English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

Παρουσίαση του βιβλίου του Χάρη Κουπάτου:
«Κύπρος 1974: Όταν σπάζει η σιωπή»
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου
Πάφος, 27 Νοεμβρίου 2009
 

Η γενιά του συγγραφέα που γεννήθηκε στις αρχές της  δεκαετίας του 1950, κι όσοι γεννήθηκαν λίγο πιο πριν ή λίγο πιο μετά, είχαν μια μοναδική ιδιαιτερότητα: Είδαν την μετάβαση από πρωτόγονους τρόπους ζωής στο σημερινό τρόπο της βιομηχανικής ανάπτυξης. Έζησαν τη μετάβαση από το λυχνάρι στη λάμπα πετρελαίου αλλά και στον ηλεκτρικό φωτισμό. Έζησαν και το Ησιόδειο αλέτρι και την διαστημική εποχή.

Η ίδια γενιά στην Κύπρο, είχε κι ένα άλλο, θλιβερό, προνόμιο: Έζησε στιγμές ηρωϊκές, στιγμές εθνικής μεταρσίωσης κατά τη διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα, έκαμε όνειρα για την ολοκλήρωση της ανεξαρτησίας που επετεύχθη, αλλά και έζησε την τραγωδία της εισβολής και κατοχής της πατρίδας μας.
Πραξικόπημα και εισβολή δεν ήσαν εγκλήματα στιγμιαία. Ούτε και, δυστυχώς, εγκλήματα με αναστρέψιμα αποτελέσματα. Τριανταπέντε αλλά και 50 και 100 χρόνια, στη διαλεκτική της Ιστορίας αν τα αποτελέσματά τους μπορούν να ανατραπούν δεν μετρούν. Είναι αμελητέα ποσότητα. Δεν θα αγωνιούσαμε τόσο για κάτι αν αυτό ήταν παροδικό. Ακόμα κι αν όλοι της γενιάς μας σκοτωνόμασταν, αν αυτοί που θα συνέχιζαν να ζουν στη Κύπρο θα ήσαν Έλληνες δεν θα ήταν μεγάλη η ζημιά. Οι ίδιες αξίες, τα ίδια ιδανικά που καλλιεργήθηκαν τους τελευταίους 35 αιώνες θα εξακολουθούσαν να πραγματώνονται και στο μέλλον. Μα η κατάσταση, σήμερα, είναι στην πραγματικότητα πολύ πιο δύσκολη απ’ ότι φαίνεται στο μέσο πολίτη.
Όλοι μας όταν αναλογιστούμε τα υπάρχοντα δεδομένα, τις δυνατότητες εξόδου από τα αδιέξοδα, την απελευθέρωση της πατρίδας μας με την αποτίναξη του Τουρκικού ζυγού, καταλαμβανόμαστε από αγωνία. Η Τουρκία ανενόχλητη από τους ξένους, αφού τα συμφέροντά τους συμπλέουν με τα δικά της, παγιώνει ανενόχλητη τα τετελεσμένα της βίας και της κατοχής.
Σε τέτοιες σκέψεις βρισκόταν ο συγγραφέας, εκείνο το πρωϊνό του 2008, όταν μετέβαινε, πεζός, από το σπίτι στο ιατρείο του. Ο ίδιος βέβαια δεν παρουσιάζεται ως το δρων πρόσωπο . Κύριο πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Άρης. Πόσο όμως διαφέρει από τον Χάρη; Στο όνομα ένα γράμμα, το Χ. Στο επάγγελμα σε τίποτα, στην πόλη προέλευσης το ίδιο, στα δεδομένα της οικογένειας και της ευρύτερης συγγένειας, για ένα που ξέρει κάπως την Πάφο, σε τίποτα. Στην ιδεολογία το ίδιο, στους εθνικοθρησκευτικούς προσανατολισμούς πάλι το ίδιο. Κι άρχισε, ο Άρης, εκείνο το πρωινό, να ξεδιπλώνει μπροστά του το παρελθόν, που οριοθετείτο από την κατάταξή του στην Εθνική Φρουρά μέχρι την απόλυσή του. Μέσα στα χρονικά αυτά όρια, όμως, περικλείονταν γεγονότα συνταρακτικά «οία ου γέγονεν απ’ αρχής» της Ιστορίας μας, όπως θα λέγαμε με την γλώσσα του Ευαγγελίου.
