής, κάτοχοι πλούσιας θεολογικής και επιστημονικής παιδείας, ανίχνευσαν πλήρως τα απύθμενα βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν άφησαν καμιά πτυχή της ζωής ανεξερεύνητη.

        Έχοντας συλλάβει το νόημα της ανθρώπινης ύπαρξης στην πληρότητά του, είναι ανίκητοι από το χρόνο, γιατί δεν ασχολούνται με τις παροδικές συμβατικότητες της ζωής, αλλά με την αναλλοίωτη, την αμετάβλητη ουσία της.

        Μπορεί, βέβαια, οι απαντήσεις τους να γίνονται δεκτές, σε ορισμένες περιόδους της Ιστορίας, υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Η απόσταση που μας χωρίζει από την εποχή και τη δράση τους, είναι οπωσδήποτε ένας μεγάλος διαφοροποιητικός παράγοντας. Σημασία, όμως, έχει πως το πνεύμα τους είναι πάντα επίκαιρο και σύγχρονο. Υπερχρονικό όπως και το Ευαγγέλιο.

        Το ερώτημα που, αναλαμβάνοντας να μιλήσω στη σημερινή γιορτή, έθεσα στον εαυτό μου ήταν: Ποιο είναι το κρίσιμο, το θέμα της εποχής στο χώρο του σχολείου και της κοινωνίας μας και τι θα είχε να συμβάλει σ’ αυτό η μνήμη των Τριών Ιεραρχών; Κι η απάντηση ήλθε αυθόρμητη: Η κοινωνία μας, μια κοινωνία προόδου, όπως θέλει να αποκαλείται, παρά την οικονομική ύφεση που την μαστίζει, ταυτίστηκε σήμερα με την επιστήμη και την τεχνολογία. Η παιδεία μας, αναπόφευκτα, κάνει μεγάλα ανοίγματα προς την κατεύθυνση αυτή. Ποιαν άραγε στάση κράτησαν οι Τρεις Ιεράρχες, οι προστάτες των Γραμμάτων και της παιδείας μας, στο θέμα της επιστήμης, της προόδου και της τεχνολογικής ανάπτυξης και τι συμπεράσματα μπορούμε ν’ αντλήσουμε από τη στάση τους αυτή;

        Από την αρχή, βέβαια, πρέπει να πούμε πως η επιστήμη κι τεχνολογία της εποχής τους είχε πολλές διαφορές από την αντίστοιχη επιστήμη και τεχνολογία της δικής μας εποχής. Είναι αξιοσημείωτο, όμως, πως κι οι τρεις τους δεν είχαν παρωπίδες, ούτε και κρατούσαν στάση άμυνας στα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής τους. Ήξεραν πολύ καλά πως η υπερβατική πραγματικότητα, ως υπερβατική δεν είναι εμπειρική κι επομένως δεν μπορούσε νάναι αντικείμενο της επιστήμης και της έρευνας, ούτε και μπορούσε να φοβηθεί τίποτα απ’ αυτή.

 Θα περιοριστώ στη συνέχεια στις απόψεις του Μ. Βασιλείου, όπως τις εκθέτει στο περίφημο έργο του «Ομιλίαι εις την εξαήμερον». Και των άλλων δύο οι απόψεις είναι παραπλήσιες, μόνο που γι’ αυτούς δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένα κείμενά τους.

        Φαίνεται πως ο Μ. Βασίλειος είχε ιδιαίτερη κλίση προς τις εμπειρικές επιστήμες, παρόλο που σπούδασε όλο το φάσμα των γνώσεων της εποχής του. Το ίδιο, εξάλλου, παρατηρούμε και στον αδελφό του τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης. Ως γνωστόν, ο Γρηγόριος ο Νύσσης θεωρείται ισάξιος των Τριών Ιεραρχών που τιμούμε σήμερα, και είναι μέγιστος βιολόγος. Για τις παρατηρήσεις του και τις παραδοχές του γύρω από την εξέλιξη των όντων θεωρείται ότι προέλαβε τον Δαρβίνο. Προσεγγίζει τα πράγματα με μιαν επιστημονική ακρίβεια, ζηλευτή και για τις μέρες μας ακόμη.

