English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

  
Περιοδικό Απ. Βαρνάβας
 

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ                                       
Απόστολος: Β΄ Κορ. ισ΄ 13 – 24
Ευαγγέλιο: Ματθ. κα΄ 33 – 42
6 Σεπτεμβρίου 2009   
 
 
«Κακούς, κακώς απολέση αυτούς και τον αμπελώνα εκδώσεται
άλλοις γεωργοίς»
 
Ο Χριστός χρησιμοποιεί πολλούς τρόπους και μεθόδους για να οδηγήσει τον κάθε άνθρωπο στη σωτηρία. Μία μορφή λόγου που χρησιμοποιεί είναι και οι γνωστές παραβολές.
            Μέσα από τη σημερινή παραβολή ακούμε τον Κύριο να μας λέγει για κάποιον οικοδεσπότη ο οποίος φύτεψε αμπελώνα. Και δεν τον φύτεψε μόνο αλλά και τον περιποιήθηκε και τον φρόντισε με κάθε τρόπο. Τον νοίκιασε στη συνέχεια σε γεωργούς να τον εργάζονται και να αποδίδουν τους καρπούς, στον ιδιοκτήτη του, στον κατάλληλο καιρό. Οι γεωργοί όμως αποδείχτηκαν κακοί και αχάριστοι. Όχι μόνο αρνήθηκαν μία και δύο φορές να αποδώσουν τους καρπούς αλλά κακοποίησαν και θανάτωσαν τους δούλους στην αρχή, και τον υιό του οικοδεσπότη στο τέλος, που ήρθαν για να πάρουν τους οφειλόμενους καρπούς από τον αμπελώνα.
            Στο τέλος της ιστορίας ο Χριστός ρωτά το πλήθος που τον άκουε: «Όταν ουν έλθη ο κύριος του αμπελώνος, τι ποιήσει τοις γεωργοίς εκείνοις;» Αυτοί απάντησαν ότι θα τους εξολοθρεύσει με τον χειρότερο τρόπο και το αμπέλι θα το νοικιάσει σε άλλους γεωργούς που θα είναι συνεπείς, αποδίδοντας τους καρπούς στην εποχή τους.
            Στην παραβολή αυτή κρύβονται μεγάλες αλήθειες που ήθελε να μας φανερώσει ο Κύριος:
            Ο οικοδεσπότης που φυτεύει αμπελώνα, τον περιποιείται, τον φροντίζει και τον νοικιάζει σε γεωργούς είναι ο Θεός. Ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο και όλα τα δημιουργήματα πάνω σ’αυτόν. Οι γεωργοί είναι ο Ισραηλιτικός λαός ο οποίος αθετεί τις υποσχέσεις του έναντι του Θεού και λιθοβολεί και εξολοθρεύει τους απεσταλμένους και τους προφήτες που στέλλει ο Θεός σ’αυτούς. Τελευταία στέλλει και τον Υιόν του τον μονογενή, τον Κύριον Ιησού Χριστό, στον οποίο προσφέρουν τας ύβρεις, τους γέλωτες, τα μαστιγώματα και προπάντων το σταυρό και το θάνατο. Ο Θεός όμως στο τέλος θα έλθει και θα τιμωρήσει τους κακούς γεωργούς – τον ισραηλιτικό λαό – και θα δώσει τη χάρη Του στα έθνη ώστε να γίνουν αυτοί ο περιούσιος λαός και να δοξάζεται από αυτούς. Αυτό το βλέπουμε και ιστορικά∙ το ιουδαϊκό έθνος διασκορπίζεται λίγα χρόνια μετά την σταύρωση και την ανάσταση του Χριστού και περιούσιος λαός γίνονται τα έθνη οι οποίοι δέχθηκαν με χαρά και εγκολπώθηκαν τον χριστιανισμό. Αλλά και μεταφορικά, κάθε άνθρωπος που δεν αποδίδει πνευματικούς καρπούς θα τιμωρηθεί, στο τέλος, ενώ κάθε άνθρωπος που έχει να επιδείξει καλά έργα θα αμειφθεί από τον Θεό.
Επιπλέον η παραβολή στέλλει και άλλα διαχρονικά μηνύματα.