Και πράγματι! Πώς να μην σαστίσει ο νους του ανθρώπου μπροστά στην καταστροφή και το σκηνικό που συνιστά τη σημερινή πραγματικότητα; Από την Ιερουσαλήμ της δόξας, το ύψος των αξιών του αγώνα της ΕΟΚΑ, ο Κυπριακός Ελληνισμός εξέπεσε στην Ιεριχώ των παθών του και παγιδεύτηκε στην άνετη προσωρινότητα και τις πλεκτάνες της Τουρκίας και των ισχυρών της γης. Η σταδιακή έκπτωση από αρχές τού άμβλυναν το εθνικό αισθητήριο και δεν αντιλαμβάνεται πως υιοθέτησε, προϊόντος του χρόνου, όλες τις θέσεις των Τούρκων, χωρίς αποτέλεσμα. Ή μάλλον, με οδυνηρό αποτέλεσμα. Σε κάθε νέα υποχώρησή μας, οι Τούρκοι μεταθέτουν το σημείο εκκίνησης των νέων διεκδικήσεων. Στ’ αλήθεια, πότε διαπραγματεύτηκαν οι Τούρκοι; Από το 1964 μέχρι το 1974; Απλώς επιζητούσαν τότε παράταση χρόνου για να ετοιμάσουν τον αποβατηγό στόλο τους. Στο διάστημα μεταξύ της πρώτης και δεύτερης εισβολής; Είχαν ανάγκη κάποιων ημερών για να μεταφέρουν από την Τουρκία, αφού είχαν ήδη δημιουργήσει το απαιτούμενο προγεφύρωμα, πολεμικό υλικό. Όταν ήσαν έτοιμοι, εξαπέλυσαν τη νέα επίθεση. Μήπως διαπραγματεύονται τώρα; Δεν κουβαλούν συνεχώς εποίκους για αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της νήσου μας;
Ήταν πολύ φυσικό, στον ήρωα, το κύριο πρόσωπο του βιβλίου, να δημιουργούνται συνειρμοί τύπου Αλεξανδρέττας, Ίμβρου και Τενέδου. Κι ανοίγει εύκολα η εξιστόρηση των γεγονότων που συνιστούν το περιεχόμενο του βιβλίου.
Να πω πρώτα πως το βιβλίο φέρει τον τίτλο «Κύπρος 1974. Όταν σπάζει η σιωπή», ανήκει στις εκδόσεις Κ. Επιφανίου, κι εκδόθηκε το 2009. Αριθμεί 255 σελίδες και είναι διαστάσεων 14×21 cm. Είναι αφιερωμένο στους Υποψηφίους Εφέδρους Αξιωματικούς Πεζικού  Κώστα Σαββίδη από τον Στατό και Ανδρέα Χρίστου από την Πέτρα, που έπεσαν κατά τη δεύτερη φάση της εισβολής στην Αγλαντζιά.
Το βιβλίο προλογίζει ο Μιχαλάκης Μαραθεύτης, ο γνωστός εκπαιδευτικός, διευθυντής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Κύπρου, μ’ ένα βαθυστόχαστο πρόλογο. Ακολουθεί ένα εισαγωγικό σημείωμα από τον συγγραφέα στο οποίο επεξηγεί το γιατί ωθήθηκε στη συγγραφή του ιστορικού αυτού αφηγήματος. Λέει χαρακτηριστικά πως ο λόγος ήταν: «Η αγωνία του για τις νέες τάσεις στην Ιστορία, ο έντεχνος εφησυχασμός καθώς και η αδικαιολόγητη συσκότιση των σφαγών και των βάρβαρων καταστροφών που έγιναν το καλοκαίρι του 1974» (σελ. 17 – 18). Το περιεχόμενο του βιβλίου χωρίζεται σε 19 ανισομερή κεφάλαια.
Ο Άρης, ο ήρωας του ιστορικού αφηγήματος, είναι έντονα θρησκευόμενη προσωπικότητα. Επιζητά παντού την θεία ενίσχυση και τον θείο φωτισμό. Δύο φορές στο βιβλίο υπάρχει η εικόνα της Παναγίας, το δε βιβλίο κλείνει με επίκληση προς αυτή. Τη βοήθεια του Θεού ζητεί και κατά τη διάρκεια των μαχών.
Ο Άρης παρουσιάζεται και έντονα πολιτικοποιημένος. Δεν κατατάσσεται στο στρατό στην ηλικία των 18 χρονών, αλλά μετά από την αποφοίτησή του από το Πανεπιστήμιο. Η ηλικιακή ωρίμανση αλλά και η μόρφωση καθώς και η βίωση στην ίδια την Ελλάδα των έργων της Χούντας, τον κάνουν έντονα αντιχουντικό. Θα είχε οπωσδήποτε καταβολές Δημοκρατίας και από το σπίτι, μα τέτοιες είχαν κι άλλοι που, όμως, παρασύρθηκαν. Αυτή η αντιχουντική τοποθέτησή του, παρόλο που δεν την εκδήλωνε σε χώρους έντονα χουντοκρατούμενους, όπως ήταν η Ε. Φ. της εποχής εκείνης και η ΣΕΑΠ, τον ταλαιπώρησε αρκετά. Έγιναν μάλιστα και συγκεκριμένες απόπειρες εξόντωσής του.
Ο χρόνος που πέρασε από τα τραγικά γεγονότα του 1974, έδρασε σαν φίλτρο που απομάκρυνε συναισθηματισμούς, υπερβολές, υποκειμενικές τοποθετήσεις. Έτσι η εξιστόρηση, όταν ακόμα άπτεται εκείνου του εμφύλιου σπαραγμού και της επαίσχυντης προδοσίας, είναι κατά το δυνατό αντικειμενική.
