English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 
ΜΗΝΙΑΙΟΝ ΔΕΛΤΙΟΝ ΚΗΡΥΓΜΑΤΩΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2013
 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Β΄ Κορ. δ΄ 6-15
Ευαγγέλιο: Ματθ. κβ΄ 35-46
3 Φεβρουαρίου 2013
  

 

«Διδάσκαλε, ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω;» (Ματθ. κβ΄ 36)

 

Η ερώτηση απευθύνεται στο Χριστό από ένα νομοδιδάσκαλο του Ισραήλ. Ασφαλώς γνωρίζει το θείο νόμο ο νομικός αυτός και ασφαλώς τον διδάσκει στους συμπατριώτες του. Εκφράζει όμως την δήθεν απορία του για να βάλει σε δύσκολη θέση το Χριστό, όπως νομίζει. Οι διατάξεις που περιέχονται στην Παλαιά Διαθήκη είναι μερικές εκατοντάδες και πολλές απ’ αυτές χαρακτηρίζονται για τη σχολαστική τους λεπτομέρεια και την περιορισμένη σημασία τους. Ωστόσο, σημαντικές και ουσιώδεις είμαι οι δέκα εντολές. Αποτελούν τις βασικές διατάξεις της παιδαγωγού Παλαιάς Διαθήκης που απεκάλυψε και μας παρέδωσε ο Θεός δια του Μωϋσέως. Οι Ισραηλίτες όμως ασχολούμενοι με ατέρμονες και άσκοπες συζητήσεις για τις άπειρες διατάξεις, σχεδόν λησμόνησαν τις δέκα εντολές και τη σημασία τους.

Η απάντηση του Ιησού προς τον προκλητικό νομοδιδάσκαλο του Ισραήλ, χωρίς να είναι επαναστατική και καινοφανής, αγαπητοί μου αδελφοί, του υπέδειξε την πρώτη και μεγάλη εντολή του δεκάλογου. «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου, εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου». Η ολοκληρωτική αγάπη προς τον Κύριον και Θεόν είναι η πρώτη και μεγάλη εντολή. Η αγάπη και προσήλωση με το συναίσθημα, με τη θέληση και με το νου. «Ζω δε ουκέτι εγώ ζη δε εν εμοί Χριστός» λέγει ο Απόστολος Παύλος, για να δείξει ποιος πρέπει να είναι ο δεσμός μας με τον Κύριο, πόσο πρέπει να Τον αγαπούμε με όλη μας την ύπαρξη. Είναι η δίκαια ανταπόδοση προς την αγάπη που έδειξε για μας ο Θεός. Αφού όλη μας η ζωή και ότι έχουμε, αυτή η ύπαρξη μας, είναι δώρα της αγάπης του Θεού. Η παρουσία  της αγάπης του Θεού. Η παρουσία της αγάπης του Θεού είναι καθημερινή, είναι συνυφασμένη με τη ζωή μας. Εάν βλέπουμε το φως, εάν αναπνέουμε και ζούμε και χαιρόμαστε τα άπειρα πνευματικά και τα πλούσια υλικά αγαθά, το οφείλουμε στη μακροθυμία της πατρικής Του αγάπης. Ακόμη και αν κάποτε επιτρέπει, η αγάπη Του να περνούμε δύσκολες στιγμές και να αντιμετωπίζουμε σοβαρά προβλήματα, βλέπουμε το πατρικό χέρι Του που μας παιδαγωγεί μ’ αυτό τον τρόπο. Οφείλουμε λοιπόν να Τον αγαπούμε τηρώντας με θρησκευτική ευλάβεια την πρώτη και μεγάλη εντολή.

Και η δεύτερη εντολή που είναι όμοια με την πρώτη: «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Παύει πλέον να ισχύει η μέχρι τώρα παλαιά αντίληψη: «αγαπήσεις τον πλησίον και μισήσεις τον εχθρό σου» ή «οφθαλμόν αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος». Μια νέα αντίληψη στις σχέσεις των ανθρώπων διδάσκεται και καθιερώνεται. Αυτή κι αν είναι επαναστατική θέση. Ο Θεός Πατήρ, αγαπά χωρίς διάκριση, όλους τους ανθρώπους, τα δημιουργήματά Του. Εμείς τα παιδιά Του, λέγει στην πρώτη εντολή, πρέπει να Τον αγαπούμε. Απλή και φυσική συνέπεια, λοιπόν είναι να αγαπά ο ένας τον άλλον, «τον πλησίον» του. «Μηδενί μηδέν οφείλετε, ει μη το αγαπάν αλλήλους» συμπληρώνει ο Απόστολος Παύλος, διερμηνεύοντας την αποκαλυφθείσα σ’ αυτόν αλήθεια. Τίποτε άλλο δε χρωστάτε στους άλλους εκτός από το να είστε αγαπημένοι μεταξύ σας. Εντολή από το Θεό η αγάπη του «πλησίον», οφειλή χρέος τη χαρακτηρίζει ο Παύλος. Αλλά η αγάπη δεν περιορίζεται στο συναισθηματικό χώρο. Είναι αγάπη πρακτική και αποτελεσματική. Είναι διαρκές και ουσιαστικό χώρο. Είναι αγάπη πρακτική και αποτελεσματική. Είναι διαρκές και ουσιαστικό ενδιαφέρον. Αντιμετωπίζει τα προβλήματα του άλλου. «Ως σεαυτόν» σημειώνει η εντολή. Πώς και πόσο αγαπάς τον εαυτό σου. Με τον ίδιον ακριβώς τρόπο πρέπει να αγαπάς, να ενδιαφέρεσαι για τον πλησίον σου. Να συμπάσχεις ακόμη, αν χρειαστεί. Αυτό σημαίνει ότι και ικανοποίηση θα αισθάνεσαι όταν ευτυχεί ο πλησίον σου, αλλά και κόπους και θυσίες θα υφίστασαι χωρίς να γογγύζεις, για να βοηθήσεις, να υπερασπιστείς τον πλησίον σου. «Ως σεαυτόν». Να τον αγαπήσεις όπως αγαπάς τον εαυτό σου. Τον εαυτό σου, που τον ανέχεσαι με όλα του τα ελαττώματα και δεν του χαλάς το χατίρι για ότι επιθυμεί και σου επιβάλλει. Τον εαυτό σου, που τον φροντίζεις και τον προστατεύσεις νυχθημερόν και σ’ όλη σου τη ζωή. Τον εαυτό σου, για τον οποίο φροντίζεις να προοδεύει, να μορφώνεται, να ζει άνετα και χωρίς περισπασμούς. Ο ευαγγελιστής Λουκάς αναφερόμενος στη συνάντηση του Κυρίου με το νομικό, στην περικοπή του καλού Σαμαρείτη, δίδει και την ερμηνεία του «πλησίον». Συμπεραίνουμε από την παραβολή αυτή ότι «πλησίον» δεν είναι μόνο οι οικείοι μας, οι φίλοι μας, οι ομοεθνείς μας, αλλά και  όλοι οι άλλοι, χωρίς διάκριση συγγένειας, φυλής ή χρώματος και κοινωνικής τάξης.