        Την ίδια επίμονη προσπάθεια εμπειρικής εξέτασης του κόσμου συναντούμε και στον Μ. Βασίλειο. Στο απολυτίκιό του αναφέρεται ότι «την φύσιν των όντων ετράνωσε». Προσπάθησε να διεισδύσει και να εξετάσει τη φύση των όντων, τόσο των εμβίων όσο και των αβίων. Παρόλο που στα έμβια όντα οι μεταβολές ήταν και τότε,  είναι και σήμερα, πολύ πιο γρήγορες και πιο εμφανείς, εν τούτοις παρατήρησε μεταβολές και στα άβια. Γι’ αυτό και κατέληξε ότι μόνον ο Θεός, που είναι υπεράνω της ύλης, είναι αμετάβλητος. «Μόνον εύρεν ακίνητον τον υπερουσίως όντα δημιουργόν του παντός», λέγει ο συγγραφέας της ακολουθίας του. Αυτή η ενασχόλησή του με τη φύση, τα φυσικά και τα χημικά φαινόμενα, τού ενισχύουν την πίστη προς τον Θεό. Πάλιν στην ακολουθία του, που ψάλλεται την πρωτοχρονιά, δηλώνεται: «την των όντων γνώσιν διετράνωσε, λαμπρώς εξηγούμενος και σαφώς διηγούμενος, την εν τοις ούσιν ευταξίαν, ποιούμενος επιγνώσεως θειοτέρας υπόθεσιν». Την ευταξία δηλ. που παρατηρούσε στα όντα και στον κόσμο, τους φυσικούς νόμους, με άλλα λόγια, που διέπουν τη λειτουργία του κόσμου, τα χρησιμοποιούσε για να φτάνει σε καλύτερη επίγνωση του Θεού.

        Μελετώντας την ύλη, ο Μ. Βασίλειος, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι με τη λογική μπορούμε να περιγράψουμε τη μορφή και τη σύστασή της, να μιλήσουμε ίσως για την ηλικία της, και να παρακολουθήσουμε τις μεταβολές της. Δεν μπορούμε όμως απροϋπόθετα να απαντήσουμε στο ερώτημα για τον σκοπό της ύπαρξής της, ούτε και ποιος τη δημιούργησε. Θέτει έτσι, πολύ νωρίς, τις αρχές στις οποίες βασίστηκαν και οι φιλόσοφοι της Επιστήμης πολύ αργότερα, τον 20ο αιώνα, ότι υπάρχει σαφής διάκριση των ερωτημάτων στα οποία μπορεί να απαντήσει η θρησκεία, ή, κατ’ άλλους η Μεταφυσική, από τη μιαν, και η Επιστήμη από την άλλη. Η Επιστήμη ασχολείται περιγραφικά και ιστορικά με τον κόσμο, με τα «πώς» και «πότε» ερωτήματα γι’ αυτόν, ενώ η θρησκεία με τα «γιατί» και «για ποιο σκοπό» ερωτήματα.   

        Ο Μ. Βασίλειος δεν αρνείται σε κανένα το δικαίωμα να είναι άπιστος. Αρνείται όμως στους άπιστους ερευνητές το δικαίωμα να προβάλλουν την απιστία τους σαν επιστημονικό πόρισμα. Έτσι σ’ αυτούς που από επιστημονική, ή φιλοσοφική, φαντασία, περιέγραψαν το σκοτάδι σαν δύναμη κακή, ή μάλλον αυτό το ίδιο το κακό, που δημιουργήθηκε από μόνο του, αντίθετο κι εχθρικό προς την αγαθότητα του Θεού, προτάσσει τη δική του απλή, αλλά σωστή, απάντηση: Το σκοτάδι δεν είναι κακό ούτε κι οφείλεται στο κακό. Είναι απλώς στέρηση του φωτός από κάποιο χώρο, παρεμπόδιση της πρόσπτωσης των ακτίνων του ήλιου σε κάποιο χώρο (Εξαήμερος Β΄ 16-24). Οι Δυαλιστές επομένως δεν μπορούν να στηρίζουν τη μεταφυσική άποψή τους στην επιστήμη. Επιστήμη και ιδεολογία, ή μεταφυσική συνιστούν αντίφαση στους όρους.