Το κύριο, όμως, χαρακτηριστικό του βιβλίου που παρουσιάζουμε απόψε είναι ο φιλοσοφικός στοχασμός στην παρουσίαση των γεγονότων. Αναζητά ο συγγραφέας, βαθύτερες αιτίες που βρίσκονται πίσω από τα γεγονότα. Ψάχνει για αποτελέσματα που επηρέασαν σε βάθος χρόνου την ιστορία και τη ζωή των ανθρώπων. Αναμοχλεύει το βαθύτερο είναι της ανθρώπινης ύπαρξης. Ήδη ακόμα και πριν από τον πρόλογο, παραθέτει ένα συγκλονιστικό αφορισμό: «Η ηρωϊκή άμυνα που αντέταξε ο Λεωνίδας με τους τριακόσιους το 480 π.Χ. κατά του Ξέρξη, δεν επισκιάστηκε ούτε από την προδοσία του Εφιάλτη, ούτε από τη λεηλασία και την παράδοση στην πυρά της πόλης της Αθήνας...» Και στη διπλανή σελίδα αναγράφει το γνωμικό του Παπανούτσου: «Κλήρος της φυλής μας ο πόνος, ποτέ ο αφανισμός».
Επιστήμονας ιατρός χρησιμοποιεί πολλές φορές και τις επιστημονικές γνώσεις προκειμένου να φιλοσοφήσει τα γεγονότα της ζωής. Λέει κάπου: «Πάντα το κέντρο βάρους πρέπει να είναι εντός της βάσης, διαφορετικά χάνεται η ισορροπία του σώματος. Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή. Όταν βγεις έξω από τη βάση σου, τότε γέρνεις και πέφτεις. Όλα γίνονται άνω κάτω» (σελ. 27) Κι αλλού, θέλοντας να ερμηνεύσει ή να καταλάβει, έστω την ανιλεή προσπάθεια των ξένων να μειώσουν τα σύμβολα και τις αξίες μας στις συνειδήσεις των παιδιών μας, γράφει: «Όταν αυτά που διακηρύττεις περιστρέφονται πέριξ του μηδενός, μόνον αν γκρεμίσεις τα άλλα που είναι ψηλά, θα μπορέσεις να πλασάρεις τα δικά σου» (240)
Η εξιστόρηση των γεγονότων του βιβλίου ακολουθεί αυστηρή χρονολογική σειρά. Από την κατάταξη του Άρη στην Εθνική Φρουρά μέχρι την αποφοίτηση από τη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού και την απόλυσή του. Θα κατατάξω τα 19 κεφάλαια, για σκοπούς παρουσίασης και σχολιασμού του βιβλίου, σε 4 ενότητες: Η 1η ενότητα περιλαμβάνει την περίοδο μέχρι το πραξικόπημα. Η 2η τις μέρες του πραξικοπήματος (15 – 19 Ιουλίου). Η 3η την πρώτη και δεύτερη φάση της εισβολής και η 4η  το διάστημα από την εκεχειρία και μετά.
Στην πρώτη ενότητα τα ιστορικά γεγονότα – επιστροφή από σπουδές, κατάταξη στην Εθνική Φρουρά, επιλογή του για αποστολή στην Κρήτη προκειμένου να εκπαιδευθεί ως Έφεδρος Αξιωματικός, ματαίωση της αποστολής και παραμονή στην Κύπρο κτλ- δρουν ως ιστός προκειμένου να περιγραφεί η ανώμαλη κατάσταση, ο παραλογισμός και η μανία της αυτοκαταστροφής που επικρατούσαν στην Κύπρο, ύστερα από υποδαύλιση και υποστήριξη της Χούντας των Αθηνών εκείνη την εποχή.
Όταν ήταν έκδηλες οι επιδιώξεις των Τούρκων, όταν διχοτομικά σχέδια με πάτρωνες τους Αμερικανούς και τους Άγγλους έδιναν κι έπαιρναν, όταν ο Μακάριος αγωνιζόταν με νύχια και με δόντια για να κρατήσει τον τόπο Ελληνικό, στα στρατόπεδα της Εθνικής Φρουράς επεχειρείτο άλωση συνειδήσεων και δημιουργία γεννιτσάρων της Χούντας. «Εχθροί μας είναι οι κομμουνιστές και ο Μακάριος, όχι οι Τούρκοι ούτε κι οι Αγγλοαμερικάνοι», ήταν μια από τις προτάσεις που πιπίλιζαν οι στρατιώτες θύματα των Χουντικών αξιωματικών και που ενοχλούσε αφάνταστα τον Άρη.