  • Βλέπουμε στην παραβολή τον Θεό να δημιουργεί τον κόσμο αλλά και να ενδιαφέρεται γι’ αυτόν. Δεν δημιουργεί τον κόσμο και στη συνέχεια τον εγκαταλείπει. Βλέπουμε τον Θεό να μεριμνά για τα δημιουργήματα του και κυρίως τον άνθρωπο. Μας λέγει σε άλλες περιπτώσεις ο Κύριος: «Και αι τρίχες της κεφαλής υμών ηριθμημέναι εισί». Φροντίζει για την κάθε λεπτομέρεια ο Θεός, φροντίζει να έχουμε σ’αυτόν τον κόσμο όλα τα απαραίτητα υλικά πράγματα προς επιβίωσή μας. Μεριμνά όμως και για τα πνευματικά· να μετανοήσουμε και να δεχθούμε τη σωτηρία. Ποτέ δεν μας εγκαταλείπει και όταν μερικές φορές συμβαίνει στη ζωή μας να νομίζουμε ότι έχουμε εγκαταλειφθεί από τον Θεό, αυτό είναι φαινομενικό. Ο Θεός δεν μας εγκαταλείπει, μας δοκιμάζει για να φανεί η πίστη μας, ώστε και εμείς να ανεβαίνουμε πνευματικά και τους άλλους να οδηγούμε στη διόρθωση και τη σωτηρία. Γιατί βλέποντάς μας να δείχνουμε υπομονή και πίστη στο Θεό για ό,τι μας συμβαίνει, καλό ή κακό, διαπιστώνουν την αλήθεια της πίστεώς μας. Ας έχουμε γι’αυτό πρότυπό μας τον Ιώβ, ο οποίος δεχόταν ευχαρίστως τα κακά στη ζωή του, ακριβώς όπως και τα αγαθά, και δεν αγανακτούσε εναντίον του Θεού.
  • Βλέπουμε, ύστερα, σ’αυτή την παραβολή, τον Θεό να μακροθυμεί, να περιμένει την μετάνοια των αμαρτωλών. Δεν επεμβαίνει αμέσως, αλλά περιμένει την διόρθωσή μας. Γι’αυτό και εμείς όσο ζούμε σ’αυτό τον κόσμο ας μετανοούμε, ας προσπαθούμε να αλλάξουμε τρόπο ζωής. Γιατί όπως μας λέγει και η Γραφή «δράξασθε παιδείας, μήποτε οργισθεί Κύριος». Διορθωθείτε γιατί θα επέλθει τιμωρία. Ο Θεός μακροθυμεί, λοιπόν, αλλά δεν ξεχνά. Οι καλώς ποιήσαντες θα λάβουν τα αγαθά οι κακώς ποιήσαντες θα λάβουν τις τιμωρίες. Στον κόσμο αυτό βλέπουμε πολλές κακίες, πολλούς ανθρώπους να ζουν αντίθετα με το θέλημα του Θεού και να μην τιμωρούνται. Ο Θεός μακροθυμεί και περιμένει την μετάνοιά μας όσο είναι καιρός· στο τέλος όμως θα αποδώσει δικαιοσύνη.
  • Τέλος, κάτι που τονίζει η παραβολή είναι τα έργα πίστεως και αγάπης. Θέλει ο Θεός, όταν έρθει ο κατάλληλος καιρός, να έχουμε να δείξουμε και να αποδείξουμε την πίστη μας σ’αυτόν με έργα, με καρπούς άξιους. «Η πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστί» μας λέγει η Γραφή. Κανείς δεν γνωρίζει πότε θα τον καλέσει ο Θεός να απολογηθεί ενώπιόν Του και εκεί που θα μας βρει, εκεί και θα μας κρίνει. Στην εκκλησία προσευχόμαστε κάθε φορά «χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα ανεπαίσχυντα, ειρηνικά και καλήν απολογίαν την επί του φοβερού βήματος του Χριστού». Να έχουμε ειρηνικά τέλη, να μας βρει ο Κύριος ετοίμους ώστε η απολογία μας να είναι άμεμπτη, καθαρή από παντός ρύπου.
Ας αντιπροσφέρουμε, λοιπόν, την αγάπη και την φροντίδα που μας δίδει ο Θεός με έργα και καρπούς άξιους προς σωτηρίαν. Ας προσέχουμε οι πράξεις και ενέργειές μας να είναι σύμφωνες με το θέλημα του Θεού. Ο Θεός μακροθυμεί, μα δεν ξεχνά, και θα αποδώσει στον καθένα μας την δικαιοσύνη, «εκάστω κατά τα έργα αυτού». Γιατί και το δέντρο γνωρίζεται από τους καρπούς του. Και η προειδοποίηση είναι ξεκάθαρη: «παν δένδρον μη ποιούν καρπόν κόπτεται και εις πυρ βάλλεται». Ας αποδίδουμε λοιπόν στο Θεό το οφειλόμενο, ό,τι ανήκει σ’ Αυτόν».
 
