English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Γαλ. α΄ 11 – 19.
Ευαγγέλιο: Λουκ. ιστ΄ 19 – 31.
1 Νοεμβρίου 2009
 
«Ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον, ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς».
 
            Ούτε ειδωλολάτρης, ούτε επίορκος, ούτε των γονέων υβριστής ήταν ο πλούσιος της σημερινής παραβολής. Μοιχός, κλέπτης ή φονιάς, δεν παρουσιάζεται από το Ευαγγέλιο. Εκμεταλλευτής των άλλων ή επιθυμητής ξένων πραγμάτων δεν φαίνεται να ήταν. Κι όμως, παρόλο που φαινόταν ότι τηρούσε όλες τις διατάξεις του ισχύοντος τότε Μωσαϊκού Νόμου, καταδικάζεται. Οδυνάται «εν τη φλογί του Άδου» και παρουσιάζεται ως παράδειγμα προς αποφυγή. Ποιο ήταν το έγκλημά του; Ποια ήταν η αμαρτία του;
            Αμαρτία του μεγάλη ήταν η περιφρόνηση της αιώνιας ζωής. Και έγκλημά του βαρύτατο ήταν η ασπλαχνία και η αδιαφορία για τους άλλους. Επειδή απέκτησε πολλά ήλπιζε να ζήσει και πολύ. Επειδή αυξήθηκαν τα πλούτη του, νόμιζε πως αυξήθηκαν και οι μέρες του. Επειδή ήταν πλούσιος νόμιζε πως ήταν και αθάνατος. Κι από την άλλη λησμόνησε και τις υποχρεώσεις του προς την κοινωνία, την άσκηση της φιλανθρωπίας. Μπροστά στην πόρτα του ήταν ριγμένος ο Λάζαρος, αλλά τον παραβλέπει. Όλα περιστρέφονταν γύρω από τις προσωπικές επιθυμίες του. Μα και από την ύπαρξή του απομόνωνε την σάρκα. Γι’ αυτή μόνο ενδιαφερόταν.
            Μπορεί να μην ήταν άδικος ο τρόπος απόκτησης του πλούτου του. Μπορεί να οφειλόταν στην επιχειρηματική δραστηριότητά του, στους δικούς του κόπους και τους δικούς του καλούς προγραμματισμούς. Δεν χρησιμοποιήθηκε σωστά γι’ αυτό και δεν συντέλεσε στη σωτηρία του. Δεν καταδικάστηκε γιατί ήταν πλούσιος. Θα μπορούσε ο πλούτος να γίνει μέσο για τη σωτηρία του. Να εφαρμοστεί και γι’ αυτόν το «εσκόρπισεν έδωκε τον πλούτον αυτού, η δικαιοσύνη αυτού μένει εις τον αιώνα». Φάνηκε όμως, με τη συμπεριφορά του, ένας γνήσιος ειδωλολάτρης που λάτρευσε «την κτίσιν παρά τον Κτίσαντα». Γι’ αυτό και καταδικάστηκε. Γιατί θεοποίησε τον πλούτο και τα υλικά αγαθά.
            Θα ήταν, ως εκ τούτου, οφέλιμο να εξετάσουμε για λίγο τα ολέθρια αποτελέσματα της προσκόλλησης στην ύλη και της αυτάρεσκης χρησιμοποίησης του πλούτου και των υλικών αγαθών:
Η προσκόλληση στα υλικά αγαθά οδηγεί πρώτα στην απομάκρυνσή μας από τον Θεό. Διαγράφει τον Θεό από την σκέψη και τη ζωή μας. Ακόμα κι εκεί που είναι έκδηλη η παρουσία του Θεού εις τον κόσμο επιδιώκεται συνειδητή ή ασυνείδητη παραγνώρισή του. Έτσι δώρα και χαρίσματα του Θεού εγωιστικά τα θεωρούμε δικά μας, χωρίς υποχρέωση προς αυτόν. Ο πλούσιος της παραβολής «ευφραινόταν καθ’ ημέραν λαμπρώς», αδιαφορώντας για το μέλλον, χωρίς αναφορά στον Θεό ή την αιώνια ζωή. Ο Θεός δεν υπήρχε στην προοπτική του πλουσίου. Η εγωιστική χρησιμοποίηση των υλικών αγαθών τον οδήγησε στην επιλησμοσύνη του Θεού. Κι ήταν με έκπληξη που από την πορφύρα και την βύσσον και το καθημερινό ξεφάντωμα «ευρέθη εν βασάνοις». Δεν είχε καν σκεφθεί τόσα χρόνια την ύπαρξη του Θεού και της μετά θάνατο ζωής.