        Δείχνοντας, ο Βασίλειος, πως ο Χριστιανισμός δεν φοβάται τις φυσικές επιστήμες, αλλ’ ούτε και τις αγνοεί, εκθέτει τις γνωστές απόψεις του Δημοκρίτου και του Λευκίππου για τη σύσταση της ύλης από άτομα, που με την ένωση, ή τον αποχωρισμό τους, δημιουργούν, ή αποσυνθέτουν τον υλικό κόσμο. Ξέρει πως, σύμφωνα με τις απόψεις των πιο πάνω, μόνιμη ένωση των ατόμων οδηγεί σε σταθερά σώματα, ενώ απομάκρυνσή τους οδηγεί στην αποσύνθεση που ονομάζει και φθορά. Απορρίπτει όμως και μέμφεται όσους δέχονται την αυθυπαρξία των ατόμων και την από τυχαία συνένωσή τους, δημιουργία του κόσμου, γιατί στηρίζονται σε υποθέσεις και όχι σε αποδεδειγμένες αρχές. Δεν αναφέρονται στην Επιστήμη και τους κανόνες που την διέπουν, αλλά εκφράζονται δογματικά σε φιλοσοφικό επίπεδο. Η σχέση της ύλης προς την ζωήν αφορά την επιστημονική έρευνα και όχι τη θρησκεία. Πίσω όμως από την ύλη ο Βασίλειος διαβλέπει τον δημιουργό – Θεό (Εξαήμερος Α΄, 7-9).

        Μπροστά στην επιστημονική έρευνα, ο Βασίλειος είναι απροκατάληπτος. Η διάθεσή του είναι να επαινέσει κάθε τι το καλό που θα μπορούσε να προκύψει απο αυτή, αλλά και να ασκήσει κριτική σε μιαν ανακρίβεια ή σε  τυχόν παρουσιαζόμενο κακό. Δεν διστάζει να ασκεί έλεγχο σε γνώμες σπουδαίων ανδρών, όπως π.χ. του Αριστοτέλη, όταν φαίνονται να είναι επιστημονικά  λανθασμένες. Ο Αριστοτέλης απέδιδε τη θερμότητα του ήλιου στη γρήγορη περιστροφή του, κι όχι στις αντιδράσεις που συμβαίνουν στη μάζα του. Ο Βασίλειος απορρίπτει την εξήγηση αυτή, χωρίς βέβαια νά’ναι, τότε, γνώστης των αντιδράσεων στον ήλιο. Λέγοντας πως σε τίποτα δεν τον δυσκολεύει το να δεχθεί τη μιαν ή την άλλη εξήγηση, δηλώνει πως είναι λογικό να δεχτούμε κι άλλα ενδεχόμενα. Μπορεί ο ήλιος, λέει, νά’ναι «εκ φύσεως» θερμός (Εξαήμερος Γ΄, 35). Εξάλλου δέχεται ότι ο ήλιος έχει το φως «εγκεκραμένον εαυτώ», ανάμικτο δηλ. με τη μάζα του, πράγμα που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα όπως τη δεχόμαστε σήμερα. (Εξαήμερος Στ΄, 17). Απορρίπτει ακόμη προηγούμενες του αντιλήψεις ως προς τη φύση της κατασκευής του ουρανού που τον ήθελαν  στερεό. Δέχεται τη φύση του ουρανού λεπτή και αέρινη, πράγμα σύμφωνο με τις σημερινές αντιλήψεις (Εξαήμερος Α΄, 31).

        Για την ευστάθεια της γης δεν αναζητεί αφελείς λύσεις όπως έκαναν, και τότε, κάποιοι ευσεβιστές. Δεν εξηγεί κατά γράμμα το ψαλμικό «Εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής» (Ψαλμ. 74,4), γιατί, σύμφωνα μ’ ένα ορθό συλλογισμό που εκθέτει,  θά’πρεπε να καθορίσει και τη σύσταση των στύλων αυτών. Κι ύστερα, οι στύλοι αυτοί πού θα στηρίζονταν; Στύλοι λέει, είναι η δύναμη που την συγκρατεί. Και το ότι μένει μετέωρη στο χάος μόνη, οφείλεται στη δύναμη του Θεού, του δημιουργού της, αφού «εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης» (Ψαλμ. 94,4) (Εξαήμερος Α΄, 35-36).

Με μόνη διαφορά το ότι δέχεται τη γνώμη της εποχής του ότι η γη ήτο ακίνητη ενώ ο ήλιος εκινείτο, μελετά την περιοδικότητα των εποχών, την αυξομείωση των ωρών της ημέρας και της νύκτας καθώς και την αυξομείωση των σκιών κτιρίων και δένδρων ανάλογα με την εποχή και τη θέση του ήλιου (Στ΄ 42-43)

         Ξέρει τις εκλείψεις ηλίου και σελήνης και τις ερμηνεύει σωστά, ανάλογα με τη σχετική θέση ήλιου – σελήνης – γης, έστω κι αν, όπως αναφέραμε, θεωρούσε τη γη ακίνητη.