 
Ιεροδιάκονος Τυχικός.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣ ΤΗΣ ΥΨΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ   
Απόστολος: Γαλ. στ΄ 11 - 18 
Ευαγγέλιο: Ιωάν. γ΄ 13 - 17
13 Σεπτεμβρίου 2009                                 
 
«Ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον ώστε τον υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόλυται,
αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον».
 
Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τους ανθρώπους, παρά το γεγονός ότι ζούσαν στην αμαρτία, ώστε παρέδωσε σε σταυρική θυσία τον μονογενή Γιο Του για να μη χαθεί στον αιώνιο θάνατο, κανένας από εκείνους που θα πιστέψουν σ’ Αυτόν, αλλά να έχουν αιώνια ζωή κοντά Του.
 
Εορτάζει, αγαπητοί μου αδελφοί, η Εκκλησία μας κατά την αυριανή ημέρα την ύψωση του Τιμίου Σταυρού και την απόδοση των τιμών που ανήκουν σ’ αυτόν, μετά την ανεύρεσή του. Έχει αποδοθεί ιδιαίτερη τιμή στον σταυρό που συμβολίζει την υψίστη θυσία στην οποία υποβλήθηκε ο Θεάνθρωπος Ιησούς, για χάρη του ανθρωπίνου γένους. Έγινε ο σταυρός επί του οποίου παρέδωκε το πνεύμα ο Ιησούς. Έγινε το διακριτικό γνώρισμα των οπαδών του Κυρίου, των χριστιανών. Είναι το σύμβολο και η υπόμνηση για κάθε ένα από εμάς. Σύμβολο αναγνώρισης των πιστών του Ναζωραίου που τόσον αγάπησε τον κόσμο, αλλά και υπόμνηση ότι σταυρώθηκε για τις αμαρτίες μας. Μας έδωσε την μοναδική ευκαιρία να ξεπλυθούμε από τον ρύπο των αμαρτιών μας με το τίμιο αίμα Του που έβαψε τον σταυρό του μαρτυρίου Του. Έπαυσε ο Θεός να είναι ο εκδικητής και τιμωρός Θεός, όπως τον παρουσίαζαν οι Ιουδαίοι. «Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ’ ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού». Δεν έστειλε τον Γιο Του ο Θεός για να μας κατακρίνει και να μας καταδικάσει, αλλά για να μας σώσει με την υπέρτατη θυσία του Γιου Του. Είναι ο Θεός της αγάπης. Είναι ο δημιουργός και του γένους των ανθρώπων. Και φυσικά δεν θα μπορούσε να αφήσει τα δημιουργήματά Του στην τύχη τους και στον κατήφορο της καταστροφής. Συνέχισε να φροντίζει κι’ όταν ακόμη με τις πράξεις μας Τον περιφρονούσαμε και Τον αγνοούσαμε. Έμενε δίπλα για να μας ανασηκώνει στοργικά σαν καλός πατέρας, κάθε φορά που πέφτουμε παραβαίνοντας τις εντολές Του. Έμενε δίπλα μας πιστός στις επαγγελίες για την σωτηρία μας. Έστειλε τον μονάκριβο Γιο Του για να μας απαλλάξει από την κυριαρχία του διαβόλου, να μας ελευθερώσει από τα δεσμά της αμαρτίας. Παρακολουθούσε και παρακολουθεί με λύπη τα πλάσματα Του να ξεστρατίζουν από τον δρόμο της αγάπης και των εντολών Του και υποδεικνύει τρόπους για την επάνοδο στην οδό της σωτηρίας.
 