Ο παραλογισμός της αυτοκαταστροφής δίνεται σε μισή σελίδα του βιβλίου, ως έντονη ανησυχία του «δόκτωρα Χρήστου», του πατέρα του Άρη. Οι εφημερίδες έγραφαν σχετικά: «Το Σάββατο 15 Ιουνίου 1974: Δέκα τουλάχιστον εκρήξεις πρωτοφανούς εντάσεως εις την Αμμόχωστον». «Την Κυριακή 16 Ιουνίου 1974: Στις 1,30 π.μ. τραυματίζεται ο Αντρέας Κόκκινος, υπεύθυνος του τμήματος πρόληψης εγκλημάτων Λεμεσού και δολοφονείται ο Αντρέας Αρμεύτης, επαρχιακός γραμματέας της ΠΕΚ Λεμεσού» «Ενέδρα κατά αστυνομικών. Νέος φόνος φιλοκυβερνητικών ... Η Βουλή καταδικάζει με αποτροπιασμό τας ανάνδρους δολοφονικάς επιθέσεις και το όργιον εκρήξεως βομβών». «Μείωση της θητείας από 24 σε 14 και σε 12 μήνες...» . «Σκοτώνετε αστυνομικούς και μακαριακούς».
Μα και τον ίδιο τον Άρη τον ανησυχεί η κατάσταση. Του φαινόταν πως κάποιοι είχαν πάρει διαζύγιο με τη λογική. Ο κίνδυνος ήταν απτός. Η Τουρκία καραδοκούσε. Η Ελλάδα στέναζε κάτω από τα δεσμά της επτάχρονης δικτατορίας. Κι όμως, ενώ άλλοι συνωμοτούσαν, οι άλλοι ύπνωτταν. Το ίδιο δεν συμβαίνει και σήμερα; Όλοι οι εχέφρονες βλέπουν την καταστροφή να έρχεται. Μιλούν – γιατί είναι ξεκάθαρες οι προσπάθειες της Τουρκίας με αριθμό εποίκων σήμερα που αν δεν ξεπερνά τον πληθυσμό των Ελληνοκυπρίων, είναι ίσος μαζί τους – μιλούν λοιπόν οι εχέφρονες για Αλεξανδρεττοποίηση, για Ιμβροποίηση, για τουρκοποίηση της Κύπρου. Και μένουμε ως εκεί.
Προσπάθησε κι ο Άρης να καταστήσει κοινωνούς της αγωνίας του για τα τεκταινόμενα με σκοπό να προλάβει την καταστροφή και άλλους, χωρίς αποτέλεσμα. Ιδιαίτερα περιγράφεται η επίσκεψη σε Πάφιον υπουργόν του Μακαρίου που προΐστατο τότε κεφαλαιώδους σημασίας για την ασφάλεια του τόπου και των δημοκρατικών θεσμών υπουργείου. Πίστωνε, δυστυχώς, η Κυβέρνηση και ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος με περισσότερη σύνεση κάποιους ανθρώπους. Λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας: «Δυστυχώς οι πολιτικοί φαίνεται δεν καταλαβαίνουν τη νοοτροπία χουντικών καθεστώτων και το παράλογο των στρατιωτικών μυαλών». Συνειδητοποιεί ότι «μένει μόνος του, μια κραυγή απελπισίας να περιμένει μαρτυρικά την ολοκλήρωση μιας προβλέψιμης τραγωδίας» (σελ. 95).
Με αφορμή τη διέλευσή τους από την περιοχή των βάσεων για να συναντήσει τον Υπουργό στη Λευκωσία, ο Άρης αναλύει την ανθελληνική στάση των Άγγλων απέναντι στον Κυπριακό Ελληνισμό. Κι ήταν πράγματι πάντοτε σκοτεινή και σταθερά εχθρική η στάση τους απέναντί μας. Αυτοί δεν ξεσήκωσαν το Τουρκικό στοιχείο; Μα κι αυτοί δεν προσπάθησαν με διάφορους τρόπους να δημιουργήσουν Κυπριακή συνείδηση ονομάζοντάς μας απλώς ως Χριστιανούς και όχι Έλληνες κατοίκους της νήσου; Αυτοί δεν οδήγησαν τους αθώους και αόπλους Κοντεμενιώτες στους πάνοπλους Τούρκους ως πρόβατα επί σφαγήν; Αυτοί δεν επέβαλαν τα διαιρετικά στοιχεία στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου προκειμένου διά του «διαίρει και βασίλευε» να έχουν το επάνω χέρι στην Κύπρο;
Και σήμερα μήπως αυτοί δεν πρωτοστατούν για την τουρκοποίηση της Κύπρου; Αποδείξεις πολλές: Το σχέδιο Χάνι (κατ’ άλλους Ανάν), ο ρόλος του Ύπατου Αρμοστή Ντέϊβιντ Μίλλετ, η υποστήριξη στα διεθνή βήματα προς την Τουρκία, είναι αποδείξεις αρκούντως πειστικές. Περνώντας λοιπόν, από τις βάσεις ο Άρης με τον πατέρα του, ήταν φυσικό να ’ναι συναισθηματικά φορτισμένος. Κι αυτή την φόρτισή του την εξωτερικεύει στις σελίδες 80 – 85 του βιβλίου.
Στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου που εκτείνεται από τη σελίδα 99 μέχρι τη σελίδα 152, περιγράφεται η δράση αλλά κυρίως τα οδυνηρά βιώματα του Άρη κατά τις ημέρες του πραξικοπήματος.