Είναι επίσης γνώστης των ποικίλων θεωριών περί του σχήματος της γης, δεν αποδίδει όμως ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτή τη λεπτομέρεια. «Οι περί κόσμου γράψαντες», λέγει, «πολλά περί σχημάτων γης διελέχθησαν, είτε σφαίρα εστίν, είτε κύλινδρος, είτε και δίσκος εστίν εμφερής η γη και εξίσου πάντοθεν αποτετόρνευται, ή λικνοειδής εστί και μεσόκοιλος…». (Θ΄ 3).

        Παρά τις επιφυλάξεις του ως προς την ύπαρξη μερικών λανθασμένων πορισμάτων της επιστήμης, ο Βασίλειος δεν υπαγορεύει στην επιστημονική έρευνα επιστημονικά πορίσματα, γιατί δεν διαθέτει τέτοια, ούτε κι αμφισβητεί τα πραγματικά πορίσματα των θετικών επιστημών. Απεναντίας, όταν τα χρειάζεται τα χρησιμοποιεί όπως έχουν, για να μεταφέρει το μήνυμα του Θεού στους ανθρώπους στη γλώσσα που μιλούν και κατανοούν. Έτσι, αναπτύσσοντας το αγιογραφικό χωρίο «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» και θέλοντας να μεταδώσει τη βασική χριστιανική αντίληψη ότι ο κόσμος δεν είναι άναρχος αλλ’ έχει την αρχή του στο Θεό, κάνει χρήση μιας, όχι και τόσο αυτονόητης για την εποχή του, επιστημονικής παραδοχής. Λέει πως τα ουράνια σώματα κινούνται συνεχώς, εκτελούν δε κυκλική τροχιά. «Κυκλόσε περιτρέχει τα κατ’ ουρανόν κινούμενα» λέει επί λέξει. Τίποτα δεν τον εμποδίζει να δεχτεί ένα επιστημονικό πόρισμα. Η κυκλική κίνησή τους όμως, δεν τον παρασύρει, όπως κάποιους, στο να τα θεωρήσει άναρχα. Και στο επίπεδο σχήμα του κύκλου, λέει, δεν διακρίνεται αρχή και τέλος, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως είναι άναρχο και αδημιούργητο. Από κάποιο σημείο ξεκίνησε αυτός που τον χάραξε με τον διαβήτη. Το ίδιο κι ο Θεός∙ έδωσε αρχή και στα σώματα και στις κινήσεις τους, και κάποτε θα τους δώσει και το τέλος (Εξαήμερος Α΄, 11).

        Έχει ξεκάθαρες αντιλήψεις και για τον χρόνο, την άλλη αυτή διάσταση του παρόντος κόσμου και της καθημερινότητας.

        Αναφέρεται στη διάκριση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, λέγει, όμως, πως αν θελήσουμε να προσδιορίσουμε το παρόν θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως αυτό δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Το παρόν δηλ. δεν είναι στην πραγματικότητα χρόνος αλλά η απειροστή, ή άτμητη εκείνη στιγμή με την οποία διαχωρίζεται το παρελθόν από το μέλλον. Μόλις ζήσεις τη στιγμή αυτή γίνεται παρελθόν. Πριν την ζήσεις είναι προσδοκώμενο μέλλον.

Το ίδιο ως γνωστό υποστήριζε κι ο Αριστοτέλης που λέγει ότι «του χρόνου τα μεν γέγονε, τα δε μέλλει...το δεν νυν ου μέρος..»