Και συνεχίζει την απάντηση Του ο Κύριος προς τον επιπόλαιο νομικό, για να δηλώσει το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της διδασκαλίας Του. «Εν ταύταις ταις δυσί εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται». Οι δυο αυτές εντολές ενωμένες μαζί είναι βάση του νόμου και των προφητειών. Αποτελούν ζεύγος αδιάσπαστο, χαρακτηρίζουν τη θρησκεία του Χριστιανισμού. Καθορίζουν τις σχέσεις Θεού και ανθρώπων και των ανθρώπων μεταξύ τους. Είναι η βάση της διδασκαλίας του ευαγγελίου της Καινής Διαθήκης. Αυτές οι δυο εντολές πρέπει να χρωματίζουν τις σχέσεις μας με τους άλλους και το Θεό, να σημαδεύουν τον πνευματικό αλλά και τον υλικό πολιτισμό μας.

Ο σημερινός κόσμος, αγαπητοί μου αδελφοί, αντιμετωπίζει πολέμους σε πολλές περιοχές της γης, φοβάται γενικότερα συγκρούσεις που είναι δυστυχώς δυνατόν να συμβούν. Βλέπουμε τους ανθρώπους να είναι χωρισμένοι σε αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Πολιτικές, θρησκευτικές, οικονομικές, φυλετικές και άλλες διαφορές μας χωρίζουν. Δεν είμαστε διατεθειμένοι να υποχωρήσουμε, να συμβιβαστούμε, να πλησιάσουμε και να περιορίσουμε την απόσταση στις διαφορές που μας χωρίζουν. Έχουμε λησμονήσει το «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Και περιμένουμε να επικρατήσει η ειρήνη! Πόσον ανόητοι είμαστε! Αλλά μήπως θυμόμαστε την εντολή αυτή στις σχέσεις μας με τον πλησίον μας συνάνθρωπο; Καλό λοιπόν είναι να εξετάσουμε τον εαυτό μας, να δώσουμε την απάντηση στο ερώτημα αυτό, να διορθώσουμε τη ζωή μας και τις σχέσεις μας. Αν κατορθώσουμε να τακτοποιήσουμε τις σχέσεις μας με τον πλησίον μας, ασφαλώς θα μπορέσουμε ως εθνικά, πολιτικά, θρησκευτικά σύνολα πλέον, να αποκτήσουμε και την ειρήνη του Θεού.

 

Δ.Γ.Σ.


 
 
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Β΄ Τιμ β΄ 1-10
Ευαγγέλιο: Ματθ. κε΄ 14-30
10 Φεβρουαρίου 2013
 
 
 
 
 
«Μετά δε χρόνον πολύν έρχεται ο κύριος των δούλων εκείνων και συναίρει μετ’ αυτών λόγον» (Ματθ. κε΄19)
 
 
 
 

 

Η σημερινή παραβολή των ταλάντων αποτελεί συνέχεια της παραβολής των δέκα παρθένων, αλλά και προάγγελο της διδασκαλίας για τη Δευτέρα Παρουσία και την τελική κρίση. Μέσα από αυτή την τριλογία που παρουσιάζεται από τον Κύριο λίγο πριν από το Πάθος του, έχει σαν δεδομένο την Δευτέρα Παρουσία και την τελική κρίση. Συνεπώς, το χρονικό διάστημα που θα προηγηθεί προσφέρεται σαν δώρο από το Θεό στον άνθρωπο για να το διαχειριστεί με σύνεση και παράλληλα να αξιοποιήσει τα όποια χαρίσματα του προσφέρονται.

Η Δευτέρα Παρουσία θεωρείται δεδομένη. Άρα εκείνο που χρειάζεται από μέρους των ανθρώπων, ανδρών και γυναικών, είναι η συνειδητή προετοιμασία και παράλληλα η συνεχής ετοιμότητα. Ο χρόνος της επίγειας ζωής του ανθρώπου, είναι χρόνος ετοιμότητας, αφού είναι άγνωστος ο χρόνος της Δευτέρας Παρουσίας του κυρίου. Ο χρόνος της επίγειας ζωής του καθενός είναι χρόνος αναμονής, αλλά παράλληλα και χρόνος εργάσιμος. Σ’ αυτό το διάστημα, μικρό ή μεγάλο, που η χάρις του Θεού θα του προσφέρει, οφείλει ο άνθρωπος να αξιοποιήσει τα διάφορα χαρίσματα προς όφελος του συνόλου των ανθρώπων. Τα όποια χαρίσματα, πολλά ή λίγα, είναι δώρα του Θεού στον άνθρωπο για να τα αξιοποιήσει και για τα οποία αργότερα θα λογοδοτήσει.

Τα χαρίσματα αυτά, κατά τη σημερινή παραβολή ονομάζονται τάλαντα. Μάλιστα η κατανομή αυτών των ταλάντων είναι άνιση, αφού στον πρώτο έδωσε πέντε, στο δεύτερο δυο και στον τρίτο μόνο ένα. Άνιση μεν η κατανομή, αλλά σημαντική δε η επισήμανση του Κυρίου. Τα τάλαντα δεν είχαν στόχο τη διάκριση μεταξύ των ανθρώπων, αλλά δόθηκαν «εκάστω κατά την ιδίαν δύναμιν». Δηλαδή, δόθηκαν ανάλογα με την δυνατότητα του καθενός.

Άνιση η κατανομή γιατί δεν έχουν όλοι τις ίδιες ικανότητες Κατά συνέπεια δεν μπορούν να επωμιστούν όλοι και τις ίδιες ευθύνες. Η ευθύνη που επωμίζεται ο καθένας είναι ανάλογη με την ποσότητα των χαρισμάτων και η οποία είναι ανάλογη με τις δυνατότητες του καθενός.

