English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

  
Περιοδικό Απ. Βαρνάβας
 

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ΛΟΥΚΑ

Απόστολος: Β΄ Κορ. στ΄. 16 – ζ΄ 1.
Ευαγγέλιο: Λουκ. στ΄ 31 – 36.
4 Οκτωβρίου 2009
 
«Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως»
 
 
 
            Στη σημερινή κοινωνία που ζούμε, του καταναλωτισμού και του ατομικισμού, πολλές φορές μέσα στη μέρα βρισκόμαστε μπροστά στο πρόβλημα: «εμείς και οι άλλοι». Κι είναι πιο πραγματικό και αληθές αν το πούμε: «εγώ και οι άλλοι».
 
Και ποιοι είναι αυτοί οι «άλλοι»; Οι γύρω μας άνθρωποι. Πρώτα όσοι ζουν στο στενό περιβάλλον μας. Οι άνθρωποι της οικογένειάς μας: οι γονείς μας, τα αδέρφια μας και οι άλλοι συγγενείς. Γύρω από την οικογένειά μας έρχονται σε κάποια σχέση μαζί μας και ένα άλλο πλήθος ανθρώπων. Έτσι εξαπλωνόμαστε και στο πιο πλατύ περιβάλλον της κοινωνίας, που κινούνται στους δρόμους και στα μέσα συγκοινωνίας.
            Να λοιπόν το πρόβλημά μας: Πώς πρέπει να φερόμαστε προς αυτούς; Μήπως πρέπει να σπουδάσουμε τους τρόπους καλής συμπεριφοράς; Αλλά σήμερα από πολλούς έχουν ξεχαστεί και μάλλον τους έχουμε καταργήσει. Δηλαδή τους έχουμε καταργήσει για ό,τι αφορά τη δική μας συμπεριφορά προς τους άλλους. Έχουμε καταργήσει και το σεβασμό και την ευγένεια και την τιμιότητα. Όμως για τον εαυτό μας απαιτούμε να μας φέρονται οι άλλοι με τους καλύτερους τρόπους. Σ’ αυτή την περίπτωση τους θυμόμαστε. Λες και τους έχουμε γραμμένους, χαραγμένους μέσα μας.
            Θα σκέφτεστε τώρα. Πώς είναι δυνατόν να ξέρει ο καθένας ποιοι είναι οι σωστοί ανθρώπινοι τρόποι συμπεριφοράς; Όμως την απορία σου τη λύνει ο Κύριος στο σημερινό Ευαγγέλιο.
            Σε μια πεδιάδα, που σχηματίζεται στους πρόποδες του όρους της Γαλιλαίας, είχε συγκεντρωθεί μεγάλο πλήθος λαού να δει και να ακούσει τον Κύριο. Ο Κύριος θεράπευσε τους αρρώστους και έπειτα άρχισε να τους διδάσκει. Αφού τους είπε πράγματα σχετικά με τη ζωή τους, τους έδωσε και θείες εντολές και ένα περιληπτικό κανόνα πολύ βοηθητικό για όλη την κοινωνική συμπεριφορά τους: «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως».
            Αυτή την πρόταση του σημερινού Ευαγγελίου, αγαπητοί μου αδερφοί, εάν εφάρμοζαν όλοι οι άνθρωποι δεν θα υπήρχε ανάγκη να γραφτούν οι πάμπολλες χιλιάδες των νόμων, ούτε θα λειτουργούσαν τα δικαστήρια.
            Αλήθεια! Ποιος από μας δεν αγαπάει τον εαυτό του; Όλοι μας τον αγαπάμε και με το παραπάνω. Αυτή την αγάπη που έχουμε στον εαυτό μας ζητάει ο Κύριος να την έχουμε μέτρο της συμπεριφοράς μας προς όλους τους ανθρώπους. Είναι ο έμφυτος νόμος, ο γραμμένος από τον Θεό στις καρδιές των ανθρώπων.
            «Να κάνετε εσείς στους άλλους όσα θέλετε να σας κάνουν εκείνοι». Αυτός ο σύντομος κανόνας που έχει ονομασθεί «χρυσός κανόνας», είναι το θεμέλιο της χριστιανικής ζωής. Είναι αλάθητος οδηγός και κώδικας της χριστιανικής ζωής.