Με την προσκόλληση στα υλικά αγαθά ξεχνά, ύστερα, ο άνθρωπος και την ύπαρξη της ψυχής του. Οι μέρες του κυλούν χωρίς σκοπό. Ασήμαντα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από την διατροφή και την εμφάνισή του, γεμίζουν τον χρόνο του: Το τι θα φάει και τι θα πιει, ή ποιες είναι οι απαιτήσεις της μόδας σύμφωνα με τις οποίες θα πρέπει να ντυθεί, γίνονται μείζονα προβλήματά του. Στη σκέψη ενός τέτοιου ανθρώπου δεν βρίσκεται παρά μόνο η απόλαυση. Τα όσα αναφέρονται στην μετά θάνατον ζωή και την αθανασία της ψυχής, είναι γι’ αυτόν περιοχές άγνωστες και ανεξερεύνητες. Η στροφή προς την ύλη στενεύει τους ορίζοντες.
Η στροφή προς την ύλη οδηγεί, ύστερα, στον ατομισμό. Κλείνει τον άνθρωπο εγωιστικά στον εαυτό του. Ούτε καν σκέφτεται την ύπαρξη των στερουμένων συνανθρώπων του. Αγνοεί τη δυστυχία των άλλων και τα δικαιώματά τους στη ζωή. Μπορεί ελάχιστη ποσότητα τροφής να ’ταν ζωτικής σημασίας για τον πτωχό Λάζαρο. Κι όμως ο πλούσιος τον αγνοεί περιφρονητικά. Η αθλιότητα σπαράσσει ανθρώπους όμοιους μ’ αυτόν. Θα μπορούσε πολλούς πεινασμένους να χορτάσει, πολλούς γυμνούς να ντύσει, πολλούς δυστυχείς να ανακουφίσει. Κι όμως «δι’ εαυτόν μόνον φροντίζων ενδύεται πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς». Αν ο δέκτης του δεν παίρνει τα μηνύματα του ουρανού, πώς θα πάρει τα μηνύματα των ανθρώπων;
Κι αφού τέτοια είναι τα αποτελέσματα της προσκόλλησης στην ύλη, πώς θα πρέπει να αντιμετωπισθεί η κατάσταση;
Με το να κατανοήσουμε, πρώτα, ότι «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος». Ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική ύπαρξη. Η ζωή του δεν εξαρτάται μόνο από τα εξωτερικά, την ύλη, τη μηχανή, το χρήμα, αλλά και από τον πλούτο του εσωτερικού του κόσμου. Θα πρέπει να δέχεται την ύλη ως δώρο του Θεού και να την χρησιμοποιεί για τη δική του ηθική τελείωση και για τη βοήθεια των συνανθρώπων του. Θα πρέπει, επομένως, να στραφούμε προς τον Θεό και να μεριμνήσουμε και για το πνευματικό συστατικό της ύπαρξής μας.
Μα θα πρέπει να στραφούμε, ύστερα, με αληθινή αγάπη και προς τον συνάνθρωπό μας. Οι άλλοι δεν είναι ξένοι, είναι συμπλήρωση του εγώ μας. Αν ανοιχθούμε με αγάπη προς αυτούς θα γίνουν τα φτερά που θα μας ανεβάσουν στον ουρανό.
Δεν θα πρέπει, τέλος, να διαφεύγει της προσοχής μας και η ανασφάλεια που υπάρχει στα υλικά αγαθά. Δεν είναι μόνο το αθεμελίωτο του ανθρώπου πάνω στη γη αυτή, ο θάνατος που έρχεται τη στιγμή που δεν τον περιμένουμε. Είναι και από τη φύση τους φθειρόμενα τα υλικά αγαθά. Γι’ αυτό θα πρέπει να αποδεσμευτούμε απ’ αυτά. Θα πρέπει να τα χρησιμοποιούμε ως μέσο για τη ζωή μας και όχι σαν σκοπό της ζωής μας.
Ο πλούσιος της σημερινής παραβολής απολυτοποίησε τα υλικά αγαθά. Κι ήταν φυσικό να καταλήξει σε αδιέξοδο όταν από τη μια στιγμή στην άλλη βρέθηκε στην άλλη ζωή όπου «ου συνοδεύει ο πλούτος». Παραμένει, ωστόσο, διδακτικότατο παράδειγμα για μας. Για να μη φτάσουμε κι εμείς κάποτε στη θέση του, αλλού θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας: Στην «βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού». Και «ταύτα πάντα», όσα είναι απαραίτητα, «προστεθήσεται ημίν».
 …Ο Πάφου Γεώργιος.


ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Εβρ. β΄ 2 – 10
Ευαγγέλιο: Λουκ. η΄ 41 – 56
8 Νοεμβρίου 2009
 
«Μη φοβού, μόνον πίστευε, και σωθήσεται» (Λουκ. η΄ 50)
 
            Δύο τα τραγικά επακόλουθα της πτώσης των πρωτοπλάστων. Πρώτον η φθορά και δεύτερον ο θάνατος. Δύο τραγικά επακόλουθα με διπλή μάλιστα όψη το καθένα, όπως και η φύση του ανθρώπου. Δηλαδή ψυχοσωματική. Φθορά σωματική με την παρουσία του πόνου και της ασθένειας. Φθορά ψυχική με την σταθερή παρουσία της αμαρτίας. Και τέλος, φυσικό επακόλουθο των πιο πάνω, ο φυσικός – σωματικός και πνευματικός θάνατος.
            Ασθένεια και θάνατος προκαλούν από τότε αφάνταστη οδύνη και αγωνία στον άνθρωπο. Και τούτο γιατί μόνον τότε αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος το μέγεθος και την έκταση της αδυναμίας του. Φρίττει και τρέμει, μέχρι σήμερα, ακόμα και στο απλό άκουσμα του ονόματος μιας ασθένειας, όπως για παράδειγμα του καρκίνου ή της νέας μορφής γρίπης. Πολύ δε περισσότερο όταν βρεθεί αντιμέτωπος με την ασθένεια και το θάνατο.
            Σ’ αυτό το διπλό διαχρονικό δράμα του ανθρώπου δίνει σήμερα ο Κύριος, με την παρουσία του, μια απάντηση ελπιδοφόρα. Ότι με την παρουσία του στη γη ήρθε για να αποκαταστήσει την ισορροπία στη σχέση του ανθρώπου με το Θεό και κατ’ επέκταση στην αποκατάσταση της ισορροπίας σώματος και ψυχής. Βεβαιώνει τον άνθρωπο ότι ο ίδιος είναι η τωρινή αλλά και η μελλοντική λύση των προβλημάτων του, αρκεί να υπάρξει η αναγκαία πίστη από μέρους του ανθρώπου, αλλά και η αναγκαία κίνηση προς αυτή την κατεύθυνση.
            «Μη φοβού, μόνον πίστευε», είπε σήμερα ο Κύριος στον Ιάειρο, την ώρα που έσβηνε και η τελευταία του ελπίδα, αφού του αναγγέλθηκε ο θάνατος της δωδεκάχρονης κόρης του. Αλλά και το «θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε», που είπε στην αιμορραγούσα γυναίκα, ήταν αρκετά για να διαβεβαιώσουν τους ανθρώπους ότι ο ίδιος είναι ο κυρίαρχος της ζωής και του θανάτου, και ότι ασθένεια και θάνατος αποκτούν μια προσωρινότητα, όπως και ο ύπνος, ως την τελική ώρα της απαλλαγής του ανθρώπου από τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου.
            Ο ίδιος ο Ιησούς δημιούργησε όλες τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις πιο πάνω τραγικές συνέπειες. Δημιούργησε αυτές τις προϋποθέσεις με την ενανθρώπιση, τη διδασκαλία του, την επίγεια ζωή του, με αποκορύφωμα τη Σταυρική θυσία, την Ανάσταση και την Ανάληψη. Πέραν από τη διαβεβαίωση ότι θα είναι διαρκώς παρών, απέστειλε και το Άγιο Πνεύμα για να ενισχύει τους ανθρώπους στις όποιες δύσκολες ώρες. Με μια μόνο προϋπόθεση, την πίστη. Ο Ιησούς επεμβαίνει σωματικά, αλλά όχι αναγκαστικά. Προσφέρει όλες τις δυνατότητες, αλλά αφήνει στον άνθρωπο την ελευθερία να τις δεχθεί, ή και να τις απορρίψει. Περιμένει από τον άνθρωπο να κάνει την αναγκαία κίνηση μέσα από την πίστη, όπως έκανε και η αιμορραγούσα γυναίκα, για να προσφέρει σαν επιβράβευση της πίστης την αναζητούμενη θεραπεία. Το «θάρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε», είναι η καλύτερη αμοιβή, πέρα από τη θεραπεία. Αυτό το απαλό άγγιγμα «του κρασπέδου του ιματίου» του Ιησού που πέτυχε μέσα από την πίστη της, ήταν πολύ ανώτερο από το συρφετό του πλήθους που ακολουθούσε τυπικά, πιέζοντας και στριμώχνοντας ακόμα. Αλλά και τη δύσκολη ώρα της μεγαλύτερης δοκιμασίας, χρειάζεται και πάλι η απαραίτητη πίστη για το ξεπέρασμα του φόβου και της αμφιβολίας. «Μη φοβού, μόνον πίστευε και σωθήσεται».