Παρά την ανισότητα των χαρισμάτων όλοι έχουν εξίσου ευθύνη να ανταποκριθούν θετικά στο κάλεσμα και να αξιοποιήσουν το κάθε χάρισμα ξεχωριστά, γιατί στο τέλος θα λογοδοτήσουν. Τα τάλαντα – χαρίσματα δεν είναι προσωπική περιουσία, ούτε και προσφέρονται ως μέσα προσωπικής ανέσεως. Τα τάλαντα δεν είναι απλά δώρα. Είναι αγωνίσματα που για να ανταπεξέλθει κάποιος πρέπει να αγωνιστεί σύμφωνα με τους κανόνες και ακόμα να «κακοπαθήσει».

Πολύ επίκαιρη, αλλά και παραστατική είναι η σημερινή προτροπή του Αποστόλου Παύλου προς τον μαθητή του Τιμόθεο: «Κακοπάθησε λοιπόν σαν καλός στρατιώτης του Ιησού Χριστού. Κανείς στρατευόμενος δεν μπλέκεται στις υποθέσεις της καθημερινής ζωής, αν θέλει να είναι συνεπής απέναντι σ’ εκείνον που τον στρατολόγησε. Κι  όταν κάποιος μετέχει σε αθλητικούς αγώνες, δεν παίρνει το στεφάνι της νίκης, αν δεν αγωνιστεί σύμφωνα με τους κανόνες».

Άρα τα όποια τάλαντα – χαρίσματα του καθενός θα υπολογιστούν με βάση την προθυμία την αγωνιστικότητα, καθώς και την προσφορά και όχι με βάση τον αριθμό και το πόσο σημαντικό είναι το οποιοδήποτε χάρισμα.

Ξεκινώντας οι άνθρωποι από τον αριθμό ή την ποιότητα – αξία των διαφόρων χαρισμάτων, πολλές φορές δυσφορούμε εναντίον όλων, ακόμα και του Θεού, όταν οι άλλοι παίρνουν περισσότερα. Μέσα στα πλαίσια αυτής της λογικής αδυνατούμε να εντοπίσουμε τα χαρίσματα που μας πρόσφερε ο Θεός, καθώς και τις όποιες δυνατότητες μας για την αξιοποίηση τους, με αποτέλεσα τα χαρίσματα να μένουν ανενεργά ή να τα θάβουμε όπως έκανε ο τρίτος υπηρέτης της σημερινής παραβολής. Τα όποια αγαθά αλλά και τα όποια χαρίσματα μας προσφέρονται για να τα αξιοποιήσουμε και όχι για να τα σφετεριστούμε ή και να τα θάψουμε γιατί στο τέλος θα κληθούμε να λογοδοτήσουμε, όπως έγινε και με τους υπηρέτες της σημερινής παραβολής.

Οι δυο πρώτοι έδωσαν την ίδια απάντηση, αφού επέστρεψαν τα διπλάσια από αυτά που πήραν. Ο πρώτος είπε: «Κύριε, πέντε τάλαντα μοι παρέδωκας. Ίδε άλλα πέντε τάλαντα εκέρδησα επ’ αυτοίς». Ο δέυτερος είπε: «Κύριε, δυο τάλαντα μοι παρέδωκας. Ίδε άλλα δυο τάλαντα εκέρδησα επ’ αυτοίς». Δεν αποποιήθηκαν την ευθύνη, ούτε και διαμαρτυρήθηκαν για τον άνισο αριθμό. Για τούτο ανταμείφτηκαν με τον ίδιο τρόπο. Είπε στον καθένα «εύγε καλέ και έμπιστε δούλε. Αποδείχτηκες αξιόπιστος σε μικρές υποθέσεις, γι’ αυτό θα σου εμπιστευτώ μεγαλύτερες. Έλα να γιορτάσεις μαζί μου».

Μετά τους δυο πρώτους κλήθηκε να λογοδοτήσει και ο τρίτος. Αυτός όχι μόνο δεν διπλασίασε το τάλαντο που πήρε, αλλά κατηγόρησε τον κύριό του ότι είναι «σκληρός» και ουσιαστικά άδικος, αφού «θερίζεις εκεί που δεν έσπειρες και συνάζεις καρπούς εκεί που δεν φύτεψες. Γι’ αυτό «φοβήθηκα και πήγα κι έκρυψα το τάλαντο σου στη γη. Να τα λεφτά σου».

Ο τρίτος υπηρέτης αποδείχθηκε αναξιόπιστος αλλά και συκοφάντης. Αρνήθηκε την αξιοποίηση των ταλάντων μέσα από την εργασία και με τον τρόπο αυτό αποδείχθηκε αναξιόπιστος έναντι του Θεού, αλλά και αρνούμενος να προσφέρει την αγάπη του στην κοινωνία των ανθρώπων. Για τούτο και τιμωρήθηκε διπλά. Του αφαιρέθηκε το τάλαντο και σαν «άχρηστο» δούλο τον πέταξε στο σκοτάδι.

Όμως, ποια η σημερινή κατάσταση. Δυστυχώς όχι μόνο αμελούμε, αλλά και λειτουργούμε ανταγωνιστικά. Τα θέλουμε όλα για τον εαυτό μας ή τουλάχιστον να έχουμε περισσότερα από τους άλλους και τα οποία οικειοποιούμεθα σαν δικά μας αγαθά. Ακόμα και στην περίοδο αυτής της οικονομικής κρίσης δεν εννοούμε να αποδεσμευτούμε από την ύλη. Δυσκολευόμαστε να απαγκιστρωθούμε από την ύλη και ιδιαίτερα να εννοήσουμε ότι τα υλικά αγαθά είναι απλά μέσα της παρούσης ζωής και όχι σκοπός ζωής ή και αυτοσκοπός. Αδελφοί μου ο Θεός εμπιστεύθηκε στον καθένα μας και κάποιο χάρισμα, κάποιο τάλαντο. Ας ψάξουμε για να ανακαλύψουμε το δικό μας τάλαντο κι ας μην σπαταλούμε τις δυνάμεις μας αναλύοντας τα όποια χαρίσματα των άλλων. Ο καθένας από μας θα λογοδοτήσει για το δικό του χάρισμα που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Ας το δεχθούμε με φόβο. Ας το μοιραστούμε με εκείνους που το έχουν ανάγκη. Κατά τον υμνωδό  «διάδος πτωχοίς και κτήσαι φίλον τον Κύριον. Ίνα στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη και ακούσης μακαρίας φωνής. Είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσον με Σωτήρ, τον πλανηθέντα, δια το μέγαν έλεος». Αμήν.