Ωστόσο εκείνο, αγαπητοί μου αδελφοί, που φαίνεται ότι δεν έχουμε κατανοήσει αρκετά, είναι αφενός η αγάπη του Θεού και οι συνέπειές της, αλλά και αφετέρου η πραγματική παρουσία Του στη ζωή μας. Και πρώτα η αγάπη που πρέπει να την χαρακτηρίζει η αμοιβαιότητα. Μας αγαπά ο Θεός πρέπει και εμείς να Τον αγαπούμε. Συνεπώς πως είναι δυνατόν κάποιον που ισχυριζόμαστε ότι τον αγαπούμε, να του προκαλούμε λύπη. Όταν κάποιο αγαπητό μας πρόσωπο, μάς ζητήσει κάτι, ή αντιληφθούμε ότι θέλει κάτι από εμάς σπεύδουμε να ικανοποιήσουμε την απαίτησή του, προσπαθούμε με κάθε τρόπο να το ευχαριστήσουμε. Η αγαπητική σχέση, η έμπρακτη φροντίδα, αλλά και η σκέψη μας, βρίσκεται πάντοτε στην υπηρεσία του. Αισθανόμαστε άσχημα αν παραλείψαμε κάτι. Σπεύδουμε να απολογηθούμε, να ζητήσουμε συγγνώμη. Αυτά περιλαμβάνονται στην συμπεριφορά μας προς τα αγαπητά μας πρόσωπα και ασφαλώς κανείς δεν θα τα κατέκρινε. Και όμως, αγαπητοί μου, δεν συμπεριφερόμαστε με τον ίδιο τρόπο προς τον Θεό, τον δημιουργό μας. Είναι ίσως δύσκολο να κατανοήσουμε την ύπαρξή Του στη ζωή μας. Έχουμε συνηθίσει να αντιλαμβανόμαστε μόνο ό,τι έχει υλική υπόσταση, και αυτό μόνο υπολογίζουμε. Τονίζει έντονα η σημερινή ευαγγελική περικοπή, του ευαγγελιστή της αγάπης, όπως κάποιοι αποκαλούν τον Ιωάννη, «ούτω γαρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον». Τόσο πολύ αγάπησε τον κόσμο. Είναι αδύνατον να μετρήσουμε, να υπολογίσουμε την απέραντη αγάπη του Θεού για μας. Για μας, που σχεδόν μόνο αμαρτίες διαπράττουμε. Για μας που βρισκόμαστε συνεχώς στην παρανομία. Εύκολα μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είμαστε αδύνατα πλάσματα, ότι ζούμε μέσα σε πειρασμούς, ότι ο σατανάς είναι πολύ ισχυρός. Αλλά γι’ αυτό ο Θεός δεν έστειλε τον Γιο Του για να μας καταδικάσει, να μας τιμωρήσει, αλλά για να μας σώσει με την αγάπη Του. Πολύ θα βοηθούσε τις προσπάθειές μας, θα ενίσχυε τον αγώνα μας, αν νιώθαμε την πραγματική παρουσία Του δίπλα μας. Αλήθεια πόσο νιώθουμε ότι ο Θεός είναι ένα πραγματικό Ον, που παρ’ όλον ότι δεν Τον βλέπουμε, είναι εδώ ανάμεσά μας. Βρίσκεται παντού, όπου βρισκόμαστε. Βλέπει και παρακολουθεί κάθε πτυχή και στιγμή της ζωής μας και των πράξεών μας! Πόσο προσεκτικότεροι θα ήμασταν στη ζωή μας, αν ακράδαντα και συνεχώς πιστεύαμε την διαρκή, προσωπική, πατρική παρουσία του Θεού μας δίπλα μας, όλες τις ώρες της επίγειας ζωής μας! Τότε αντιλαμβανόμενοι την αποδοκιμασία Του για τα λάθη μας και τις παραβάσεις μας, θα αποφεύγαμε να τα πράξουμε. Θα ζητούσαμε αμέσως συγγνώμη από τον Πατέρα μας. Θα θέλαμε να Τον έχουμε πάντοτε ευχαριστημένο για μας. Θα δείχναμε την αγάπη μας, την πίστη μας, έμπρακτα και πάντοτε. Και τότε θα είχαμε, θα έχουμε πλουσιότερη την βοήθεια του Κυρίου μας, την ειρήνη στην ψυχή μας. Αμήν.  
 