Το πραξικόπημα είναι, αναμφίβολα, η μεγαλύτερη προδοσία στη ζωή του Κυπριακού Ελληνισμού. Εφιάλτες δεν έλειψαν ποτέ από καμιά φυλή κι από καμιά κοινωνία. Όμως τέτοια ομαδική παράνοια που να παρουσιάζει την προδοσία ως εθνική αποστολή, το έγκλημα ως σωτήρια παρέμβαση, τη συμπόρευση με τα σχέδια του εχθρού ως προώθηση των προαιώνιων πόθων του λαού, δεν έχει νομίζω να επιδείξει κανένα έθνος και κανένας λαός. Δεν είχαν περάσει ούτε 15 χρόνια από το έπος της ΕΟΚΑ, την εθνική ανάταση και τα ρίγη της συγκίνησης ακόμα και στο όνομα της Ελλάδος, τους ποταμούς των αιμάτων για την ελληνική ιδέα, την εθνική αποκατάσταση. Και τώρα, κατά τον συγγραφέα «Το όνειρο βρυκόλιασε γιατί η Ελλάδα έφτασε όχι τη λευτεριά αλλά την σκλαβιά να φέρει» (119)
Πολλοί στρατιώτες, παιδιά δικά μας, θα έζησαν τις μέρες εκείνες μιαν εσωτερική πάλη. Θα βρίσκονταν μπροστά στο δίλημμα: Να ακούσουν την καρδιά και τη διαίσθησή τους που τους έλεγε ότι η γραμμή του Εθνάρχη Μακαρίου ήταν η σωστή εθνική γραμμή ή να υπακούσουν στους ανωτέρους τους; Προσπάθησε ο Άρης στο διάστημα εκείνο να πείσει κάποιους να αποδράσουν, να αρνηθούν να σηκώσουν όπλα εναντίον αδελφών, εναντίον άλλων Ελλήνων, μα δεν τα κατάφερε. «Για ποιον θα σκοτώσετε και θα σκοτωθείτε; Κανένας δεν είναι αναλώσιμος για τέτοια προδοσία», τους λέει. Μα δεν βρίσκει ανταπόκριση. Λέει χαρακτηριστικά ο ίδιος: «Στο στρατό πολλές φορές επικρατεί η δύναμη της βλακείας. Τις περισσότερες φορές παρατηρείται το φαινόμενο ικανοί άνθρωποι να υπακούουν σε διαταγές ηλιθίων, προκειμένου να αποφύγουν τις συνέπειες που καμιά φορά μπορεί να είναι κι ο θάνατος» (111).
Μέσα από τις περιγραφές της επίθεσης της ΣΕΑΠ κατά του Αστυνομικού σταθμού Λεμεσού, αλλά και την ενέδρα στο Κολόσσι στους Μακαριακούς, που έσπευσαν από την Πάφο να προασπιστούν τη Δημοκρατία εναντίον του πραξικοπήματος, ο συγγραφέας δίνει τη φρίκη του αδελφοκτόνου σπαραγμού, ενός παραλογισμού πρωτόγνωρου για τα Κυπριακά δεδομένα. Περιγράφει και την εγκατάλειψη της θέσης του, για να μην αναγκασθεί να σκοτώσει Έλληνες. Ίσως το χρονικό διάστημα που διέρρευσε απο τότε, να οδήγησε τον συγγραφέα στην κριτική αυτών που έστειλαν ανοργάνωτους τους αντιστασιακούς της Πάφου στη Λεμεσό. Ήταν όμως έκκληση του ίδιου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου η αντίσταση προς το πραξικόπημα. Και οι ώρες ήταν τέτοιες που δεν επέτρεπαν λεπτομερή οργάνωση της αποστολής. Η θυσία των μαχητών εκείνων ήταν, γι’αυτό το λόγο, μεγαλειώδης. Έτρεξαν στο καθήκον χωρίς να ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για μέτρα προσωπικής τους ασφάλειας.