Θεόδωρος Αντωνιάδης


 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ
Απόστολος: Β΄Κορ. στ΄16-ζ΄1
Ευαγέλιο: Ματθ. ιε΄ 21-28
17 Φεβρουαρίου 2013
 
 
 
«Ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις»

 

Ο Κύριος συνοδευόμενος από τους μαθητές του – διηγείται στο σημερινό Ευαγγέλιο – περνούσε μια μέρα από τα σύνορα της Τύρου και της Σιδώνος. Μια γυναίκα από τα μέρη εκείνα πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του, στη μέση του δρόμου. Έπεσε στα πόδια του και άρχισε να τον παρακαλεί με δάκρυα να θεραπεύσει την κόρη της, που ήταν δαιμονισμένη. Έγινε, όμως, αγαπητοί αδελφοί, τότε κάτι παράδοξο. Ο φιλεύσπλαχνος Ιησούς την προσπέρασε χωρίς να της αποκριθεί τίποτε, χωρίς να της ρίξει ούτε ένα βλέμμα. Φάνηκε ολότελα αδιάφορος στον πόνο εκείνης της γυναίκας που με λυτή την κόμη, με τα μάγουλα αυλακωμένα από το κλάμα, με λόγια που θα συγκινούσαν και τις πέτρες, τον ικέτευσε. Αυτό το θέαμα και το άκουσμα, που ήταν ικανό να σφίξει κάθε καρδιά, τον άφησε ψυχρό – όπως έδειξε τουλάχιστον η συμπεριφορά του.

Ο κύριος την προσπέρασε, ακολουθούμενος από τους μαθητές του. Αλλά η γυναίκα – Η Χαναναία, όπως τη λέγει ο ευαγγελιστής – δεν έμεινε άπρακτη. Τον πήρε από πίσω, συνεχίζοντας τις ικεσίες της. Δεν έπαψε να επικαλείται την βοήθεια Εκείνου, που είχε έλθει στον κόσμο ακριβώς για τους φτωχούς, τους βασανισμένους, τους απροστάτευτους, τους απόκληρους.

Ανάμεσα στον Κύριο και την Χαναναναία περπατούν οι μαθητές. Συμμερίζονται το άλγος της, τη συμπαθούν, τη λυπούνται. Αλλά δεν συμμερίζονται τη βεβαιότητα που έχει, την ανώφελη όπως τη νομίζουν επιμονή της. Τα λόγια της τους ενοχλούν, τώρα αντί να τους κινούν τον οίκτο, τους ξεσχίζουν τ’ αυτιά, καταντούν ανυπόφορα.

Γι’ αυτό, πλησιάζουν τον Διδάσκαλο, που θαρρούν ότι δεν ακούει, απορροφημένος ποιος ξέρει σε τι θείες σκέψεις, και του λένε:

-        Απόλυσον αυτήν, ότι κράζει όπισθεν ημών!

Εμείς ούτε να της κάμουμε το καλό που ζητά μπορούμε, ούτε να τη διώξουμε έχουμε κουράγιο. Αφού δεν θέλεις να την ευεργετήσεις, πες της να φύγει. Ή κάμε την να φύγει, απαντώντας στην αίτηση της με το έλεος σου.

Ο Χριστός τώρα δεν σιωπά. Δεν έχει ν’ αποκριθεί στη Χαναναία, αλλά στους μεσολαβητές, στους αποστόλους του, πρόσωπα προνομιούχα, που έχουν κάθε δικαίωμα να του μιλούν και να τους απαντά.

Στρέφεται, λοιπόν, προς αυτούς κι όχι προς τη γυναίκα και τους λέγει:

-        Ουκ απεστάλην ει μη εις τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ.

Ο λόγος του είναι πιο σκληρός από τη σιωπή του. Αν η σιωπή του άφηνε κάποιο ενδεχόμενο αλλαγής της στάσεως του απέναντι της Χαναναίας, αυτά που λέγει τώρα πρέπει να σβήσουν και την παραμικρή ελπίδα. Αποκλείουν πια κάθε ευχάριστη πιθανότητα. Δεν στάλθηκε από τον Πατέρα παρά για τα πρόβατα του Ισραήλ. Αυτά η γυναίκα δεν είναι θυγατέρα του Αβραάμ. Είναι μια ειδωλολάτρισσα, μια ξένη, μια παρείσακτη, μια που δεν υπολογίζεται.

Αλλά η Χαναναία δεν παραδέχεται ήττα. Δεν της φράζουν τον δρόμο τα λόγια του Κυρίου, όπως δεν της τον έφραξε πριν η σιωπή του.

Τρέχει, λοιπόν, κοντά του, πέφτει πάλι στα γόνατα, τον προσκυνεί και μ’ άτρομη παρρησία, σαν να μην άκουσε τι είπε στους αποστόλους, του φωνάζει ξανά:

-        Κύριε, βοήθει μοι!

Τώρα ο Χριστός αποκρίνεται σ’ αυτήν τν ίδια. Έχει στραφεί στη γυναίκα. Κι όσο πιο πολύ στρέφεται, τόσο πιο σκληρός είναι. Όταν έκανε πως δεν την πρόσεξε και κοίταζε μπροστά, η σιωπή του ήταν ήδη φοβερή. Όταν στράφηκε στους αποστόλους, η φράση που πρόφερε ήταν φοβερότερη. Τώρα που στράφηκε στην ίδια τη Χαναναία, αυτά που ακούονται από το στόμα του είναι ακόμη φοβερότερα. Τώρα δεν είναι η αδιαφορία, ούτε η απλή άρνηση. Τώρα είναι η περιφρόνηση.

-        Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις.

Ήλθα για τον Ισραήλ. Ήλθα για τα παιδιά του Θεού. Σ’ αυτά έστρωσα την τράπεζα της Χάριτός μου, Αυτοί μονάχα έχουν δικαίωμα να καθίσουν γύρω της και να φάνε. Αυτοί είναι οι καλεσμένοι μου κι όχι άλλος. Σύ ποια είσαι. που με τόσο θράσος αποτείνεσαι στον προφήτη του Ισραήλ; Πώς θέλεις να πάρω το ψωμί των τέκνων και να το ρίξω στα σκυλιά που γυροφέρνουν κάτω από το τραπέζι; Ένα τέτοιο σκυλί είσαι κι εσύ. Πάψε, λοιπόν, να προβάλλεις απαιτήσεις που μ’ εξοργίζουν. Η απάντηση που έπρεπε να λάβεις, είναι αυτή που σου δίνω τώρα. Τα λόγια μου πρέπει να τα αισθανθείς σαν ένα λάκτισμα.