Εκείνο, όμως, που συνδέει τον Μ.Βασίλειο προς τις επιστημονικές θεωρίες είναι η άποψη του ότι ο χρόνος συνδέεται οργανικά με τον χώρο και δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτόν. Η δημιουργία τους υπήρξε ταυτόχρονη και ακαριαία. Τόσο δηλ. ο χρόνος όσο και ο χώρος δημιουργήθηκαν αχρόνως με τη θέληση του Θεού. Έτσι αναπτύσσει ο Μ.Βασίλειος το  «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Κι ακόμα προσθέτει ότι: Όπως η αρχή του δρόμου δεν είναι ακόμα δρόμος και η αρχή του σπιτιού δεν είναι δεν είναι σπίτι, έτσι και η αρχή του χρόνου δεν είναι χρόνος, ούτε μέρος του χρόνου. Γι’αυτό και λέγει ότι αχρόνως  δημιουργήθηκε ο χρόνος, με τη θέληση του Θεού. Σε περίπτωση που θα υποστηρίξει κάποιος, λέει, ότι και η αρχή είναι χρόνος, πρέπει να μπορέσει να διαιρέσει και αυτήν σε αρχή, μέσο και τέλος, πράγμα που είναι αδύνατο.

Μα και η επικρατούσα σήμερα επιστημονική θεωρία του big bang, η θεωρία της μεγάλης έκρηξης, λέει πως με την αρχέγονη αυτή έκρηξη δημιουργήθηκαν ακαριαία ο χώρος, η ύλη και ο χρόνος.

Μια κοινή επιστημονική διαπίστωση που έχει παγκόσμια και παντοτινή, στα πλαίσια του κόσμου τούτου, ισχύ είναι πως ο χρόνος συνοδεύει, από τότε που δημιουργήθηκε, διαρκώς τα πράγματα του κόσμου τούτου, χωρίς ποτέ να διακόπτεται. Κι ο Μ.Βασίλειος σημειώνει ως παρατήρησή του, στην Εξαήμερον ότι  «συμφυής τω κόσμω και τοις εν αυτώ ζώοις τε και φυτοίς, η του χρόνου διέξοδος ».

        Πέραν από τη θεωρητική αυτή τοποθέτηση απέναντι στις επιστημονικές γνώσεις του καιρού του, ο Μ. Βασίλειος αποδέχεται και τη χρήση των επιστημονικών επιτεύξεων στη καθημερινή ζωή. Η πίστη του στην Πρόνοια του Θεού δεν τον εμποδίζει να αναγνωρίσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αναλάβει με τη λογική του τη διακυβέρνηση της ζωής του και του κόσμου. Σ’ αντίθεση με τους δεισιδαίμονες, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι πρέπει να επιδίδονται δημιουργικά στη διακυβέρνηση της πραγματικότητας, προσπαθώντας να τη βελτιώσουν, έχοντας την πεποίθηση πως η πράξη τους αυτή, όχι μόνο δεν αποτελεί ύβρη προς το Θεό, αλλ’ ακριβώς εκπλήρωση του προορισμού τους.

        Έτσι, αποδέχεται τη χρήση των φαρμάκων στην ιατρική και γνωρίζει τη φυτική προέλευση πολλών απ’ αυτά, καθώς και την ειδική χρήση τους. Λέγοντας πως τίποτα δεν δημιούργησε χωρίς λόγο ο Θεός, αναφέρει τη χρησιμοποίηση του μανδραγόρα, ενός υπνοφόρου φυτού για την επίτευξη της αναισθησίας, του οπίου για την ανακούφιση από τους φοβερούς πόνους των σωμάτων, και του ελλέβορου για την καταπολέμηση πολλών χρόνιων παθήσεων (Εξαήμερος Ε΄, 22). Γνώριζε τις θεραπευτικές ιδιότητες της ρητίνης του πεύκου, της ρίγανης, του μάραθου (Θ΄ 11) και είχε παρατηρήσει πως και τα ζώα, από ένστικτο, τα χρησιμοποιούσαν. Γνώριζε ακόμα την ύπαρξη των θερμών και μεταλλικών νερών. Βαθύς αναζητητής των αιτίων των διαφόρων γεγονότων βρίσκει πως η ψηλή θερμοκρασία των υδάτων αυτών οφείλεται στο ότι κατά τη διέλευσή τους μέσα από τα στρώματα της γης, διέλυσαν και συμπαρέσυραν ποσότητες ενώσεων των μετάλλων, μιλά δηλαδή για εξώθερμες διαλύσεις, κατά τη σημερινή ορολογία. (Εξαήμερος Δ΄, 33). περιγράφει επίσης το φιλτράρισμα του νερού, όπως γίνεται με το πέρασμα του μέσα από τη γη, μέθοδο στην οποία και σήμερα στηρίζεται η διήθηση του νερού στα υδραγωγεία των σύγχρονων πόλεων (Εξαήμερος Δ΄, 32).