            Μη φοβάσαι, μόνον πίστευε. Χρειάζεται πρώτ’ απ’ όλα να ξεπεράσει ο άνθρωπος το δικό του φόβο, τη δική του ανασφάλεια. Χρειάζεται να ξεπεράσει ο άνθρωπος τη δική του ολιγοπιστία. Στη συνέχεια θα πρέπει να προετοιμαστεί να αντιμετωπίσει την ανθρώπινη ειρωνεία, ακόμα και από τους ανθρώπους του περιβάλλοντος της θρησκείας, όπως τις ακούσαμε και στο σημερινό Ευαγγέλιο, ή τις ακούμε στην καθημερινή ζωή. Όπως για παράδειγμα: «ο άνθρωπος πήγε στο φεγγάρι κι εσύ πιστεύεις σε Θεό, Αγίους; Ή, ακόμα, πιστεύεις στα θαύματα;» Κι όμως, αν η καρδιά δεν ανυψωθεί στο Θεό και τα γόνατα δε λυγίσουν από πίστη και όχι από απόγνωση, τότε δεν μπορεί να υπάρξει θαύμα. Για να γίνει το θαύμα χρειάζεται η δύναμη της πίστης που θα ξεπεράσει τη φοβία του ανθρώπου και το φόβο, αλλά και την ειρωνεία των άλλων ανθρώπων. Η πίστη είναι ένα μικρό «αντάλλαγμα» στη μεγάλη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο που εκφράστηκε με τη σταυρική θυσία του Κυρίου, που κατά τον ίδιο, είχε σαν στόχο να μην χαθεί ο άνθρωπος αλλά να σωθεί, μέσα από τη δύναμη της πίστης. Είπε στο Νικόδημο: «Όπως ο Μωϋσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ’ αυτόν να μη χαθεί αλλά να ζήσει αιώνια» (Ιωάν. γ΄ 14 – 15).
            Σε εποχή φλύαρη, φαινομενικά λογική, αλλά στην πράξη παράλογη, έρχεται και πάλι η πίστη για να αποκαλύψει τις αδυναμίες, αλλά και τη δυνατότητα του ανθρώπου, όσο κι αν τούτο ακουστικά ηχεί «παράλογα». Ο Χριστιανισμός δεν υποτιμά τη δυνατότητα του νου, του λογικού του ανθρώπου. Δεν υποτιμά την επιστήμη. Αντίθετα, μέσα από την επιστήμη βελτιώνει την ποιότητα της ζωής του ανθρώπου και παράλληλα βοηθά το λογικό του ανθρώπου, μέσα από την πίστη, να φτάσει στο υπερφυσικό. Η πίστη έρχεται σα συμπλήρωμα του λογικού και της επιστήμης. Έρχεται η στιγμή που επιστήμη και πίστη σηκώνουν τα χέρια. Όμως αυτό που είναι ένδειξη αδυναμίας για την επιστήμη, για την πίστη μεταβάλλεται σε δύναμη που οδηγεί στο θαύμα και στη νίκη δύο βασικών εχθρών του ανθρώπου, της ασθένειας και του θανάτου.
            Αδελφοί μου, η πίστη δίνει δύναμη και αντοχή την ώρα της δοκιμασίας και της λύπης και επιτυγχάνει το ακατόρθωτο. Ας σταματήσουμε, λοιπόν, να μετρούμε τα πάντα με τη λογική και να μένουμε στα όρια των αισθήσεων. Η πίστη ας λειτουργήσει έστω σαν έκτη αίσθηση. Με τη δύναμή της μπορούμε να πλησιάσουμε το Θεό, να θεραπευθούμε από τις ασθένειες, όπως έγινε με την αιμορραγούσα γυναίκα και να ελευθερωθούμε από το θάνατο, όπως έγινε και με την κόρη του Ιάειρου. Αυτή την πίστη ας αποκτήσουμε κι εμείς, αφήνοντας κατά μέρος τις δικές μας αμφιβολίες και τα ειρωνικά σχόλια του κόσμου. Αμήν.
 