            Θέλεις στο περιβάλλον που ζεις, που σπουδάζεις ή εργάζεσαι να σε αγαπούν, να σου φέρονται με επιείκεια και, αν έφταιξες σε κάτι να μη σου θυμώνουν, να μη σε μαλώσουν, να μη σε τιμωρήσουν; Θέλεις να σε περιποιούνται, να σε φροντίζουν, να προσέχουν ό,τι λες, να πιστεύουν πως λες την αλήθεια; Να μην θυμούνται ότι κάποτε έφταιξες απέναντί τους; Αυτά όλα που ποθείς και τα θες για τον εαυτό σου δείξε τα κι εσύ στους άλλους. «Και υμείς ποιείτε ομοίως».
            Από τον άνθρωπο που έχεις συνδέσει τη ζωή σου, θα ήθελες να σε αγαπά, να σε φροντίζει, να σε σέβεται, να σε υπολογίζει; Αυτό κάνε κι εσύ προς εκείνον. Δεν θα ήθελες να σε υποτιμά και να σε περιφρονεί μπροστά στα παιδιά σας. Δεν θα ήθελες να σε προσβάλλει και να σε ταπεινώνει. Μην το κάνεις κι εσύ σε εκείνον. Φαντάζεσθε πόσο αρμονικά θα ζούσαν τα αντρόγυνα και σε τι ήρεμο και ευλογημένο περιβάλλον θα μεγάλωναν τα παιδιά;
            Στο χώρο της δουλειάς σου θα επιθυμούσες οι συνεργάτες σου να σε εκτιμούν και να αναγνωρίζουν την εργασία σου; Αυτό να κάνεις κι εσύ γι’ αυτούς. Όπως θέλεις να συμπεριφέρεται ο προϊστάμενός σου σ’ εσένα το ίδιο να συμπεριφέρεσαι κι εσύ σ’ αυτούς που εξαρτώνται από σένα.
            Θέλεις να σέβονται την άποψή σου, να αναγνωρίζουν τις ικανότητές σου, τα χαρίσματά σου και να μην ανοίγουν το στόμα τους και λέει η γλώσσα τους εναντίον σου κατηγορίες, λόγια ψεύτικα, συκοφαντικά... Την ίδια συμπεριφορά που θέλεις για τον εαυτό σου, να δείχνεις κι εσύ και να μην κακολογείς κανένα.
            Εάν θέλεις να σε αγαπούν οι άνθρωποι να τους αγαπάς πρώτος εσύ με όλη την καρδιά σου. Εδώ ας θυμηθούμε αυτό που παράγγειλε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ότι «αγαπούμε το Θεό γιατί εκείνος πρώτος μας αγάπησε».
            «Καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως». Όλοι, αγαπητοί μου αδερφοί, έχουμε στο βάθος μας ένα μεγάλο πόθο να μας αγαπάνε οι άλλοι. Να μας εκτιμούν. Να μας σέβονται. Να μας αναγνωρίζουν. Ας το εφαρμόζουμε εμείς πρώτα όλα αυτά και μετά ας παρακαλούμε το Θεό να φωτίζει όλους τους ανθρώπους να καταβάλλουν και εκείνοι κάθε προσπάθεια να εφαρμόζουν το χρυσό κανόνα του Ευαγγελίου. Γιατί το μεγαλύτερο μερίδιο της αμοιβής μιας τέτοιας χριστιανικής συμπεριφοράς είναι δικό μας, κατάδικό μας.
            Ελευθερωμένη η ψυχή από το καβούκι του ατομισμού θα πλημμυρίζει από χαρά και ευφροσύνη. Θα αισθάνεσαι μέσα σου βαθιά την αγαλλίαση που χαρίζει η προσπάθεια και ο αγώνας να μοιάζεις με τον «οικτίρμονα»Θεό πατέρα, που είναι γεμάτος αγάπη κι ευσπλαχνία προς όλα τα πλάσματά του, εμάς τους ανθρώπους.
            Μόνο τότε αδέρφια μου, θα καταλάβουμε τα λόγια του Τιμίου Προδρόμου όταν προμήνυε τον ερχομό του Χριστού λέγοντας: «Ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών».
            Αυτό είναι το κυριότερο γνώρισμα της βασιλείας του Θεού, ότι όλοι οι άνθρωποι μέσα σε αυτήν εφαρμόζουν τις εντολές του Ευαγγελίου και επικρατεί ανάμεσά τους ο χρυσός αυτός κανόνας.
            «Ό,τι θέλετε να κάνουν σε σας οι άνθρωποι, αυτό να κάνετε κι εσείς σ’ αυτούς». Χαρά στην κοινωνία που όλα τα μέλη της εφαρμόζουν του Χριστού τον κανόνα, «το χρυσό κανόνα». Αμήν.
 