        Εξηγώντας γιατί σε μερικές θάλασσες το νερό είναι πιο αλμυρό απ’ ότι σε άλλες, ασχολείται με το φυσικό φαινόμενο της εξάτμισης  (Εξαήμερος Γ΄, 37 και Δ΄, 34). Ενδιατρίβει και στο συγγενικό φαινόμενο της απόσταξης, περιγράφοντας πώς οι ναυτικοί παίρνουν νερό για τις ανάγκες τους, ψύχοντας τους ατμούς του θαλάσσιου νερού (Εξαήμερος Δ΄, 35). Τον απασχολεί ακόμα το φαινόμενο της ανάκλασης του φωτός από την επιφάνεια του νερού (Εξαήμερος Β΄, 33)  κι εξετάζει τα φυσικά φαινόμενα της βροχής και των χιονιών καθώς και τα αίτια που τα προκαλούν (Εξαήμερος Γ΄, 40).

        Έμπρακτα, λοιπόν, ο Μ.Βασίλειος διακηρύσσει ότι η επιστημονική δραστηριότητα, τόσο στο επίπεδο της θεωρητικής γνώσης όσο και στο πρακτικό επίπεδο της τεχνικής, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη Χριστιανική πίστη. Η πρώτη μπορεί κάλλιστα νά’ναι τρόπος ύπαρξης της δεύτερης. Ο Μ. Βασίλειος είναι της γνώμης πως η ανθρώπινη δημιουργία και εφευρετικότητα αποτελούν εκπλήρωση του ανθρώπινου προορισμού και είναι στην ουσία τους δοξολογία του Θεού. «Ο Θεός εν τούτω έδωκεν ημίν το κατ’ εικόνα, εν τω κατακυριεύειν των τε ενύδρων και των χερσαίων». Μας έδωσε τα γνωρίσματά του, δημιουργώντας μας κατ’εικόνα του, για να μπορέσουμε με τις γνώσεις που θα αποκτήσουμε και τις τεχνικές που θα αναπτύξουμε να επιβληθούμε και στη θάλασσα και στην ξηρά.  Έτσι, δεν θεωρεί επέμβαση στο δημιουργικό έργο του Θεού τη διασταύρωση ορισμένων ποικιλιών καρποφόρων δένδρων που έχει ως σκοπό τη βελτίωση των ποικιλιών (Εξαήμερος Ε΄, 41), ούτε νιώθει οποιαδήποτε αναστολή στην περιγραφή του πολλαπλασιασμού ορισμένων φυτών με μοσχεύματα και παραφυάδες (Εξαήμερος Ε΄, 31), ή την παραλαβή χρήσιμων προϊόντων, όπως είναι το ήλεκτρον, από  τους χυμούς ορισμένων δένδρων (Εξαήμερος Ε΄, 47-48).

Αποδεικνύεται επίσης βαθύτατος γνώστης στοιχείων φυτολογίας. Οι σπόροι βλαστάνουν μεν, υπακούοντας στο αρχικό πρόσταγμα του Θεού, η βλάστηση όμως αυτή ακολουθεί ορισμένα στάδια, έχει ορισμένες προϋποθέσεις. Διογκώνονται οι σπόροι με το νερό, με μια συγκεκριμένη ωσμωτική διαδικασία που περιγράφεται, ενεργοποιείται το φύτρον και με τη δύναμη της θερμότητας ωθείται ο βλαστός προς τα άνω (Εξαήμερος Ε΄, 15). Γι’ αυτό και πρέπει ο άνθρωπος να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες αυτές συνθήκες, πράγμα που τον κάνει συνεργό του Θεού.  

Ταυτόχρονα, όμως, μαζί με τη γνώση της Επιστήμης και την εφαρμογή της Τεχνολογίας, ο Μ. Βασίλειος δεν σταματά να τονίζει ότι ο άνθρωπος δεν καθορίζεται από τη θέση και τις ενέργειές του μέσα στο κοσμικό σύστημα, αλλά από τη σχέση του με τον Θεό. Η πραγμάτωση της αληθινής ουσίας του δεν συντελείται στο «κατά φύσιν ζην», στο οποίο στοχεύουν Επιστήμη και Τεχνολογία. Επεκτείνεται στο «υπέρ φύσιν».