 
Θεόδωρος Αντωνιάδης
 
 


ΚΥΡΙΑΚΗ Η΄ ΛΟΥΚΑ
Απόστολος: Εφες. β΄ 4 – 10
Ευαγγέλιο: Λουκ. ι΄ 25 – 37
15 Νοεμβρίου 2009
«Τί ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»
 
Η επίγεια ζωή του ανθρώπου είναι μια πλήρης αποδοχή της αγάπης του Θεού, την οποία προσφέρει αδιάκοπα στους άλλους ανθρώπους. Αυτό είναι και το θέμα της ευαγγελικής παραβολής του Καλού Σαμαρείτου. Μέσα απο αυτή την παραβολή δε δίνεται απάντηση στο ερώτημα ποιός είναι ο πλησίον, αλλά ορίζεται πως ο καθένας απο εμάς θα γίνει πλησίον του άλλου, διότι όλοι οι άλλοι είναι πλησίον μας, αδελφοί μας.
Αφορμή της παραβολής είναι ο νομικός που ρωτά για την αιώνια ζωή. Νόμιζε πως μπορεί να κληρονομήσει την αιώνια ζωή, τη Βασιλεία του Θεού, εφαρμόζοντας τυπικά τις εντολές του Θεού.
Ο οδοιπόρος της παραβολής έπεσε σε ενέδρα ληστών, οι οποίοι τον άφησαν από την κακοποίηση μισοπεθαμένο και του πήραν τα πάντα. Ένας ιερέας του Μωσαϊκού Νόμου και του ναού του Σολομώντος εμφανίστηκε ξαφνικά. Είδε το μισοπεθαμένο άνθρωπο και απομακρύνθηκε, χωρίς να τον βοηθήσει. Στη συνέχεια πέρασε ένας Λευΐτης. Και αυτός λειτουργός του Νόμου και του ναού. Τον είδε μισοπεθαμένο και αντιπαρήλθε, συνέχισε τον δρόμο του. Ο ιερέας και ο Λευΐτης επέλεξαν τη «θυσία» και «τα ολοκαυτώματα», δηλαδή τη στείρα τυπολατρία, αφού ο Νόμος απαγόρευε στους λειτουργούς του ναού να έρχονται σε επαφή με τα νεκρά σώματα, για να μη μολυνθούν και να εκπληρώσουν «καθαροί» τα καθήκοντα τους.
Και έρχεται ο τρίτος οδοιπόρος. Ένας Σαμαρείτης, που ήταν εθνικός και θρησκευτικός εχθρός των Ισραηλιτών. Είδε τον πληγωμένο άνθρωπο και παρά το γεγονός ότι ήταν Ιουδαίος δεν τον αντιπαρήλθε, δεν τον προσπέρασε. Πήγε κοντά του, του έπλυνε τις πληγές με λάδι και κρασί, τις έδεσε, τον ανέβασε στο ζώο του, τον οδήγησε στο πανδοχείο και φρόντισε για την κατάσταση του πληγωμένου.
Όταν ο Κύριος ρώτησε το νομικό ποιος εκ των τριών έγινε πλησίον εκείνου του δυστυχισμένου ανθρώπου που έπεσε θύμα των ληστών, ο νομικός απάντησε: « Εκείνος που επέδειξε αγάπη, ενδιαφέρον, στοργή για τον πάσχοντα αδελφό του».
Ο Χριστός φανέρωσε στον εαυτό Του αυτή την αγάπη του Θεού – Πατέρα μέχρι σημείου που υπέμεινε σταυρό και θάνατο για τη σωτηρία του κόσμου. Έτσι έχουμε και τη συμβολική ερμηνεία της παραβολής: ο Καλός Σαμαρείτης είναι ο Χριστός. Αυτός που έπεσε στην ενέδρα των ληστών είναι ο άνθρωπος που κατασπαράσσεται από την αμαρτία που τον αφήνει «ημιθανή». Το πανδοχείο είναι η Εκκλησία, που είναι η κιβωτός της σωτηρίας μας και της θεραπείας μας. Το λάδι και το κρασί είναι τα μυστήρια της Εκκλησίας μας. Τα δυο δηνάρια, με τα οποία ο Καλός Σαμαρείτης πλήρωσε το πανδοχείο, είναι η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη. Ο Καλός Σαμαρείτης, ο Ιησούς Χριστός θα έλθει και πάλι τη Δευτέρα και ένδοξη Αυτού Παρουσία, για να κρίνει ζώντες και νεκρούς.
Σε μια εποχή ατομισμού, επικρατήσεως του απανθρωπισμού και της αδιαφορίας, η αγάπη εξακολουθεί να αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για τη γνησιότητα μας ως ορθοδόξων ανθρώπων και την είσοδο μας στη Βασιλεία του Θεού. Η αγάπη, επομένως, είναι η ουσία της ζωής και το θεμέλιο της Εκκλησίας, η οποία κατά τον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο είναι ενότητα πίστεως και αγάπης. Η πίστη και η ελπίδα διδάσκουν τον άνθρωπο να καταφρονεί τα υλικά αγαθά. Ενώ η αγάπη ενώνει την ψυχή με τις αρετές του Θεού, αναζητώντας τον Αόρατο με τη νοερά αίσθηση (άγιος Διάδοχος Φωτικής).
Τον κόσμο θα τον σώσει η αγάπη του Θεού. Αυτή όμως η αγάπη θέλει έκφραση. Κι εμείς οι Χριστιανοί καλούμεθα να την κάνουμε μήνυμα κι ελπίδα. Τούτο σημαίνει ότι η στροφή προς τον άλλο άνθρωπο δεν μπορεί να είναι μόνο λόγος, αλλά και έργο, δηλαδή μια κίνηση που αγκαλιάζει ολόκληρη την ύπαρξη του ανθρώπου, είναι κατανόηση μέσα στην καθημερινότητα, αποδοχή, συμφιλίωση, ευγένεια, καλοσύνη, αμοιβαιότητα, πραότητα, αγάπη.
 