Ποια επιμονή θα μπορούσε να κρατηθεί στον τόπο της μπροστά σ’ αυτό το θεϊκό λάκτισμα; Ποια ελπίδα δεν θα κατέρρεε; Ποια πίστις θα άντεχε;

Η επιμονή, η ελπίδα, η πίστις της Χαναναίας. Η γυναίκα αυτή δεν υποχωρεί, δεν κρημνίζεται στην άβυσσο της απογνώσεως, δεν τραυματίζεται καθόλου από την περιφρόνηση του Χριστού. Απεναντίας η περιφρόνηση αυτή δίνει στη Χαναναία την ευκαιρία να  θεμελιώσει την πίστη της. Πού; Στο θεμέλιο της ταπεινοφροσύνης. Και να κάμει έτσι την πίστη της ακλόνητη και νικήτρια.

- Ναι, Κύριε, σπεύδει να αποκριθεί η Χαναναία. Και  γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης των κυρίων αυτών.

Περίμενες, λοιπόν, Θεέ μου, να με αποθαρρύνεις μ’ αυτό που είπες; Περίμενες να δεις να ξεσκεπάζεται ο εγωισμός μου, με το λάκτισμα που μου έδωσες; Ιδές, λοιπόν. Δεν είναι ο εγωισμός που βλέπεις, αλλά το ταπεινό μου φρόνημα. Αγκαλιάζω τα λόγια σου που με είπαν σκυλί, διότι τα παραδέχομαι εγώ πρώτη. Ναι, είμαι μια παρείσακτη, μια ανάξια, μια μηδαμινή ψυχή. Και σαν τέτοια σου ζητώ όχι μερίδα στην πανδαισία σου και παρακαθεδρία, αλλά λίγα ψίχουλα της καταδεκτικότητας σου. Αυτά τα ψίχουλα είναι για μένα θησαυρός και τιμή και δόξα και χαρά απερίγραπτη. Αυτή η παραφροσύνη σου είναι για μένα ευφροσύνη κι ανάπαυση ψυχική κι ασφάλεια γλυκιά. Διότι με βοηθάς να παραδέχομαι αυτό που ακριβώς είμαι – σκυλί κάτω από το τραπέζι της βασιλείας σου.

Θέλησες να με δοκιμάσεις. Αλλά εγώ δεν έγινα θύμα του ευλογημένου πειρασμού σου. Εγώ ξέρω πως ότι κάνεις, το κάνεις για να φανερωθώ, όπως επιθυμείς να είμαι. Μια ψυχή ταπεινή και στερεή μέσα στη δοκιμασία, όπου την υποβάλλεις με τα λόγια σου και τη στάση σου. Ιδού, λοιπόν, ότι εγώ στάθηκα δυνατή και υπερπήδησα ένα – ένα τα εμπόδια που μου έστησες: τη σιωπή σου, τν άρνηση σου, την περιφροσύνη σου. Κατόρθωσα να σε γυρίσω προς εμένα. Όσο περισσότερο στρεφόσουν, τόσο πιο σκληρός κι απαιτητικός φανερωνόσουν στη φτωχή μου ψυχή. Αλλά εγώ σε αντιμετώπισα με το θάρρος της πίστεως που σε ξέρει, που σε βλέπει γεμάτο αγάπη και τρυφερότητα πίσω από το καταπέτασμα των ανερμήνευτων τρόπων της συμπεριφοράς σου. Τώρα λοιπόν, δεν έχεις τίποτε άλλο να πεις. Εκτός μόνο απ’ αυτό που ανοίγεις ήδη το στόμα σου για να πεις.

«Τότε αποκρίθείς ο Ιησούς είπεν αυτή: ω γύναι μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις».

 
Γιώργος Σαββίδης

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ (Τελώνου και Φαρισαίου)
Απόστολος: Β΄Κορ. Δ΄6-15
Ευαγγέλιο: Λουκ. ΙΗ΄10-14
24 Φεβρουαρίου 2013
 
 
 
«Ο Θεός, ευχαριστώ σοι, ότι ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων».

 

Η κατανυκτική περίοδος του Τριωδίου, αγαπητοί μου αδελφοί, ανοίγει με το πνεύμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, της γνωστής σ΄όλους μας παραβολής του Τελώνη και του Φαρισαίου, που αναγινώσκεται στους ναούς μας κατά τη σημερινή Κυριακή, που έχει πάρει από την περικοπή αυτή και το όνομα της. Το Τριώδιο, στο οποίο εισερχόμαστε από σήμερα, είναι η πιο κατανυκτική και ψυχωφελής περίοδος της λατρευτικής και λειτουργικής ζωής της Εκκλησίας μας. Κατάνυξη, μετάνοια, προσευχή και ολόψυχη αφοσίωση και στροφή στον αμαρτωλό εαυτό μας και στον οικτίρμονα Θεό. Από σήμερα, εισερχόμαστε σε περίοδο πνευματικής περισυλλογής, έντονης προσευχής και εξαγιασμού της ψυχής μας. Μακριά από τα ένοχα, τα φθαρτά, τα μάταια και τα αμαρτωλά πάθη μας. Μακριά από την προσευχή του Φαρισαίου, που θα αντλήσουμε κι εμείς σήμερα το θέμα μας. Θα δούμε δηλαδή αρχικά την ουσία του φαρισαϊκού πνεύματος και στη συνέχεια κάποιες νέες μορφές του, που δύσκολα διακρίνονται.

Οι Φαρισαίοι, όπως είναι γνωστό, στην εποχή του Χριστού, αποτελούσαν μια απο τις δυο κυριότερες ηγετικές θρησκευτικές τάξεις των Εβραίων. Η άλλη ηγετική θρησκευτική τάξη ήταν των Σαδδουκαίων. Οι Φαρισσαίοι, καλλιεργούσαν την ιδέα ότι δεν ήταν όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι. Οι ίδιοι με τον εγωισμό τους, ήταν η αιτία της πόλωσης και ψυχικής απομάκρυνσης από τους συνανθρώπους τους. Έλεγαν ότι εφάρμοζαν με ζήλο και ακρίβεια το Μωσαϊκό Νόμο, στην πράξη όμως και στη συντριπτική πλειοψηφία, εφάρμοζαν μόνο κάτι εύκολες διατάξεις  κι έτσι έδιναν την εντύπωση, πως ήταν πολύ ευσεβείς. Στην ουσία είχαν καταντήσει μια τάξη υποκριτών, που αδιαφορούσε, για τις μεγάλες εντολές του Θεού. Αλλοίμονό σας, τους λέει ο Κύριος, Φαρισαίοι υποκριτές, γιατί δίνετε στο ναό το ένα δέκατο από το δυόσμο, το άνηθο και το κύμινο και δεν τηρείτε τις σπουδαιότερες εντολές του Νόμου, που είναι η δικαιοσύνη, η ευσπλαχνία και η πιστότητα, δηλαδή η δίκαιη κρίση, η ευσπλαχνία και η τιμιότητα. (Ματθ. ΚΓ΄23).