        Ο Μ. Βασίλειος αξιολογεί όλα τα εγκόσμια, δηλ. γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, με βάση την αιωνιότητα. Μέχρι το τέλος της ζωής του, κι όταν ακόμα έγινε επίσκοπος, κι όταν υφίστατο διωγμούς, δεν έπαυσε να στέλλει, από την Καισάρεια, Χριστιανούς νέους που διψούσαν για μόρφωση, στην εθνική σχολή του Λιβάνιου όπου θα καταρτίζονταν για να εξορμήσουν προς τον κόσμο. Φρόντιζε όμως την ίδια ώρα να τους προειδοποιεί «Ημείς, (οι Χριστιανοί), επί μακρότερον πρόϊμεν ταις ελπίσι και προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν». Θα πάρουν από τον υλικό κόσμο ό,τι είναι χρήσιμο για τη ζωή τους, αλλά άλλος είναι ο προσανατολισμός, άλλα τα κριτήρια της δικής μας ζωής.

         Γνωρίζει, λοιπόν, τις επιστημονικές ανακαλύψεις τού καιρού του ο Μ. Βασίλειος και τις αποδέχεται, χωρίς να φοβάται ότι αυτές είναι δυνατόν να συγκρουσθούν προς τις αρχές του Χριστιανισμού, της θρησκείας του. Κι ακόμα ερευνά και ο ίδιος, χρησιμοποιώντας την παρατήρηση και το πείραμα, τη μεθοδολογία της Επιστήμης, προσπαθώντας να διεισδύσει στα μυστικά της φύσεως. Κι επί πλέον παρουσιάζεται έτοιμος να χρησιμοποιήσει όλες τις ανακαλύψεις της Επιστήμης που διευκολύνουν τη ζωή των ανθρώπων.

        Αυτή η συμπόρευση της Θεολογίας με την Επιστήμη, όπως εκφράζεται στη ζωή και το έργο του Μ.Βασιλείου, δεν σημαίνει, ασφαλώς, ταύτιση πορείας ή θέσεων. Περιγράφει μάλλον την μη ύπαρξη αντιθέσεων, αφού η Επιστήμη εξετάζει την εγκόσμια πραγματικότητα και η Θεολογία την υπερβατική. Η μια περιγράφει τον κόσμο και η άλλη αποκαλύπτει ποιος εδημιούργησε τον κόσμο.

        Σήμερα πολλοί επιστήμονες ομολογούν ότι είναι αναγκαία η στήριξη της Θρησκείας για να μπορέσει να ορθοποδήσει και να προχωρήσει η Επιστήμη, μπροστά στα τόσα αδιέξοδα των καιρών μας. Ο Einstein λέγει ότι «η Επιστήμη χωρίς τη Θρησκεία χωλαίνει». Κι ένας άλλος, σύγχρονος μας, ο Paul Davies, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Newcastle, λέει πως στις μέρες μας, με τις πολλές επιστημονικές ανακαλύψεις και τις επιστημονικές προόδους, «η Επιστήμη προσφέρει μιαν ασφαλέστερη οδό προς τον Θεό παρά η Θρησκεία». Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως η Επιστήμη μπορεί να ερευνήσει θρησκευτικές έννοιες, όπως τις έννοιες λύτρωση, ενανθρώπηση, ανάσταση, με επιστημονικούς όρους, ή θεωρίες. Κάτι τέτοιο αντίκειται στους  «όρους εντολής της», στη μεθοδολογία και τα όριά της. Σημαίνει, όμως, πως έχοντας επίγνωση των ορίων και δυνατοτήτων της, η Επιστήμη αντιλαμβάνεται ότι δεν αποτελεί πανάκεια, κι ότι δεν μπορεί να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα, ούτε και να απαντήσει σε κάθε ερώτηση. Και το κυριότερο, διακηρύσσει, αυτό που και ο Μ.Βασίλειος έμπρακτα μας αποδεικνύει ότι η επιστημονική γνώση δεν μπορεί να είναι λόγος  για άρνηση της ύπαρξης του Θεού, του δημιουργικού του έργου και της Πρόνοιάς του για τον κόσμο.