 
 
 Χριστίνα Νεοφύτου
 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Τιτ. γ'θ -15
Ευαγγέλιο: Λουκ. η'5 -15
11 Οκτωβρίου 2009
 
«Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού»
 
Η σημερινή παραβολή είναι γλαφυρή, παραστατική, ζωηρή και μεστή υψηλών διδαγμάτων. Παρουσιάζεται ο Θεός ως γεωργός και εμείς ως γεώργιο Θεού, όπου σπείρεται ο λόγος του Θεού, για να καρποφορήσει με τα έργα της αρετής. Συμπίπτει η ανάγνωση αυτής της περικοπής με το φθινόπωρο, όπου οι γεωργοί οργώνουν και σπέρνουν τα χωράφια τους με την ελπίδα να λάβουν εκατό φορές περισσότερο απ' ότι σπέρνουν στα σπλάχνα της γης.
 
Βγαίνει ο γεωργός, λέγει ο Κύριος, και ρίχνει τον σπόρο στο χωράφι του. Όλοι όμως οι σπόροι δεν πέφτουν σε γόνιμο έδαφος. Άλλοι πέφτουν στο δρόμο, καταπατούνται και έρχονται τα πετεινά του ουρανού και τους κατατρώγουν. Άλλοι πέφτουν σε πετρώδες μέρος, δεν υπάρχει χώμα και υγρασία και γρήγορα ξηραίνονται. Άλλοι πάλι πέφτουν μέσα σε αγκάθια, φυτρώνουν μεν, αλλά συμπνίγονται από τα αγκάθια και χάνονται. Τέλος είναι και οι σπόροι που πέφτουν σε γόνιμο έδαφος και καρποφορούν πλουσίως.
Μέσα στις λίγες και αδρές αυτές γραμμές της παραβολής ο Κύριος μας διδάσκει υψηλές και συγκινητικές αλήθειες. Όπως ο σπόρος δεν καρποφορεί κατά τον ίδιο τρόπο, έτσι και ο λόγος του Θεού, η θεία διδαχή, δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα στις ψυχές των ανθρώπων. Η Εκκλησία, πνευματικό σχολείο, διδάσκει, τον ευαγγελικό λόγο στις λατρευτικές και γενικώς στις εκκλησιαστικές της συνάξεις. Ο σπόρος είναι η απαρχή παντός φυτού. Ο λόγος είναι η αρχή κάθε αγαθής πράξεως. Προηγούνται οι συμβουλές, η διδαχή για τη διαμόρφωση του αγαθού χαρακτήρα του ανθρώπου. Χωρίς χρήσιμο σπόρο γεμίζει η γη με αγκάθια. Χωρίς τη διδαχή οι ανθρώπινες ψυχές γεμίζουν από πονηρά ένστικτα. Διάφορα είναι τα είδη του σπόρου, διάφορα τα δέντρα, τα φυτά. Και η διδαχή της Εκκλησίας δεν γίνεται κατά τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν διάφορα είδη σπόρων, υπάρχουν και διάφοροι τρόποι της εκκλησιαστικής. διδαχής, ανάλογα με τις ικανότητες των εκκλησιαστικών διδασκάλων. Όπως ο κάθε σπόρος για να καρποφορήσει, χρειάζεται γόνιμο έδαφος, έτσι και ο θείος λόγος, για να τελεσφορήσει χρειάζεται ενδόμυχη συγκίνηση, αγαθή διάθεση.
 
Που έπεσε το πρώτο μέρος του σπόρου; Στο δρόμο. «ο μεν έπεσε παρά την οδόν και κατεπατήθη και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγεν αυτό».. Ποιους υπονοεί αυτή η οδός; Εκείνους που ακούνε το λόγο του Θεού, έπειτα έρχεται ο διάβολος και «αίρει τον λόγον από της καρδίας αυτών, ίνα μη πιστεύσαντες σωθώσιν». Από το δρόμο περνούν ποικίλοι διαβάτες, ζώα, άμαξες και καταπατείται ο σπόρος. Έτσι και οι άνθρωποι αυτής της
κατηγορίας δέχονται τη θεία ακρόαση αλλά με διάθεση αρνητική. Κάπου - κάπου εκκλησιάζονται για λόγους κοινωνικής ανάγκης σε βαπτίσεις ή γάμους ή προσέρχονται στην Εκκλησία σε μεγάλες εορτές για λόγους εθιμικούς. Στην ψυχή τους κυριαρχεί η αδιαφορία και ακόμη η ηθική αναισθησία. Το δεύτερο είδος των ακροατών μοιάζει με τον σπόρο εκείνο που πέφτει σε πετρώδες έδαφος και «δια το μη έχειν ικμάδα» αμέσως ξηραίνεται.
 