Βέβαια, το τραγικό λάθος τους ήταν ότι θεωρούσαν τον εαυτό τους ενάρετο και περιφρονούσαν όλους τους άλλους ανθρώπους. Και σ’αυτό ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία της Φαρισαϊκής αμαρτίας. Βρίσκεται, δηλαδή στη φάση του Φαρισαίου της παραβολής ότι «εγώ δεν είμαι, σαν όλους τους άλλους ανθρώπους, που είναι άρπαγες, άδικοι, μοιχοί, ή μοιάζουν με αυτό εδώ το Τελώνη». Το Φαρισαϊκό αυτό πνεύμα είναι αλήθεια ότι παρέσυρε και παρασύρει μέχρι σήμερα και αρκετούς χριστιανούς. Γιατί συναντούμε και σήμερα ανθρώπους που παριστάνουν τον ευσεβή, τον άγιο, ανθρώπους που κάμνουν μεγάλους σταυρούς, που νηστεύουν επιδεικτικά ή που δίνουν φιλανθρωπίες, για να εισπράξουν τον έπαινο των ανθρώπων. Ευτυχώς, σήμερα, η χονδροειδής αυτή αλήθεια με έντονα τα εξωτερικά στοιχεία μορφής Φαρισαϊσμού, δεν αποτελεί δεσπόζον στοιχείο της θρησκευτικής ζωής, όπως στην εποχή του Χριστού. Σήμερα το Φαρισαϊκό πνεύμα επιζεί κυρίως κάτω από άλλες, πιο λεπτές μορφές, εξ ίσου όμως επικίνδυνες.

Και είναι πράγματι αλήθεια, ότι οι μορφές αυτές δεν είναι ξένες και σ’εμάς. Κι αρχίζουμε με την πρώτη μορφή του Φαρισαϊσμού, που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στους ανθρώπους, που έχουν κάπως χαλαρούς δεσμούς με την Εκκλησία. Στην περίπτωση αυτή, όταν κάποιος τους συστήσει να εκκλησιάζονται τακτικά, να εξομολογούνται και να κοινωνούν των Αχράντων Μυστηρίων, συνήθως απαντούν με το εμείς δεν είμαστε σαν αυτούς τους χαμένους, τους τιποτένιους, τους υποκριτές, που κάμνουν τους μεγάλους σταυρούς και εκμεταλλεύονται και καταδυναστεύουν τον κόσμο. Εμείς, συμπληρώνουν, είμαστε ειλικρινείς και ίσιοι άνθρωποι, γι’ αυτό και μας συγχωρεί ο Θεός. Και τα λένε αυτά, χωρίς να αντιληφθούν ότι με τον τρόπο αυτό και οι ίδιοι μεταβάλλονται σε Φαρισαίους, που ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τα ίδια εκείνα λόγια του Φαρισαίου της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.

Μια άλλη μορφή Φαρισαϊσμού, προσβάλλει ιδιαίτερα τους ευσεβείς χριστιανούς, που μετέχουν με συνέπεια στη ζωή της Εκκλησίας. Πρόκειται για χριστιανούς που εκκλησιάζονται, που εξομολογούνται, που κοινωνούν συχνά, που μελετούν την Αγία Γραφή, που συμμετέχουν σε αγρυπνίες, που παρακολουθούν κηρύγματα, που επισκέπτονται μοναστήρια. Οι άνθρωποι αυτοί άν δεν ζουν μια προσεκτική ζωή και άν βρει έδαφος σ’ αυτούς η ιδέα, ότι είναι καλύτεροι από τους άλλους και ότι και αυτοί  δεν είναι όπως ¨οι λοιποί των ανθρώπων¨, υπάρχει ο κίνδυνος να καταντήσουν κι αυτοί όπως ο Φαρισαίος της παραβολής. Γιατί άν παύσουν να ασχολούνται με τα αμαρτήματα τους κι άν βλέπουν μόνο τα αμαρτήματα των άλλων, τους οποίους μάλιστα να κατακρίνουν με σκληρότητα και ασπλαχνία, τότε καθόλου δεν διαφέρουν από τον υπερήφανο και αλαζόνα Φαρισαίο της παραβολής.

Κι ερχόμαστε στην τρίτη μορφή που είναι ιδιαίτερα επίκαιρη στις μέρες μας. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο Φαρισαϊσμό, που θα μπορούσαμε να τον ονομάσουμε Τελωνικό Φαρισαϊσμό. Είναι ένας αλλόκοτος συνδυασμός των αρνητικών στοιχείων του Τελώνη με αυτά του Φαρισαίου. Τα αρνητικά στοιχεία του πρώτου είναι τα μεγάλα και βαριά αμαρτήματά του. Τα αρνητικά στοιχεία του δεύτερου είναι ο αυτοθαυμασμός και η αυτοδικαίωση, δηλαδή, το «ουκ ειμί ώσπερ οι λοιποί των ανθρώπων». Δυστυχώς, στην εποχή μας, τα τόσο αντίθετα πράγματα πολύς κόσμος έχει καταφέρει να τα συνδυάσει. Κι έτσι, βλέπουμε ανθρώπους που αμαρτάνουν σαν τον Τελώνη και εμφορούνται από το φρόνημα του Φαρισαίου. Διαπράττουν βαρύτατα, θανάσιμα σαρκικά αμαρτήματα και δεν μετανοούν. Δεν αισθάνονται συντριβή και δεν ζητούν το έλεος του Θεού, όπως ο Τελώνης.

Αδελφοί μου. Από σήμερα, όπως είπαμε, εισερχόμαστε στην κατανυκτική περίοδο του Τριωδίου. Το Τριώδιο δεν είναι περίοδος διασκεδάσεων και ξεφαντώματος και κραιπάλης και άλλων αμαρτωλών εκδηλώσεων. Αντίθετα, είναι περίοδος πνευματική και προετοιμασία για την είσοδο ύστερα από λίγο στην πένθιμη Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Ας στρέψουμε, λοιπόν, την προσοχή μας προς τον εαυτό μας κι ας συνειδητοποιήσουμε ότι είμαστε προσωρινοί και πρόσκαιροι σ’ αυτό το κόσμο. Κι’ αυτό να το συνειδητοποιήσουμε  όχι σε μια στιγμιαία συγκίνηση, αλλά σ’ ένα διαρκές βίωμα όλης μας της ζωής. Και όσο με τον καιρό θα βαθαίνουμε στην ενδοσκόπησή μας αυτή, τόσο περισσότερο θα βλέπουμε τους άλλους σαν καλύτερούς μας και τους εαυτούς μας ως έσχατους όλων, ως τελευταίους. Μία τέτοια ταπείνωση θα μας οδηγήσει στη μετάνοια και τη σωτηρία. Ας ακολουθήσουμε, λοιπόν, πιστά το παράδειγμα του Τελώνη, ώστε να πετύχουμε κι εμείς το έλεος του Θεού, την άφεση των αμαρτιών μας και τέλος τη σωτηρία της ψυχής μας.