Θα ήθελα εδώ, σ’ αυτή τη συνάφεια, να κάνω μια προσωπική παρατήρηση, με την οποία είμαι σίγουρος ότι συμφωνεί και ο συγγραφέας κι όλοι εσείς. Κάνω την παρατήρηση γιατί δεν έχω φόβο να κατηγορηθώ ως αντιμακαριακός: Το πραξικόπημα είναι όντως μια από τις μελανότερες σελίδες της Ιστορίας μας. Προδοσία χειρίστης μορφής, χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Άνοιξε τις πύλες στην Τουρκία που καραδοκούσε, η οποία ξεσπίτωσε, ατίμωσε, ρήμαξε τον τόπο. Έχω τη γνώμη, όμως, πως ύστερα από 35 χρόνια, με ξεκάθαρες τις προθέσεις της Άγκυρας, δεν θα πρέπει εμείς να της δίνουμε άλλοθι. Το να λέμε ότι εμείς τους καλέσαμε, ότι η δική μας πλευρά με το πραξικόπημα είναι που φταίει, απαλλάσσουμε την Τουρκία από τις ευθύνες της και δεν λέμε όλη την αλήθεια. Τόσα χρόνια μετά, έγιναν σ’ όλους ξεκάθαροι ο στόχοι και οι σκοποί της Τουρκίας. Ήδη ο Νταβούτογλου το είπε ξεκάθαρα: Και κανένας Τουρκοκύπριος να μην υπήρχε, έπρεπε να τους δημιουργήσουμε. Η Τουρκία ήθελε και θέλει να καταλάβει ολόκληρη την Κύπρο. Τους δώσαμε αφορμή. Θα δημιουργούσαν εκείνοι άλλην αν δεν τους τη δίναμε. Αν ο στόχος τους ήταν η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, που διασαλεύθηκε με το πραξικόπημα, τότε γιατί δεν απεχώρησαν μετά την επάνοδο του Μακαρίου; Ας πάψουμε λοιπόν να τροφοδοτούμε με όπλα τους Τούρκους.
Στην ενότητα «Εισβολή» που εκτείνεται στις σελίδες 153 μέχρι 220, χρησιμοποιώντας και πάλι ο συγγραφέας τα γεγονότα ως ιστό, υφαίνει τα βιώματά του και αφήνει τα συναισθήματά του να ξεχειλίσουν. Μέσα στις ψυχές των περισσότερων Κυπρίων γκρεμίστηκε η Ελλάδα. Τώρα όλοι στην Κύπρο φωνάζουν: «Μάνα Ελλάδα μάς πούλησες, μάς πρόδωσες, μάς έφερες στο χάος» (157). Παρόλα αυτά έχει τη δύναμη ο Άρης (και πίσω από αυτόν ο συγγραφέας) να επαινέσει την ανδρεία και την ανθρωπιά απ’ οποιονδήποτε κι αν προερχόταν. Αποκαλύπτεται μπροστά στην παλικαριά και τη θυσία των ανδρών της ΕΛΔΥΚ: «Τριακόσιοι απόγονοι του Λεωνίδα μάχονταν μόνοι, μετατρέποντας ακόμη μια περιοχή της αγίας γης των Ελλήνων σε νέες Θερμοπύλες... Οι Ελδυκάριοι με ένα τρελό πείσμα αντέχουν και με ένα ανεξήγητο παραλογισμό στέκονται ακλόνητοι στις θέσεις τους, αψηφώντας οποιονδήποτε κίνδυνο...» (198 – 199).
Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι «ο ηρωϊσμός των Ελδυκαρίων που θυσιάστηκαν από αγάπη για την Κύπρο καμία σχέση δεν είχε με τις αποφάσεις διοικητικών κέντρων που πρόδωσαν και πούλησαν το λαό της». Ψέγει όμως και τις κατοπινές κυβερνήσεις που κράτησαν άγνωστο και φιμωμένο αυτό το έπος. Γιατρός ο συγγραφέας, χρησιμοποιεί και όρους ιατρικούς: «Στο DNAτου Ελδυκάριου υπάρχει λίγο από το DNA του Λεωνίδα, του Παλαιολόγου, του Μακρυγιάννη, του Αυξεντίου, του Παλληκαρίδη... μέσα στο DNA των ανθρώπων της Χούντας βρισκόταν το DNA του Εφιάλτη».
Με το έπος της ΕΛΔΥΚ ανοίγει, για το συγγραφέα, και μια χαραγή ελπίδας: «Αν και στο μέλλον χρειαστεί να φυλάξουμε Θερμοπύλες... θα υπάρχουν αυτοί που θα αντισταθούν. Γιατί στον ελληνισμό η μαγιά πάντα μένει».
Κάποια στιγμή, μετά την πρώτη φάση της εισβολής, οι υποψήφιοι Έφεδροι αξιωματικοί μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία. Στη διάρκεια της μετάβασης, ο Άρης φέρει συνειρμικά στη σκέψη του την κατάληψη της Κύπρου από τους Τούρκους το 1570. Ίσως το γεγονός ότι οι Τούρκοι δημιούργησαν ήδη προγεφύρωμα, με την πρώτη εισβολή, ευκόλυνε αυτούς τους συνειρμούς. Σκεφτόταν πως και τότε τα πράγματα ήταν δύσκολα, ο πληθυσμός συρρικνώθηκε, μα επιζήσαμε. Ήταν η βοήθεια του Θεού, την οποία και τώρα επικαλείται, ήταν η δύναμη της φυλής, ήταν η δύναμη των ηθικών δυνάμεων που στο τέλος σκεπάζει τους αδυνάτους και αδικημένους, ό,τι κι αν ήταν, επιβιώσαμε τότε. Μα πού να ’ξερε τότε ο ήρωας τους αφηγήματος ότι τώρα τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα από οποιανδήποτε άλλη φορά! Οι Τούρκοι δεν ήρθαν για εκφοβισμό. Ούτε για οικονομική εκμετάλλευση. Ήλθαν για να μείνουν. Και μάλιστα με τις νέες, πλήρως αποτελεσματικές και δοκιμασμένες μεθόδους της εθνοκάθαρσης, του εποικισμού και της τελικής προσάρτησης δεν αμφέβαλλαν για την επιτυχία. Όταν η γεωγραφική θέση της Τουρκίας την κάνει περιζήτητη σύμμαχο για στρατιωτικούς σκοπούς σε Ανατολή και Δύση· όταν οι αγωγοί πετρελαίου αναγκαστικά περνούν από το έδαφός της· όταν ο πληθυσμός της ενδιαφέρει τους βιομηχάνους και εμπόρους της Ευρώπης, ποιος θα κοιτάξει ή θα ενδιαφερθεί για το δίκαιο της μικρής Κύπρου; Κι όταν, ακόμα, κάποιοι νιώθουν μειονεκτικά απέναντι στα κατορθώματα του ελληνικού πνεύματος, πώς θα ανέχονταν ένα τμήμα του ελληνισμού να ευημερεί; Μ’ αυτές τις σκέψεις φτάνουν στη Λευκωσία, διανυκτερεύουν στη Λακατάμια, ενώ τους περιμένουν οι μαύρες μέρες της δεύτερης φάσης της εισβολής.