 
                                                                   Δ.Γ.Σ.


ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΥΨΩΣΙΝ
Απόστολος: Γαλ. β΄ 16 – 20
Ευαγγέλιο: Μάρκ. η΄ 34 – θ΄ 1
20 Σεπτεμβρίου 2009  
«Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι». (Μάρκ. η΄ 34).
Σήμερα, Κυριακή μετά την Ύψωσιν του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, μάς παρουσιάζονται από τη μια τα αγαθά της σταυρικής θυσίας του Κυρίου και από την άλλη οι δικές μας υποχρεώσεις ως Χριστιανών. Τα πιο πάνω αποτυπώνονται εύστοχα και παραστατικά στον τελευταίο στίχο της σημερινής Αποστολικής περικοπής: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός· ό δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού του αγαπήσαντός με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού».
Η Σταυρική θυσία του Κυρίου είναι έκφραση της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο, τον κάθε άνθρωπο δια μέσου των αιώνων. Όμως, παρά το ότι τα αγαθά της σωτηρίας προσφέρονται διαχρονικά σε όλους τους ανθρώπους, εν τούτοις έχει ιδιαίτερη σημασία να συνειδητοποιήσουμε σε προσωπικό επίπεδο τη μεγάλη αλήθεια. Ότι, δηλαδή, ο Χριστός δε θυσιάστηκε γενικά και αόριστα για όλο τον κόσμο, αλλά θυσιάστηκε προσωπικά για μένα, για σένα, για τον καθένα ξεχωριστά και για όλους μαζί.
Άρα, ο Χριστός δεν είναι μόνο ο Σωτήρας του κόσμου αλλά είναι και δικός μας Σωτήρας. Ο Χριστός, «ο Υιός του Θεού με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου» μάς είπε σήμερα ο Απόστολος Παύλος. Είναι σημαντικό αυτό το δώρο του Θεού για τούτο συνεχίζει: «Ουκ αθετώ την χάριν του Θεού» (Γαλ. β΄ 21). Δεν μπορώ να αγνοήσω αυτή τη δωρεά του Θεού.
Αυτή η συναίσθηση θα πρέπει να οδηγεί τον άνθρωπο σε τέτοια μορφή ζωής και συμπεριφοράς που να επιβεβαιώνει καθημερινά ότι δεν προσφέρθηκε μάταια η σταυρική θυσία του Χριστού. Και ο Απόστολος Παύλος το επιβεβαιώνει σήμερα με τη δική του προσωπική ζωή. Τον ακούσαμε πριν λίγο να μας λέει: «Έχω πεθάνει στο σταυρό μαζί με το Χριστό. Και δε ζω πια εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπό μου ο Χριστός. Κι η τωρινή σωματική μου ζωή είναι βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου».
Ο Απόστολος Παύλος καθώς και όλοι οι άλλοι Απόστολοι και οι Άγιοι εκτίμησαν σωστά τη δωρεά του Θεού. Όμως δεν έμειναν μόνο στη σωστή εκτίμηση. Προχώρησαν στην ουσία. Έκαναν βίωμα την πίστη τους και με τον τρόπο της καθημερινής ζωής πρόσφεραν στην πράξη τη δική τους ευχαριστία για τη μεγάλη αυτή δωρεά του Θεού που έγινε στον καθένα τους ξεχωριστά.
«Ουκ αθετώ την χάριν του Θεού», επαναλαμβάνει ο Απόστολος Παύλος. «Δεν μπορώ ν’ αγνοήσω αυτή τη δωρεά του Θεού». Εμείς θα την αγνοήσουμε; Αν όχι, τότε πώς θα μπορέσουμε εμείς ν’ ανταποκριθούμε σωστά σ’ αυτή τη δωρεά του Θεού; Απάντηση στο σημαντικό αυτό ερώτημα μάς έδωσε σήμερα ο Απόστολος Παύλος: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός». Ταύτιση της ζωής μας με τη ζωή του Χριστού. Για τούτο από νωρίς, όσοι βίωσαν αυτή τη ζωή του Χριστού ονομάστηκαν «Χριστιανοί».