 

 

 

† Ηγούμενος Χρυσορροϊατίσσης κ. Διονύσιος


 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΛΟΓΟΣ ΣΤ΄
Ειρηνικός πρώτος
 

Μου λύνει την γλώσσα η προθυμία (σας), και περιφρονώ τον ανθρώπινο νόμο προς χάρη του νόμου του Πνεύματος και δίδω το λόγο εις την ειρήνη, πράγμα το οποίο δεν είχα κάνει δια τίποτε μέχρι τώρα. Διότι προηγουμένως, όταν εστασίαζαν εναντίον μας τα μέλη και εκόπτετο και διεχωρίζετο εις κομμάτια στο σώμα του Χριστού κατά τέτοιον τρόπον ώστε να διασκορπίζονται σχεδόν τα οστά μας κοντά εις τον άδη, όπως το εσωτερικό τμήμα της γης, το οποίο σπάζει από το άροτρο και σκορπίζεται επάνω εις την επιφάνειαν, και όταν ο πονηρός διάβολος είχε κάνει όλον ιδικόν του τον αδιαίρετον και αχώριστον και εξ’ ολοκλήρου υφαντόν χιτώνα, αφού είχε κατορθώσει τούτο, το οποίον δεν είχε κατορθώσει να επιτύχει με εκείνους οι οποίοι εσταύρωσαν τον Χριστόν, με την βοήθειαν την ιδικήν μας, τότε μεν λοιπόν έβαλα φραγμόν εις τα χείλη μου, τα οποία άλλωστε ποτέ δεν ήσαν πρόθυμα εις τους λόγους, επειδή επίστευα ότι η πνευματική συνέπεια απαιτούσε να καθαρίσω πρώτα τον εαυτόν μου με την φιλοσοφίαν των έργων, να ανοίξω εν συνεχεία το στόμα της διάνοιας δια να δεχθώ το πνεύμα, και κατόπιν να διακηρύξω τον αγαθόν λόγον και να κηρύττω την τελείαν σοφίαν του Θεού προς τους τελείους. Και όπως το κάθε πράγμα, και μικρόν και μεγάλον, έχει τον καιρόν του (διότι το ρητόν του Σολομώντος είναι πολύ σωστόν και φιλοσοφημένον), έτσι ήξερα και εγώ ότι δια τον λόγον και την σιωπήν και δι’ οποιοδήποτε άλλο πράγμα υπάρχει ο κατάλληλος καιρός.

Δια τούτο έγινα κωφός και εταπεινώθην, απομακρυνθείς από κάθε αγαθόν, και κάτι σαν νέφος πέρασε μέσα από την καρδιά μου και κάλυψε το κέντρον του λόγου και έκανε να ανανεώνεται νύκτα και ημέρα το μαρτύριο μου. Και τα πάντα το υπεδαύλιζαν και μου υπενθύμιζαν τον χωρισμόν των αδελφών, αι αγρυπνίαι, αι νηστείαι, αι προσευχαί, τα δάκρυα, οι καλοί των γονάτων (από τας γονυκλισίας), τα κτυπήματα εις το στήθος, ο στεναγμός ο οποίος έβγαινεν από τα βάθη (της ψυχής), η ολονύκτια ορθοστασία, το πέταγμα του νου προς τον Θεόν, ο σιγανός θρήνος κατά την δέησιν, ο οποίος αποτελεί φάρμακον κατανύξεως δι’ εκείνους οι οποίοι το ακούουν, εκείνοι οι οποίοι ψάλλουν, εκείνοι οι οποίοι δοξολογούν, εκείνοι οι οποίοι μελετούν ημέραν και νύκτα το νόμο του Κυρίου και εκείνοι οι οποίοι ψάλλουν τα μεγαλεία του Θεού και κηρύττουν τα καλά προγράμματα και μηνύματα της κατά Θεόν ζωής, οι κήρυκες οι οποίοι κηρύττουν ενώ σιωπούν τα άλουσα και ρυπαρά μαλλιά, οι γυμνοί πόδες οι οποίοι ακολουθούν τους αποστόλους και δεν κουβαλούν τίποτε νεκρόν, η συμμετρική κουρά, η ενδυμασία η οποία τιμωρεί την υπεροψίαν, η κομψή ζώνη εις τον άκομψον, η οποία τραβάει λίγο προς τα επάνω τον χιτώνα σχεδόν σαν να μη τον κρατάει καθόλου, το σταθερόν βάδισμα, ο οφθαλμός ο οποίος δεν πλανάται εδώ και εκεί, το πράον μειδίασμα ή καλύτερα η διάθεσις δια μειδίαμα η οποία συνετίζει τον ακράτητον γέλωτα, ο λόγος ο οποίος κινείται από τον λόγον, η σιωπή η οποία είναι πολυτιμοτέρα από τον λόγον, ο λογικός έπαινος, ο οποίος δεν γίνεται δια να κολακεύσει αλλά δια να παρακινήσει προς το καλύτερον, η επίπληξη η οποία είναι πιο ευπρόσδεκτος από τα εγκώμια, η μετρημένη θλίψη και η ευχαρίστηση και η ανάμιξη και ο συγκερασμός και των δυο, η απαλότης εις την γενναιότητα, ο συγκερασμός της αυστηρότητας με την συγχώρηση, εις τροπον ώστε να μη παραβλάπτεται το ένα από το άλλο, αλλά να υπάρχουν και τα δυο παράλληλα, το ένα χάρη στο άλλο, το μέτρον εις τον συγχρωτισμόν προς τον κόσμον και εις την απομάκρυνσιν από αυτόν, το πρώτον από τα οποία έχει ως αποτέλεσμα την διαπαιδαγώγηση των άλλων, ενώ το δεύτερον την μυσταγώγηση του πνεύματος, και το μεν πρώτον διαφυλάσσει κατά τον συγχρωτισμό την απομάκρυνση, ενώ το δεύτερον διατηρεί εις την απομάκρυνση από τον κόσμο, το αίσθημα  της φιλαδελφίας και της φιλανθρωπίας, και άλλα ακόμη τα οποία είναι μεγαλύτερα και υψηλότερα από αυτά, όπως ο πλούτος εις την πτώχειαν, η αυτοσυγκράτηση κατά τον συγχρωτισμόν με τον κόσμον, η δόξα εις την ατίμωση, η δυναμη εις την αδυναμίαν, η απόκτηση αγαθών τέκνων κατά την αγαμίαν (αφού βεβαίως τα συμφώνως προς το θέλημα του Θεού πνευματικά γεννήματα είναι καλύτερα από τα σαρκικά τέκνα), εκείνοι οι οποίοι απολαμβάνουν ενώ δεν ζουν εις τας απολαύσεις, οι ταπεινοί οι οποίοι είναι υψηλότεροι από τους ουρανούς, εκείνοι οι οποίοι δεν θεωρούνται τίποτε εις τον κόσμον, και όμως είναι ανώτεροι από τον κόσμον, αυτοί οι οποίοι ευρίσκονται πάνω από την σάρκα ενώ έχουν σάρκα και εις τους οποίους ανήκει ο Κύριος και τέλος εκείνοι οι οποίοι είναι πτωχοί χάρη της βασιλείας και βασιλεύουν ακριβώς χάρη εις την πτώχειαν τους.