Στο διάστημα της δεύτερης φάσης της εισβολής δύο συνάδελφοι του Άρη, υποψήφιοι έφεδροι αξιωματικοί, οι Κώστας Σαββίδης από τον Στατό και ο Αντρέας Χρίστου από την Πέτρα σκοτώθηκαν από τουρκικό όλμο στα υψώματα της Αγλαντζιάς. Ο θάνατός τους συγκλονίζει το συγγραφέα που αφιερώνει το βιβλίο σ’ αυτούς. Παράλληλα αυξάνει και η απογοήτευση από την απουσία της Ελλάδας. «Περιμένουν οι στρατιώτες να δουν έστω και για λίγο ένα ελληνικό αεροπλάνο. Η Ελλάδα, η μια από τις τρεις εγγυήτριες δυνάμεις, σταθερά απούσα», σημειώνει. Πού να ’ξερε, ότι στα μετόπισθεν όλοι εμείς ακούαμε από τα χείλη του Έλληνα πρωθυπουργού ότι «η Ελλάς λόγω αποστάσεως δεν μπορούσε να επέμβει». Παρέμεινε σε απόσταση ασφαλείας «μακρόθεν θεωρούσα τα γενόμενα».
Στην τελευταία ενότητα του βιβλίου που ξεκινά από την εκεχειρία, γίνεται αποτίμηση των συνεπειών του «πολέμου», ασκείται κριτική στους υπαιτίους της συμφοράς, δικούς μας και ξένους, και παρέχονται υπό τύπον υποθήκης από τον πατέρα του Άρη οι προϋποθέσεις επιβίωσης του τόπου μετά την καταστροφή.
Οι συνέπειες του «πολέμου» δεν εξαντλούνται στους νεκρούς, τους τραυματίες, τους αγνοούμενους, την προσφυγιά, ούτε και εκτείνονται μόνον στην περίοδο που έγινε ο πόλεμος. Οι συνέπειες θα σημαδέψουν έντονα τις επόμενες γενιές και την εξέλιξη της κοινωνίας. Ο φόβος, η ανασφάλεια, η αβεβαιότητα θα επηρεάσουν την κοινωνία στο μέλλον. «Η διάσπαση των κοινωνικών δομών θα δημιουργήσει μια μόνιμη ανωμαλία σ’ όλες τις εκδηλώσεις της ζωής με αποτέλεσμα τη θλιβερή μετάβαση από ένα ηθικό κώδικα σ’ ένα άλλο!
Όσον αφορά τους υπαιτίους της τραγωδίας, με πρώτους ηγήτορες τους Άγγλους αποικιοκράτες, ο συγγραφέας σημειώνει πως μπορούν τώρα, αφού πέτυχαν το σκοπό τους, να ασχοληθούν αμέριμνοι με νέες διακηρύξεις περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Άνθρωπος με ξεκάθαρες αντιλήψεις ως προς τις συντεταγμένες στις οποίες θα πρέπει να κινηθούμε προκειμένου να επιβιώσουμε μετά την καταστροφή, δίνει ο συγγραφέας τις κύριες συνιστώσες του αγώνα. Λέει χαρακτηριστικά (τα θέτει στο στόμα του πατέρα του Άρη): «Θεωρώ ότι στόχος μας είναι: Η βιολογική και πολιτιστική επιβίωση, η αντοχή, η μόνιμη ειρήνη, η σταθερότητα και η μετρημένη αφθονία». Θεωρώ με τη σειρά μου ότι στον όρο πολιτιστική επιβίωση περιλαμβάνεται και η δυνατότητα διαχείρισης της τύχης μας, η απελευθέρωση, και όχι απλώς η επιβίωση των χαρακτηριστικών στοιχείων μας κάτω από ξένη κυριαρχία.