        Τι μηνύματα στέλλει η στάση του αυτή στους ανθρώπους της σημερινής εποχής, και ειδικότερα τους ανθρώπους που εμπλέκονται είτε άμεσα, ως δάσκαλοι και μαθητές, είτε έμμεσα, ως Εκκλησία και γονείς, στην παιδεία του τόπου; Δύο είναι κατά τη γνώμη μου τα κύρια μηνύματα:

Πρώτον: Η ανάγκη της ορθής τοποθέτησης απέναντι στην επιστημονική έρευνα και τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα. Αν μερικοί θρησκευόμενοι έχουν κάποιες επιφυλάξεις στην αποδοχή της Επιστήμης, λόγω κάποιων υπερβολών της στις μέρες μας, θα πρέπει να θυμούνται – κι ο Μ. Βασίλειος συμφωνεί απόλυτα – ότι είναι η κατάχρηση κι όχι η λελογισμένη χρήση της Επιστήμης που επιφέρει τα κακά, όπως και κάθε κατάχρηση. Η Επιστήμη σήμερα κρίνεται ως μια από τις μεγαλύτερες ευλογίες του Θεού. Γιατί αυτή κατόρθωσε, πράγματι, και τη ζωή του ανθρώπου να κάμει ανετότερη, και πολλές ασθένειες να θεραπεύσει, και τον πόνο να αμβλύνει, και τη ζωή να επιμηκύνει, και τη σελήνη και τα άστρα ακόμη να φέρει στα χέρια μας. Φτάνει να συμπορεύεται με την αρετή γιατί διαφορετικά γίνεται πανουργία, όπως προειδοποίησαν και οι αρχαίοι πρόγονοί μας.

        Αν πάλι κάποιοι άλλοι, από πλευράς επιστήμης – κι υπάρχουν μερικοί – παρουσιάζονται ως άθεοι, θα πρέπει κι αυτοί να θυμούνται – ο Μ. Βασίλειος είναι κατηγορηματικός σ’ αυτό – πως η αθεΐα τους δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην Επιστήμη, αλλ’ είναι απλώς μια υπαρξιακή τοποθέτησή τους.

        Οι άνθρωποι των γραμμάτων παίρνουν λοιπόν το μήνυμα από τον Μ. Βασίλειο ότι Επιστήμη και Τεχνολογία είναι όργανα δοσμένα από τον Θεό που, αν χρησιμοποιηθούν ορθά, επεκτείνουν τις δυνατότητες μας για το καλό.

        Το δεύτερο μήνυμα είναι πως οι άνθρωποι των γραμμάτων θα πρέπει να κατανοήσουν την αναγκαιότητα αλλά και να συμβάλουμε στη μεταφορά της αποκάλυψης του Θεού από παλαιότερους φορείς που παύουν, με το πέρασμα του καιρού να ισχύουν, σε νέους που ισχύουν στη νέα εποχή. Οι ίδιες θεμελιώδεις αρχές να εκφραστούν με νέους τρόπους. Είναι γνωστό πως το Ευαγγέλιο εκφράστηκε σε γεωργικούς και ποιμενικούς όρους, γιατί τέτοιο ήταν το περιβάλλον όταν γράφτηκε. Μιλά για αγρούς, για σπορά, για ζιζάνια, για ποίμνια και βοσκή. Σήμερα όμως η κοινωνία έχει άλλο περιβάλλον, επιστημονικό και τεχνολογικό. Ο σημερινός αγρός και η σημερινή μάνδρα της Εκκλησίας είναι το εργαστήριο και το εργοστάσιο. Τα ζιζάνια μπορεί να είναι μια εκτροπή, μια ανεπιθύμητη αντίδραση σ’ένα πυρηνικό αντιδραστήρα. Η αποδοχή της Επιστήμης και της Τεχνολογίας της εποχής του από τον Μ. Βασίλειο, μας λέει πως δεν θα πρέπει να διστάσουμε να εκφράσουμε τις αιώνιες και μόνιμες αλήθειες του Ευαγγελίου με τη νέα ορολογία της εποχής. Είναι τούτο, η χρήση, δηλαδή, κατάλληλων προσλαμβανουσών παραστάσεων, βασική παιδαγωγική αρχή που μας προβάλλει η Γιορτή των Γραμμάτων.

        Διαχρονικός, λοιπόν, ο Μ. Βασίλειος όπως κι οι άλλοι δυο Ιεράρχες, τηρουμένων, πάντοτε, των αναλογιών. Το ίδιο και τα μηνύματά τους. Χρέος μας, τιμώντας τη μνήμη τους, είναι να τους ακούσουμε κι όσο μπορούμε να τους μιμηθούμε. Θά’ναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που θα προσφέρουμε στην πατρίδα και στα παιδιά μας.