Γιώργος Σαββίδης


ΚΥΡΙΑΚΗ Θ΄ ΛΟΥΚΑ                                                             
Απόστολος : Εφεσ. β’ 14 – 22   
Ευαγγέλιο: Λουκά ιβ΄ 16 – 21
22 Νοεμβρίου 2009                                                      
«Οράτε και φυλάσσεσθε από πάσης πλεονεξίας· ότι ουκ εν τω περισσεύειν τινί αυτού εστιν εκ των υπαρχόντων αυτού» (Λουκ. ιβ΄ 15).
 
Για να μπορέσει ο άνθρωπος να κατανοήσει καλύτερα τη σημερινή παραβολή του άφρονος πλουσίου θα πρέπει να ξεκινήσει από τον στίχο που προηγείται και τον οποίο προτάξαμε πιο πάνω. Λέει ο Κύριος: «Προσέχετε και προφυλάσσεσθε από κάθε είδος πλεονεξίας. Γιατί αυτό δε συντελεί σε τίποτε για να έχετε άνετη και χαρούμενη τη ζωή σας. Γιατί η ζωή του ανθρώπου δεν εξαρτάται από τα περισσά πλούτη και δεν διατηρείται από τα πλούτη που έχει, ούτε τα πολλά πλούτη του εξασφαλίζουν μακροζωΐα και άνετη ζωή».
Στο στίχο αυτό διακρίνουμε μια προτροπή: «Προσέχετε και προφυλάσσεσθε από κάθε είδος πλεονεξίας». Διακρίνουμε επίσης μια διαπίστωση, η οποία και επιβεβαιώνεται πλήρως μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο. Το ότι δηλαδή «τα πολλά πλούτη δεν εξασφαλίζουν μακροζωΐα, και προπαντός αθανασία, αλλά ούτε και αποτελούν εγγύηση για μια ζωή ευτυχισμένη». Ιδιαίτερα σημαντική η πιο πάνω προτροπή, γιατί αυτή εντοπίζει τη ρίζα του κακού. Και αυτή η ρίζα του κακού είναι η πλεονεξία, είτε αυτή είναι μικρή είτε αυτή είναι μεγάλη. Και πλεονεξία είναι η ασταμάτητη επιθυμία του ανθρώπου όχι απλώς να αποκτήσει περισσότερα από αυτά που χρειάζεται, αλλά η προσπάθειά του να οικειοποιηθεί τα πάντα. Ο πλεονέκτης δε θέλει απλώς κάτι παραπάνω για περισσότερη σιγουριά, αλλά τα θέλει όλα δικά του. Ακούσαμε στο σημερινό Ευαγγέλιο να επαναλαμβάνει ο πλούσιος το «μου», «τους καρπούς μου», «τας αποθήκας μου», «τα γεννήματά μου», «τα αγαθά μου», «τη ψυχή μου». Όλα θεωρούνται προσωπικά δικά του και κινούνται πέρα από τη σφαίρα του εγωισμού, στη σφαίρα αποκλειστικά της υλόφρονης ζωής. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει κανένας άλλος εκτός από τον εαυτό του, ούτε Θεός, ούτε άνθρωπος. Γι’ αυτόν δεν υπάρχει τίποτε πέρα από την ύλη και την υλική απόλαυση, μεταφέροντας και υποβιβάζοντας την ύπαρξή του στο επίπεδο του ζώου.
Αλλά το σημαντικότερο. Καλλιεργείται από αυτόν η αφελής εντύπωση της απόλυτης κυριαρχίας, της αυτάρκειας και μιας ζωής που ορίζεται από τον ίδιο και η οποία δεν τελειώνει ποτέ. Κι όμως πλανάται πλάνην οικτράν, γιατί τίποτε και κανένα αγαθό που οικειοποιήθηκε δεν του ανήκει. Ούτε και η ίδια η ζωή του. Ο άνθρωπος δεν είναι ιδιοκτήτης. Είναι μόνο διαχειριστής. Και αυτή τη διαχείριση του την εμπιστεύεται ο Θεός. Αυτή την αλήθεια επιβεβαιώνει η καθημερινή ζωή, δικαιώνοντας τον Ιώβ που είπε «γυμνός εξήλθον εκ της κοιλίας της μητρός μου και γυμνός απελεύσομαι». Γεννήθηκα γυμνός και απογυμνωμένος θα φύγω. Τίποτε δεν έφερα και τίποτε δεν θα πάρω φεύγοντας από τον κόσμο.
Αυτό τονίζει ο Κύριος και στο σημερινό Ευαγγέλιο. «Α δε ητοίμασας τίνι έσται». Αυτά, λοιπόν, που ετοίμασες σε ποιον θα ανήκουν; Φοβερό το ερώτημα του Κυρίου. Όμως ακόμα φοβερότερος είναι ο χαρακτηρισμός που προηγήθηκε καθώς και τα λόγια που ακολούθησαν: «Άφρων, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου».