Μια κύρια συνιστώσα του αγώνα μας είναι η γλώσσα μας, «που εκφράζει την ενότητα του γένους μας και συμπυκνώνει τα πιο πολύτιμα πολιτιστικά στοιχεία της ελληνικότητάς μας». Αυτή τη γλώσσα, που μιλήθηκε και γράφτηκε από τον Όμηρο, τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη, τον Απόστολο Παύλο, τον Αυξεντίου, τον Παλληκαρίδη, οφείλουμε να τη διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού. Και πράγματι η γλώσσα δεν είναι απλώς μέσο συνεννόησης, είναι συμπυκνωμένο σύνολο αξιών, χαρακτηριστικών της φυλής μας. Αναφέρω και πάλι (πολλές φορές χρησιμοποιώ αυτό το παράδειγμα) τη λέξη άνθρωπος: Στα Ελληνικά έχει το περιεχόμενο του άνω θρώσκειν, να βλέπει προς τα πάνω. Το homo (humanbeing) δηλώνει τη χθόνια προέλευση του συγκεκριμένου όντος.
Είναι ύστερα και η ορθόδοξη πίστη μας που είναι ταυτόχρονα συνιστώσα του αγώνα αλλά και στόχος η διαφύλαξή της. Από τότε που το ελληνικό έθνος δέχτηκε τον Χριστιανισμό, τα δύο μεγέθη έγιναν αδιαχώριστα. Όσοι αλλαξοπίστησαν έχασαν και την εθνική ταυτότητά τους. Γι’ αυτό και είναι εκ των «ων ουκ άνευ» η διαφύλαξη της Ορθόδοξης πίστης μας.
Τέλος, είναι και οι αξίες και οι παραδόσεις μας που εκφράζουν τον διαχρονικό ελληνισμό που πρέπει να διαφυλαχθούν. «Αν χάσουμε την ταυτότητά μας που διαφυλάσσει την ιστορική μας συνέχεια», λέει, «ακόμα και την ιδεώδη λύση να μας παραχωρήσουν , χάσαμε το παιχνίδι».
Ως επίλογο, ο συγγραφέας έχει την επιστροφή στο σήμερα. Ας μην ξεχνούμε ότι το όλο αφήγημα εκτυλίχθηκε ως σκέψεις του Άρη κάποιο πρωϊνό που πηγαίνει πεζός στο ιατρείο του. Ο Άρης νιώθει τον Κύπριο του 2008, να κυριαρχείται από τη μέριμνα της καθημερινότητας, τον καταναλωτισμό, τον ορθολογισμό. Να ζει μέσα στην ομίχλη της μηδενιστικής ζωής, στερούμενος της ζωηφόρου ενέργειας που έχει η θυσία των προγόνων του. Εν τούτοις τελειώνει το αφήγημά του με την ελπίδα να μπορέσει ο σημερινός Έλλην Κύπριος «να δει την δοξασμένη γενιά των προγόνων του, να νιώσει την ιερότητα των αγώνων τους και να συναισθανθεί τη σημασία που έχει η Ιστορία και η ιστορική συνέχεια μέσα από την οποία πηγάζουν οι ρίζες της ζωής του και το μυστήριο της αιωνιότητας του έθνους του».
Έδωσα αναλυτικά το περιεχόμενο του βιβλίου του Δρα Χάρη Κουπάτου. Ίσως να σας έχω κουράσει αλλά θεώρησα σωστό να αναφερθώ στα σχόλια και τις ανησυχίες του συγγραφέα γύρω από το εθνικό μας πρόβλημα που πλαισιώνουν την ιστορική αφήγηση των γεγονότων. Είναι οι ανησυχίες που διακατέχουν όλους μας. Κι αν θέλουμε να έχουμε ελπίδα και πιθανότητες σωτηρίας θα πρέπει να ανανήψουμε: Να μείνουμε πιστοί στις υποθήκες που δίνει ο συγγραφέας και που είναι οι αιώνιες και ακατάλυτες αρχές της Φυλής μας. Να απορρίψουμε τον ραγιαδισμό που μας οδηγεί στην Τουρκοποίηση. Οφείλουμε, προσγειωμένοι στη στυγνή πραγματικότητα, αλλά και με εθνική αξιοπρέπεια, να διαπραγματευτούμε το μέλλον μας και να επιδιώξουμε μια λύση που να εγγυάται την εθνική επιβίωσή μας στη γη των πατέρων μας. Οι συνεχείς υποχωρήσεις δεν οδήγησαν μέχρι σήμερα πουθενά. Αν επιδιώξουμε με σταθερότητα, και για το λαό μας, ό,τι όλη η Ευρώπη και όλος ο δημοκρατικός κόσμος αποδέχεται, δεν θα βρούμε ανθρώπους που να μας αρνηθούν αυτά που οι ίδιοι επιδιώκουν για τον εαυτό τους. Εγρήγορση καρδιών είναι που χρειάζεται. Είναι νομίζω και το μήνυμα και η ευχή του συγγραφέα, τον οποίο και συγχαίρω θερμά για το έργο του.