Αυτοί, ο πλούτος και το καύχημα μου, η αγαθή μου απόλαυση και όταν ήταν παρόντες με εγέμιζαν από χαρά και όταν ήταν απόντες με έκαναν να συστέλλωμαι. Αυτά μου έσφιγγαν την ψυχήν, αυτά με ετάρασσαν. Εξ’ αιτίας επενθούσα και επορευόμουν στενοχωρημένος και εξ’ αιτίας αυτών, μαζί με τα άλλα ευχάριστα από τα οποία απείχα, είχα σταματήσει και τον λόγον, διότι απεμακρύνθησαν οι αγαπημένοι και έστρεψαν προς εμέ τα νώτα και όχι το πρόσωπον των, και έγιναν ποίμνιον πιο φιλελεύθερο από τον ποιμένα, δια να μη ειπώ και πιο νεανικόν. Διότι η άμπελος η αληθινή, η οποία είχε καθαριστεί κατά τον καλύτερον τρόπον προς χάρη του καλού γεωργού, και η οποία ετοίμαζε καλήν εσοδείαν δια τα πατητήρια του Θεού, έχει μεταβληθεί δι’ εμέ εις πικρίαν. Διότι «οι φίλοι και οι γνωστοί μου ήλθαν και σταμάτησαν μακριά απέναντι μου και οι συγγενείς μου σταμάτησαν ακόμη μακρύτερα». Διότι ημείς οι πολύ φιλόθεοι και φιλόχριστοι, έχουμε διαμοιράσει τον Χριστόν και χάρη της αλήθειας έχουμε ειπεί ψέματα ο ένας δια τον άλλον, προς χάρη της αγάπης μας έχει κυριεύσει το μίσος, προς χάρη του ακρογωνιαίου λίθου έχομεν διαλυθεί και προς χάρη της πέτρας έχομε σαλευθεί. Και τούτο διότι έχομεν πολεμήσει δια την ειρήνην περισσότερον από όσον θα ήταν καλό και έχουμε ταπεινωθεί χάρη εκείνου ο οποιος υψώθη εις το σταυρόν και έχουμεν θανατωθεί χάρη εκείνου ο οποίος ετάφη και ανεστήθη.

 

(ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
ΕΡΓΑ ΤΟΜΟΣ 1ο΅ ΣΕΛ. 227-233)

 

 



 

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΕΣ ΚΑΙ ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
 
ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΑΦΟΥ κ.κ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Σάββατο                2 Φεβρουαρίου                                :               ΠΡΑΙΤΩΡΙ
Κυριακή                 3 Φεβρουαρίου                                :               ΑΡΟΔΕΣ
Πέμπτη                  7 Φεβρουαρίου, (Εσπερινός)             :               ΠΑΦΟΣ, Άγιος Θεόδωρος
Παρασκευή            8 Φεβρουαρίου                                 :               ΠΑΦΟΣ, Άγιος Θεόδωρος
Σάββατο                9 Φεβρουαρίου (Εσπερινός)              :               ΤΡΑΧΥΠΕΔΟΥΛΑ
Κυριακή                10 Φεβρουαρίου                                :               ΠΑΧΝΑ ΑΝΩ
Κυριακή                17 Φεβρουαρίου                                :               ΓΑΛΑΤΑΡΙΑ
Κυριακή                 24 Φεβρουαρίου                               :               ΠΑΦΟΣ, Απ.Παύλου και Βαρνάβα
 
 
 
 
ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΧΩΡΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΡΣΙΝΟΗΣ κ. ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ
Παρακευή              1 Φεβρουαρίου                                 :               ΣΤΕΝΗ
Σάββατο                2 Φεβρουαρίου                                 :               ΛΑΣΑ
Κυριακή                 3 Φεβρουαρίου                                 :               ΚΑΘΗΚΑΣ
Κυριακή                 10 Φεβρουαρίου                               :               ΓΙΟΛΟΥ
Κυριακή                 17 Φεβρουαρίου                               :               ΣΙΜΟΥ
Κυριακή                  24 Φεβρουαρίου                              :               ΠΡΟΔΡΟΜΙ
 
 
 
 
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

 

 
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΣΑΒΒΑ
Κυριακή  10 Φεβρουαρίου : ΑΝΑΡΙΤΑ
Κυριακή  24 Φεβρουαρίου : ΑΓΙΟΣ ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
ΠΑΥΛΟΣ ΑΡΚΟΥ
Κυριακή 3 Φεβρουαρίου   : ΘΕΛΕΤΡΑ
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου : ΚΟΥΚΛΙΑ
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου : ΜΑΝΔΡΙΑ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΙΤΣΙΟΥΝΗΣ                                    
Κυριακή 10 Φεβρουαρίου : ΠΑΧΝΑ ΚΑΤΩ
Κυριακή 17 Φεβρουαρίου: ΣΑΛΑΜΙΟΥ
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου: ΧΛΩΡΑΚΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ                                    
Κυριακή 10 Φεβρουαρίου : ΛΕΜΠΑ
Κυριακή 24 Φεβρουαρίου : ΚΙΣΣΟΝΕΡΓΑ

 

 

ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΣΥΝΤΑΞΗΣ: Θεόδωρος Αντωνιάδης Θεολόγος, Γεώργιος Σαββίδης, Θεολόγος, Δημήτριος Σμυρλής  Θεολόγος, Φιλόλογος.
 
Το περιεχόμενο του παρόντος τεύχους υπάρχει αυτούσιο και στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου www.impaphou.org