Η ευτυχία του ανθρώπου που οικοδομείται σε όνειρο απατηλό, στο ξύπνημα μετατρέπεται σε εφιάλτη. Καταρρέει, όπως και το σπίτι που χτίζεται πάνω στην άμμο. Η ευτυχία που εγκλωβίζεται στα τείχη των αποθηκών, του εγωισμού και του απομονωτισμού, αποδεικνύεται ως αφροσύνη, η δε προσδοκώμενη απόλαυση καταλήγει, ονειρεμένη μεν, αλλά ανύπαρκτη πραγματικότητα.
Είναι για τούτο που ο Κύριος χαρακτήρισε «άφρονα» τον υλόφρονα και σφετεριστή άνθρωπο. Άφρονα γιατί θεμελίωσε τη ζωή του μόνο στην ύλη, διαγράφοντας από το λεξιλόγιό του το Θεό, το συνάνθρωπο και την ψυχή σαν κατάσταση πνευματική. Τον χαρακτήρισε άφρονα γιατί θεώρησε τα πάντα σαν προσωπική του περιουσία, αλλά και γιατί θεώρησε τον εαυτό του σαν πρώτιστο συντελεστή της μεγάλης ευλογίας.
Αναγκαία η προσπάθεια του καθενός. Όμως, ας μην ξεχνούμε ότι είναι αναγκαία η βοήθεια του Θεού για να καρποφορήσει η προσπάθεια του ανθρώπου, όπως έγινε και με τους Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη στη λίμνη της Γεννησαρέτ (Λουκ. ε΄ 6). Αναγνωρίζοντας το Θεό σαν τον πρώτιστο συντελεστή της ευλογίας, τον παρακαλούμε στη Θεία Λειτουργία να μας χαρίσει ευνοϊκές συνθήκες για την παραγωγή (ευκρασία αέρων) και για τις οποίες ο ψαλμωδός είναι πολύ παρασταστικός. «Ανοίξαντός σου την χείρα, τα σύμπαντα πλησθήσονται χρηστότητος· αποστρέψαντος δε σου το πρόσωπον ταραχθήσονται» (Ψαλμ. ργ΄ 28). Αλλά και ο Απόστολος Ιάκωβος μας επαναλαμβάνει με βεβαιότητα: «Μη πλανάσθε, αδελφοί μου αγαπητοί· πάσα δόσις αγαθή και παν δώρημα τέλειον άνωθεν εστί καταβαίνον από του πατρός των φώτων» (Ιακ. α΄ 16 – 17). Δηλαδή, μην πλανάσθε, αγαπητοί μου αδελφοί. Κάθε καλή προσφορά και κάθε τέλειο δώρο έρχεται από ψηλά, από το δημιουργό των ουράνιων σωμάτων.
Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι θα πρέπει να εκτιμήσουμε αυτή την προσφορά του Θεού. Και έμπρακτη εκτίμηση είναι η αναγνώριση στους συνανθρώπους μας του δικαιώματος της συμμετοχής και απόλαυσης των αγαθών σαν παγκόσμιας κληρονομιάς αγαθών και όχι ως προσωπικών αγαθών, κατά τον άφρονα του σημερινού Ευαγγελίου. Με τον τρόπο αυτό το ερώτημα «Τι ποιήσω;» δεν θα εκδηλώνεται σαν ερώτημα απόγνωσης και αδιεξόδου, αλλά θα γίνεται οδηγός στη λύση των προβλημάτων του ανθρώπου, με την πρόταξη των πνευματικών αναγκών του ανθρώπου, αφού «η ψυχή πλείον εστί της τροφής και το σώμα του ενδύματος» (Ματθ. στ΄ 25).
Αδελφοί μου, δύο χιλιετίες μετά, πόσο διαφέρουμε από τον άνθρωπος της σημερινής παραβολής; Μήπως και ο εαυτός μας συλλαμβάνεται να μονολογεί σε πρώτο πρόσωπο για τα γεννήματα και τα αγαθά και να προγραμματίζει για τις νέες του αποθήκες για να εξασφαλίσει τον εαυτό του «εις έτη πολλά»; Μέσα σε μια περίοδο οικονομικής κρίσης και στέρησης, πόσο ευτυχής μπορεί να είναι ένας άνθρωπος, όταν υπάρχει γύρω του τόση δυστυχία; Κανένας δεν μπορεί να αισθάνεται ευτυχισμένος, όταν βρίσκεται ανάμεσα σε πλήθος δυστυχισμένων! Εμείς μπορούμε; Η ερώτηση, όπως και η απάντηση, είναι καθαρά προσωπική. Ας μην αρκεστούμε μονολεκτικά σε ένα ναι ή ένα όχι. Ας πάρουμε και τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα για να μην ακούσουμε κι εμείς το «άφρων» που είπε σήμερα ο Κύριος στον πλούσιο της παραβολής. Αμήν.
 