Όμως, πέρα από τον Απόστολο Παύλο, απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα μάς δίνει σήμερα και ο ίδιος ο Κύριος. Μάλιστα, επειδή η απάντηση είναι όχι μόνο σημαντική, αλλά αφορά όλους και τον καθένα ξεχωριστά, για τούτο ο Κύριος προχωρεί και σε μια κίνηση με ιδιαίτερη σημασία: «Προσκαλεσάμενος τον όχλον συν τοις μαθηταίς αυτού είπεν αυτοίς». Ο Ιησούς, λοιπόν, «κάλεσε τότε τον κόσμο μαζί με τους μαθητές και τους είπε: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθήσει».
Η σωτηρία είναι δώρο για όλους και άρα όλοι έπρεπε να ενημερωθούν για κάτι τόσο σημαντικό. Όμως, πέρα από την ενημέρωση θα έπρεπε να γνωρίζουν και τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες θα οδηγούνταν στη σωτηρία. Και τέτοιες προϋποθέσεις ήταν η πίστη σ’ Αυτόν. Ακόμα θα έπρεπε ελεύθερα να τον αποδεχθούν και ελεύθερα να τον ακολουθήσουν. Παρά το ότι ο ίδιος, μιλώντας για την αναγκαιότητα της δικής του θυσίας, χρησιμοποιεί τον όρο «δει», πρέπει, εν τούτοις, όταν απευθύνεται στους ανθρώπους τούς προτρέπει με το «όστις θέλει». Ο Θεός σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου, έστω κι αν πολλές φορές ο άνθρωπος κάνει κακή χρήση αυτής της ελευθερίας.
Ο Χριστός θέλει ο λαός του να αποτελείται από εθελοντές, για τούτο τους λέει το «όστις θέλει». Στη συνέχεια όμως ο πραγματικός ακόλουθός του πρέπει να είναι μιμητής του στο καθήκον για να μπορέσει στη συνέχεια να συνδοξασθεί μαζί του. Ο κάθε άνθρωπος θα πρέπει να έχει σκοπό στη ζωή του την ωφέλεια της ανθρωπότητας και όχι την ικανοποίηση του εαυτού του. Η ζωή του πρέπει να είναι συνεχώς ζωή αυταπάρνησης, όπως και του Χριστού. Πρέπει, λοιπόν, να απαρνηθούμε τον εαυτό μας για χάρη των αδελφών μας, των συνανθρώπων μας. Για τούτο, η Χριστιανική ζωή είναι και πρέπει να είναι πρώτιστα πράξη κοινωνική, αφού μέσα από την αγάπη βρίσκει την τέλεια έκφρασή του ο νόμος του Θεού.
Το «απαρνησάσθω εαυτόν» όμως δεν κινείται και δεν περιορίζεται μόνο στην κατεύθυνση της αγάπης. Κινείται στην οριστική διακοπή των σχέσεων με το αμαρτωλό παρελθόν. Ως άνθρωπος ανακαινίζεται. Υποτάσσεται στο θέλημα του Θεού, υπομένοντας κάθε δοκιμασία, η οποία χαρακτηρίζεται από τον Κύριο ως Σταυρός. Αυτή η αγόγγυστη υποταγή οδηγεί τον άνθρωπο έμπρακτα στο «ακολουθείτω μοι». Με τον τρόπο αυτό ο άνθρωπος δεν απαρνείται κάτι από τον εαυτό του, αλλά όλο τον εαυτό του για χάρη του Χριστού, αλλά και των συνανθρώπων του. Για τούτο ο Κύριος, συμπληρώνοντας την εντολήν «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» πρόσθεσε το «καθώς εγώ ηγάπησα υμάς», μετατρέποντας την αγάπη σε πράξη υπέρβασης και θυσίας.
Αδελφοί μου, το «όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν» δε διακηρύσσει μόνο την κατοχύρωση και το σεβασμό της ανθρώπινης ελευθερίας, αλλά οδηγεί τον άνθρωπο σε συνειδητή επιλογή. Άρα, γνωρίζει τι κάνει. Εκτιμά μέσα από τις επιλογές του τα κέρδη, ή τις ζημιές. Γιατί, κατά τον Κύριο: «Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσρι τη ζωή του; Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος σαν αντάλλαγμα για τη ζωή του; Η ζωή δεν ανταλλάσσεται με τίποτε». Κι όμως, στην εποχή μας, οι άνθρωποι δίνουμε περισσότερη σημασία στο «τίποτε» και περιφρονήσαμε την αξία της ζωής, πρόσκαιρης και ιδιαίτερα της αιώνιας. Ο βασικός λόγος αυτής της αποτυχίας του ανθρώπου είναι ότι έμεινε στον εγωκεντρισμό του, αρνούμενος να ακολουθήσει τον Ιησού. Όμως εμείς σε ποια κατάσταση βρισκόμαστε. Ας συνέλθουμε προτού δημιουργήσουμε μια κατάσταση που δε θα μπορεί να διορθωθεί. Αμήν.
 