Οι άνθρωποι αυτής της τάξεως αισθάνονται ενδόμυχες συγκινήσεις ακροώμενοι ή διαβάζοντες ένα ωραίο εποικοδομητικό βιβλίο. Νιώθουν πνευματικές ανατάσεις ευρισκόμενοι σε φιλική χριστιανική συντροφιά, θέλουν να βιώσουν τις πνευματικές αξίες. Όλα όμως είναι επιπόλαια. Απομακρυνόμενοι από τις αγαθές επιδράσεις και ριπτόμενοι στον αγώνα της υλιστικής ζωής, όλα φεύγουν και λησμονούνται. Δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις.
 
Το τρίτο είδος των ακροατών του θείου λόγου μοιάζει με τον σπόρο εκείνο που πέφτει σε γόνιμη γη, αλλά μαζί του φυτρώνουν και αγκάθια, τα οποία τον πνίγουν. Οι χριστιανοί του είδους αυτού ακούνε με προσοχή το λόγο του Θεού. Έχουν πίστη και πολλές φορές υπεραμύνονται εναντίον των εχθρών της πίστεως. Η καρδιά τους όμως είναι διηρημένη. Αγαπούν και το Θεό και το Διάβολο. Είναι οι άνθρωποι με διχασμένη προσωπικότητα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και εκείνοι οι κληρικοί που ενώ ετάγησαν να εκπροσωπούν αποκλειστικώς τις χριστιανικές αξίες, στη ζωή τους, παρουσιάζουν κενά και ασυνέπειες. Όλοι αυτοί που έχουν προσωπείο, δεν μπορούν να τελεσφορήσουν σε έργα αρετής.
 
Όλοι όμως οι σπόροι του σπορέως δεν σκορπίζονται ανωφελώς. Υπάρχει και το μερίδιο εκείνο που πέφτει σε αγαθή γη. Βέβαια και εδώ δεν έχουμε το ίδιο ποσοστό καρποφορίας. Υπάρχουν ακροατές, όπως η Μαρία άκουε το λόγο παρά τους πόδας του Ιησού, που δέχονται τη διδαχή της Εκκλησίας με βαθύτατη εσωτερική συγκίνηση. Όχι μόνο αφομοιώνουν το θείο λόγο, αλλά γίνονται και ποιητές αυτού. Και ακόμη περισσότερο αναπτύσσουν και ιεραποστολική δραστηριότητα. Η καρποφορία ποικίλει, διότι όλοι δεν έχουν την ίδια πνευματική καλλιέργεια, την ίδια ιδιοσυγκρασία, τον ίδιο βαθμό αρετής. Υπάρχουν στην Εκκλησία μας και Παύλοι, Αθανάσιοι, Βασίλειοι, και Χρυσόστομοι. Ο δίκαιος όμως θεός αξιολογεί την αγαθή προαίρεση και αυτή δικαιώνει. Ο Θεός τιμά την υπομονή και την άσκηση του ανθρώπου που τον οδηγούν στην καρποφορία της αρετής. Είναι μακάριοι οι «ακούοντες τον λόγο του Θεoύ και φυλάσσοντες αυτόν».
 
Γιώργος Σαββίδης
 
 
 
 
 
 
 
ΤΟΥ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Κολ. δ΄ 5 – 11, 14 – 18.
Ευαγγέλιο: Λουκ. ι΄ 16 – 21
18 Οκτωβρίου 2009  
 
«Ασπάζεται υμάς Λουκάς ο ιατρός ο αγαπητός». (Κολ. δ΄ 14).
 