                                                                    Θεόδωρος Αντωνιάδης


ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Β΄ Κορ. στ΄ 1-10
Ευαγγέλιο: Λουκ. ε΄ 1-11
27 Σεπτεμβρίου 2009
 
 
«Δι’ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν·
επί δε τω ρηματί σου χαλάσω το δίκτυον».
 
Στα λόγια αυτά του Αποστόλου πλέκονται δυο πράγματα. Το πρώτο είναι η πείρα. Το δεύτερο, η εμπιστοσύνη στον Ιησού. Πείρα και πίστη συναντώνται μέσα στην ίδια καρδιά. Τι να ακολουθήσει ο άνθρωπος; Ότι του λέει η πείρα για ορισμένα ζητήματα ή ότι του υπαγορεύει η πίστη στον Χριστό;
Με δυο λέξεις θα μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την πείρα σαν καταστάλαγμα ζωής. Συσσωρεύεται με όσα ζήσαμε, είδαμε, ακούσαμε, πάθαμε, χρησιμοποιώντας τη λογική μας, παρατηρώντας γύρω μας και εμβαθύνοντας στους νόμους που δεσπόζουν στον κόσμο.
Οι πρωταγωνιστές της ευαγγελικής περικοπής της Κυριακής Α΄ Λουκά ήταν ψαράδες. Είχαν μια αξιόλογη εμπειρία πάνω στη δουλειά τους. Η εντολή που τους δόθηκε να ψαρέψουν, ήταν αντίθετη με την πείρα τους. Όλη τη νύχτα κοπίασαν, αγρύπνησαν, και τίποτε δεν έπιασαν. Το να ξαναπάνε για ψάρεμα την ημέρα και την ώρα εκείνη και μάλιστα ύστερα από τόσο μόχθο ήταν – έτσι τους έλεγε η πείρα τους – άδικος τόπος.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει γενικότερα και με την ανθρώπινη πείρα, όταν έρχεται αντιμέτωπη με μεγάλα και σοβαρά πνευματικά ζητήματα. Σ’ αυτού όμως του είδους τη λογική αρνείται να υποταχθεί η χριστιανική πίστη. Δεν αμφισβητεί τα στοιχεία αλήθειας που έχει, αλλά βλέπει πιο μακριά, ορίζοντες που αδυνατεί η κοινή λογική και εμπειρία να συλλάβει.
Πίστη είναι «ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων». μας λέγει η Αγία Γραφή, Είναι η βεβαιότητα ότι υπάρχουν όλα όσα η χριστιανική μας ελπίδα αποκαλύπτει, χωρίς ακόμη να έχουν γίνει απτά.
Είναι αποδοχή πραγμάτων που ενώ δεν τα βλέπουμε, η πίστη μας πληροφορεί ότι είναι πιο βέβαιο κι απ’ όσα αντιλαμβανόμαστε με τις αισθήσεις μας.
Αυτή όμως η εμπιστοσύνη στον Χριστό δε μένει στη θεωρητική περιοχή της διανοήσεως. Ζωντανεύει, εκφράζεται βουλητικά με υπακοή, με πράξη παρά την ετυμηγορία της κλασικής ανθρώπινης λογικής.
Η πείρα των αποστόλων ψαράδων διαβεβαίωνε ότι ήταν περιττή κάθε απόπειρα, διότι τίποτε δε θα έπιαναν. Γιατί να κοπιάσουν λοιπόν; Η εμπιστοσύνη όμως στον λόγο του Κυρίου άλλα επιβάλλει. Και ο Πέτρος υπακούει στον Χριστό, και όχι στο μυαλό του. «Επί δε τω ρηματί σου χαλάσω το δίκτυο». Και τα πράγματα έδειξαν ότι, παρά την αντίθετη πείρα, παρά τις δυσμενείς προοπτικές, μπόρεσαν και έπιασαν ψάρια.
Στη ζωή, τον τελευταίο λόγο δεν τον έχει ούτε η ανθρώπινη λογική, ούτε οι ανθρώπινες προβλέψεις, ούτε ακόμη οι φυσικές συνθήκες. Τον έχει η θεία παντοδυναμία, η θεία θέληση. Με αυτή την εμπιστοσύνη και υπακοή στον λόγο του Θεού ανοίγουν νέες δυνατότητες στη ζωή. Η παλαιά αποτυχία δίνει τη θέση της σε επιτυχίες· η αποκαρδίωση σε απροσδόκητη χαρά. Η θέληση οπλίζεται με νέα δύναμη και επιμονή, διότι στηρίζεται στη βεβαιότητα ότι «ουκ αδυνατήσει παρά των Θεώ παν ρήμα».
Η εμπιστοσύνη και η υπακοή στον Θεό τελικά ανατρέπουν το κατεστημένο και δημιουργούν νέες, ευλογημένες καταστάσεις. Θα παραθεωρήσουμε, λοιπόν, την ανθρώπινη πείρα; Όχι. Απλώς θα την υποτάξουμε στη θεία λογική της πίστεως. Η εκάστοτε δική του νέα εντολή δεν καταργεί την εμπειρία, αλλά την ανυψώνει σε άλλα επίπεδα, τη φωτίζει, την κάνει πιο ανθρώπινη.
Οι Απόστολοι, την ώρα που έριχναν ξανά τα δίχτυα τους, δεν απέβαλαν την πείρα τους. Αντίθετα, ψάρεψαν όπως ήξεραν. Αλλά με καινούργια προοπτική, με νέο φως, που τους έδινε η εμπιστοσύνη στον λόγο του Χριστού. Συνέθεσαν την πείρα τους με τη θερμή πίστη στον Κύριο και επέτυχαν. Αυτήν ακριβώς την ευλογημένη σύνθεση πείρας και πίστεως καλούμεθα να πραγματοποιήσουμε. Έτσι θα πατούμε σταθερά στη γη, βαδίζοντας προς τη Βασιλεία του Θεού.
 
 
                                                                   Γεώργιος Σαββίδης