Τιμά σήμερα η Εκκλησία μας τη μνήμη του Ευαγγελιστού Λουκά. Ο Λουκάς είναι ο μόνος από τους Ευαγγελιστές ο οποίος δεν είχε Ιουδαϊκή καταγωγή. Ήταν Ελληνικής καταγωγής και καταγόταν από την Αντιόχεια της Συρίας. Προσηλυτίστηκε από τον Παύλο, πιθανότατα όταν βρισκόταν στην Ταρσό της Κιλικίας, τον οποίο και ακολούθησε μετά τη δεύτερη Αποστολική περιοδεία, καταγράφοντας, μάλιστα, με λεπτομέρεια, τη δράση του και προσφέροντάς του σημαντική βοήθεια την ώρα των πολλών δοκιμασιών του, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια των δύο φυλακίσεών του στη Ρώμη.
Η παράδοση της Εκκλησίας μας θεωρεί τον Λουκά σαν ένα από τους εβδομήντα μαθητές του Χριστού, στους οποίους και αναφέρεται το σημερινό Ευαγγέλιο. Το σημαντικό όμως γι’ αυτόν είναι η διπλή χαρά. Πρώτον, η θαυματουργική θεραπεία με την παράλληλη υποταγή των δαιμονικών πνευμάτων και δεύτερον, το ότι, κατά τη διαβεβαίωση του Κυρίου, το όνομά του έχει «γραφτεί στον ουρανό».
Ένα άλλο περιστατικό με το οποίο συνδέει το όνομα του Λουκά η παράδοση της Εκκλησίας μας είναι εκείνο της πορείας του Ιησού προς την Εμμαούς, αμέσως μετά την Ανάστασή του. Όμως, όπως και να ’χουν τα πράγματα, ο Λουκάς αξιώνεται της μεγάλης τιμής να γίνει Χριστιανός και μάλιστα ο πρώτος Χριστιανός γιατρός, που έθεσε τον εαυτό του αλλά και την επιστημονική του ιδιότητα στην υπηρεσία της Χριστιανικής θρησκείας.
Ο Λουκάς, με τη διπλή ιδιότητα, του γιατρού και του Χριστιανού, διεπίστωσε ότι πέρα από τη σωματική αρρώστια, υπάρχει και η πνευματική, η αρρώστια της ψυχής, μάλιστα, με μια αλληλεξάρτηση, για τούτο και υπογραμμίζει την αναγκαιότητα της θεραπείας της ψυχής με την απαλλαγή από την αμαρτία. Ανεξάρτητα αν σε κάποιες περιπτώσεις η σωματική ασθένεια είναι καρπός της πνευματικής ασθένειας, δηλαδή της αμαρτίας, εν τούτοις, ο Λουκάς, επιβεβαιώνει ότι ο άνθρωπος με την αμαρτία του στρέφεται όχι μόνο εναντίον του εαυτού του, αλλά ιδιαίτερα στρέφεται εναντίον του Θεού, κατά την ομολογία του ασώτου «Πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου» (Λουκ. ιε΄ 18). Μάλιστα, παρά την αναξιότητα του ανθρώπου, ένεκα της αμαρτίας, εν τούτοις, δεν στερείται της στοργής του Θεού ως Πατέρα. Αντίθετα, ο Θεός εκφράζοντας την αγάπη του προς τον αμαρτωλό άνθρωπο προσφέρει τον εαυτό του, διά του Υιού του, ως θυσία.
Αυτή τη μεγάλη αγάπη του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο την αποτυπώνει ο Λουκάς μέσα από τις παραβολές του ασώτου υιού και του καλού Σαμαρείτη. Για την παραβολή του ασώτου υιού έχει λεχθεί χαρακτηριστικά πως, αν μόνο αυτή σωζόταν από τη διδασκαλία του Χριστού, θα ήταν αρκετή για να επιβεβαιώσει την ιδιότητα του Θεού της αγάπης. Μέσα δε από την παραβολή του καλού Σαμαρείτη ο Θεός, ως αγάπη, ξεπερνά τα στενά εθνικά όρια και γίνεται παγκόσμιος. Άρα και η παγκοσμιότητα του Χριστιανισμού προβάλλει ως αγάπη που θυσιάζεται και όχι ως κατάσταση επιβολής και υποταγής.
Είναι για τούτο που το Ευαγγέλιο του Λουκά αποτελεί χαρμόσυνο και συνάμα ελπιδοφόρο μήνυμα για όλους τους ανθρώπους. Είναι μήνυμα λύτρωσης, θυσίας και αγάπης. Το Ευαγγέλιο του Λουκά περιγράφει ακόμα τη Γέννηση, τη ζωή, τη διδασκαλία και τα θαύματα του Χριστού και καταλήγει με τη Σταύρωση, την Ταφή, την Ανάσταση και την Ανάληψη του Χριστού.
Αν το περιεχόμενο του Ευαγγελίου του το στηρίζει, όπως γράφει ο ίδιος, «σε αυτόπτες μάρτυρες που έγιναν κήρυκες αυτού του χαρμόσυνου μηνύματος» (Λουκ. α΄ 2), το περιεχόμενο του δεύτερου βιβλίου του, του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων, εκτός ελαχίστων σημείων, αποτελούν βίωμα και προσωπικές μαρτυρίες, όπως φαίνεται και από τη χρήση του πρώτου πληθυντικού αριθμού. Έτσι, χάρις στον Ευαγγελιστή Λουκά, έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη ζωή και το έργο του Χριστού. Όμως είναι ιδιαίτερα σημαντικές οι πληροφορίες του Λουκά για την ίδρυση της Εκκλησίας καθώς και τη ζωή των πρώτων Χριστιανών, που τη διέκρινε όχι μόνο η «κοινοκτημοσύνη» των αγαθών, αλλά ιδιαίτερα η κοινοκτημοσύνη της αγάπης. Γράφει ο ίδιος στο βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων: «Του δε πλήθους των πιστευσάντων ην η καρδία και η ψυχή μία, και ουδέ εις τι των υπαρχόντων αυτώ έλεγεν ίδιον είναι, αλλ’ ην αυτοίς άπαντα κοινά» (Πράξ. δ΄ 32). Δηλαδή, όσοι πίστεψαν είχαν μία καρδία και μία ψυχή. Κανείς δε θεωρούσε ότι κάτι από τα υπάρχοντά του ήταν δικό του, αλλά όλα τα είχαν κοινά.
Αλήθεια, πόσο ταυτίστηκαν οι πρώτοι Χριστιανοί με την ουσία του Χριστιανισμού, την αγάπη; Πώς απέδειξαν ότι οι αρχές του Χριστιανισμού μπορούν να υλοποιηθούν και ότι δεν είναι μια απλή ουτοπία; Όλα είναι κατορθωτά, αρκεί να συνειδητοποιήσει ο άνθρωπος ότι όλων των αγαθών είναι απλός διαχειριστής και όχι κάτοχος, μηδέ της αγάπης εξαιρουμένης. «Αγαπάμε το Θεό, γιατί εκείνος μας αγάπησε» (Α΄ Ιωάν. δ΄ 19). Και η αγάπη που προέρχεται από το Θεό, αναγεννά τον άνθρωπο και τον οδηγεί στην αληθινή θεογνωσία. Ο δρόμος της αγάπης είναι ο τρόπος έκφρασης της νέας ζωής. Μιας ζωής που οδηγεί στην ένωση του ανθρώπου με το Θεό. Μιας ζωής που οδηγεί στην πίστη ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού. Μιας ζωής που εκδηλώνεται σαν εσωτερική μαρτυρία και εξωτερικεύεται ως αγάπη προς το συνάνθρωπο.
Αδελφοί μου, αυτή τη ζωή βίωσε ο Λουκάς που τιμούμε σήμερα. Τη βίωσε σαν τρόπο καθημερινής ζωής. Για τούτο και την κατέγραψε μέσα από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων. Μέσα από τα κείμενά του μιλούν ακόμη και «οι απ’ αρχής αυτόπται και υπηρέται γενόμενοι του λόγου» (Λουκ. α΄ 1). Μέσα από τα κείμενά του, το Ευαγγέλιο και τις Πράξεις των Αποστόλων, συνεχίζει να κηρύσσει δια μέσου των αιώνων και σε όλα τα σημεία της γης, μεταφέροντας το βασικό μήνυμα της Χριστιανικής ζωής. Ένα μήνυμα ενότητας στη βάση της αγάπης και της ισότητας, μέσα στα πλαίσια της Μυστηριακής ζωής και ιδιαίτερα της Θείας Κοινωνίας. Και αυτή η Θεία Κοινωνία ήταν αρχικά άμεσα συνδεδεμένη με τα κοινά δείπνα, τις γνωστές «αγάπες». Στη διάρκεια αυτού του δείπνου ετελείτο και το Μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Κατ’ επέκταση, όπως το σώμα είχε ανάγκη από τροφή έτσι και η ψυχή. Μιας τροφής που προσφερόταν με αγάπη. Μιας τροφής στην οποία όλοι προσκαλούνται να προσέλθουν «μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης». Σ’ αυτήν την πρόσκληση ανταποκρινόμαστε θετικά και προ πάντων με φόβο Θεού, πίστη και αγάπη; Αν ναι, τότε είμαστε και μιμητές του εορταζόμενου σήμερα Ευαγγελιστού Λουκά.                                                                                           
 
 
 
 
Θεόδωρος Αντωνιάδης
 
 
 
 
Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009
«Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός»
 
Ο άνθρωπος ο παλαιός, ο άνθρωπος της αμαρτίας που προηγουμένως ήταν το χαρακτηριστικό μου, δεν ζει πια. Δεν ζει, γιατί μέσα μου κατοικεί πλέον ο Χριστός. Δεν ζει γιατί τον απομάκρυνα από την ζωή μου. «Ζω δε οuκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός», γράφει ο απόστολος Παύλος στους Γαλάτες, για να φανερώσει την τεράστια αλλαγή που επέφερε στη ζωή του η πίστη του στο Χριστό. Δηλώνει χαρακτηριστικά ότι κατοικεί πλέον μέσα του ο Χριστός. Έχει αποβάλει τον παλαιό, αμαρτωλό εαυτό του, έχει νεκρώσει τις επιθυμίες του και ζει πλέον μόνο για τον Χριστό. Τον κατευθύνει πλέον η πίστη στην εφαρμογή των εντολών του Θεού, με πράξεις σύμφωνες με το θέλημά Του.
 
Ωστόσο ανάμεσα στους Γαλάτες, αγαπητοί μου αδελφοί, στους οποίους έστειλε την επιστολή ο Απόστολος των εθνών, υπήρχαν και κάποιοι Ισραηλίτες προσκολλημένοι στον εβραϊκό νόμο που δεν τους άφηνε να δουν τη αλήθεια. Δεν μπορούσαν να δουν με ανεπηρέαστο νου, με αμερόληπτη σκέψη τη διδασκαλία του ευαγγελίου, που θα τους οδηγούσε προς την ζωή. Δεν άφηναν ελεύθερη την ψυχή τους να δεχθεί και να κατανοήσει και να αντέξει την αλλαγή που ζητά από όλους τους ανθρώπους ο Χριστός με Το ευαγγέλιο Του. Έπρεπε να σταματήσουν να περιορίζουν την πίστη και τη θρησκεία τους στις τυπικές διατάξεις μόνο του Μωσαϊκού νόμου. 'Έπρεπε πλέον να ενστερνιστούν τον Κύριο μέσα τους. 'Έπρεπε να παύσει να ζει ο παλιός εαυτός τους. Έπρεπε να μπορούν να αναφωνούν μαζί με τον απόστολο Παύλα, «ζη δε εν εμοί Χριστός». Ζει μέσα μου ο Χριστός! Αυτό το μήνυμα προσπαθούσε να δώσει στους Γαλάτες με την επιστολή του ο Απόστολος των εθνών. Και το μήνυμα αυτό δεν το προόριζε φυσικά μόνο για τους Ισραηλίτες, αλλά και για τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες. Αυτό το μήνυμα στέλνει και σε μας σήμερα. Να αποβάλουμε τον παλιό, αμαρτωλό εαυτό μας. Να πιστέψουμε βαθιά στον Χριστό. Να εφαρμόσουμε τις εντολές Του στην καθημερινή μας ζωή. Nα εγκατασταθεί ο Κύριος στην ψυχή μας. Να κυριέψει το είναι μας.     
 
Ακούσαμε ακόμη σήμερα στην ευαγγελική περικοπή το γνωστό θαύμα του Χριστού με τους Γαδαρηνούς. Ακούσαμε, για τον δυστυχή δαιμονισμένο που είχε μετατραπεί από πολλά χρόνια σε κατοικητήριο δαιμόνων. Η ψυχή του είχε καταληφθεί από ένα άπειρο πλήθος δαιμονίων. «Λεγεών», ήταν το όνομά που δήλωσε στην ερώτηση του Κυρίου. Το πλήθος των δαιμονίων μετέτρεψε τον δυστυχή σε ένα εξαιρετικά αποτρόπαιο άτομο, φόβητρο και κίνδυνο για τους άλλους, καταστροφή για τον ίδιο. Ο Κύριος τον απήλλαξε, τον ελευθέρωσε από την αβάσταχτη αυτή σκλαβιά των δαμονίων. Μόνο με τον τρόπο αυτό θα μπορούσε να συνυπάρξει με τoυς άλλους ανθρώπους. Μόνο μετά την απελευθέρωσή του, θα μπορούσε να κατοικίσει ο Κύριος στην ψυχή του. Τα δαιμόνια δεν μπορούσαν να έχουν μια οποιαδήποτε σχέση με τον Χριστό. Γι’ αυτό κι όταν τον συναντά ο Χριστός, ομολογεί μεν έντρομος ο δαιμονιζόμενος την θεότητά Του, αλλά δηλώνει ότι δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε σχέση μαζί Του. «Τι εμοί και σοι, Ιησού υιέ του Θεού του υψίστου;». Το περίεργο στην περίπτωση αυτή είναι ότι ο δαιμονιζόμενος, πιστεύει ότι ο Ιησούς είναι γιος του Θεού του υψίστου. Συμβαίνει και σήμερα το φαινόμενο αυτό. Αντιλαμβάνονται πολλοί ότι ο Χριστός είναι γιος του Θεού αλλά δεν είναι διατεθειμένοι, δεν μπορούν, δεν θέλουν να εφαρμόσουν τον νόμο Του. Δέχονται χωρίς καμιά προσπάθεια να ζουν με τα παντός είδους δαιμόνια της αμαρτίας και να ακολουθούν τις εντολές τους. Η ψυχή τους είναι κατειλημμένη από τα δαιμόνια. Και ο δαιμονιζόμενος είναι υπόδουλος γιατί άφησε ελεύθερα τα δαιμόνια να καθοδηγούν την ψυχή του, τη ζωή του ολόκληρη. Γιατί η ψυχή μας δεν μπορεί να είναι κενή, άδεια. Κάποιος θα κατοικεί μέσα σ’ αυτήν. Κάποιος θα την καθοδηγεί. Είναι συνεπώς θέμα επιλογής. Είχαμε την ευτυχία να γεννηθούμε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού και λογικά αλλά και φυσικά, η ψυχή μας πρέπει να είναι κατοικητήριο του Ιησού. Προϋποτίθεται η πίστη στον Ιησού, σαν η αναγκαία βάση. Αλλά δεν είναι αρκετή. «Και γαρ τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσι». Γιατί και τα δαιμόνια, και ο σατανάς ακόμη πιστεύουν στην θεότητα του Κυρίου μας και φοβούνται. Ο δαιμονιζόμενος ομολόγησε την θεότητα του Κυρίου, άρα πίστευε ότι ο Ιησούς είναι ο Θεός. Και όμως είναι έρμαιο των δαιμονίων, της λεγεώνος των δαιμονίων. Η απομάκρυνση των δαιμονίων έδωσε την ευκαιρία να γίνει η μεγάλη αλλαγή. Έδωσε την δυνατότητα να απομακρυνθεί ο παλαιός άνθρωπος «συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις», όπως αναφέρει αλλού ο απόστολος. Έγινε μια γενική εκκαθάριση για να μπορέσει να κατοικήσει ο Χριστός. Θα μπορούσε λοιπόν και ο δαιμονιζόμενος, ακολουθώντας τις εντολές του Κυρίου να αναφωνήσει μαζί με τον απόστολο «ζω δε ουκέτι εγώ ζη δε εν εμοί Χριστός».
 
Αν θέλουμε λοιπόν, αγαπητοί μου αδελφοί, να αποφύγουμε να μετατραπεί η ψυχή μας σε κατοικητήριο των δαιμόνων και της αμαρτίας, είναι απαραίτητο να ζει μέσα της ο Χριστός. Και φυσικά δεν είναι απλώς μια αρνητική, αποτρεπτική προσπάθεια. Δεν σημαίνει απλώς δηλαδή να διώξουμε τα δαιμόνια και ό,τι τα αντιπροσωπεύει στην ψυχή και τη ζωή μας. Θα χρειαστεί συνεχής αγώνας θετικών έργων, έργων που υπαγορεύει το ευαγγέλιο. Και αυτό θα γίνεται παράλληλα με την προσπάθεια να διορθώσουμε τη ζωή μας, να μην αδικούμε τους άλλους, να μη κάνουμε πράξεις που μας προσβάλλουν στα μάτια του Παντεπόπτη Θεού. Να δείχνουμε πρακτικά την αγάπη μας στο Θεό. Να είναι πάντοτε καθαρή η ψυχή μας ώστε να κατοικεί Εκείνος μέσα μας. Αυτός θα μας προστατέψει από τα λάθη και τις ανθρώπινες αδυναμίες. Θα μας προφυλάξει από πράξεις που μας απομακρύνουν από τις εντολές του Θεού. Άρα ή θα αδιαφορήσουμε και θα επιτρέψουμε να κυλούν όλα στην τύχη τους, ή θα επιμεληθούμε για την ψυχή μας. «πνεύματος αθανάτου» και θα εγκατασταθεί η ειρήνη του Θεού στην ψυχή μας, στην ζωή μας.
 
Δ.Γ.Σ.