Θεόδωρος Αντωνιάδης


ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΓ’ ΛΟΥΚΑ                                                                          
Απόστολος: Εφεσ. δ΄ 1 – 7  
Ευαγγέλιο: Λουκά ιη΄ 18 - 27  
29 Νοεμβρίου 2009                                                       
«Ενί δε εκάστω ημών εδόθη η χάρις
κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού»
 
Μ' αυτή τη φράση καταλήγει το σημερινό απόσπασμα από την επιστολή προς τους Εφεσίους ο Απόστολος Παύλος, από την φυλακή που βρίσκεται. Στον καθένα από εμάς, σημειώνει ο απόστολος, παραχωρήθηκαν χαρίσματα. Τα χαρίσματα αυτά δεν παραχωρήθηκαν τυχαία αλλά σύμφωνα με το δίκαιο και το σοφό μέτρο που χρησιμοποιεί ο Χριστός για τον καθένα από εμάς, συμπληρώνει ο Απόστολος. Σε όλους μας, αγαπητοί μου αδελφοί, κατά θεία συγκατάβαση, δόθηκαν χαρίσματα. Πολλές και ποικίλες ικανότητες και δυνατότητες, σωματικές και πνευματικές, δόθηκαν δωρεάν από τον Κύριο. Δόθηκαν δωρεάν αφού δεν έχουμε κάτι δικό μας να δώσουμε για αντάλλαγμα. Μάλλον όμως μάς παραχωρήθηκαν για χρήση όσο βρισκόμαστε, «πάροικοι και παρεπίδημοι», σ' αυτόν τον κόσμο. Χρήση σωστή και αξιοποίηση τους στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό προς δόξαν του δωρεοδότη Κυρίου μας. Αυτό είναι που ζητά από εμάς. Θα θυμηθούμε στο σημείο αυτό την παραβολή των ταλάντων. Θυμόμαστε την απαίτηση του κυρίου που παρεχώρησε την διαχείριση της περιουσίας του, όταν ήρθε η ώρα της λογοδοσίας. Και είδαμε και την ανταμοιβή αλλά και την τιμωρία. Αντί λοιπόν να κατατριβόμαστε και να διερωτώμαστε, γιατί άλλοι έχουν πιο πολλά χαρίσματα, έχουν υγεία, πνευματικά χαρίσματα, ομορφιά και άλλα πολλά. Ας δούμε πως χρησιμοποιούμε αυτά που διαθέτουμε. Αντί να συγκρίνουμε τί έχουμε και τί έχουν οι άλλοι. Αντί να ζηλεύουμε και να φθονούμε τους άλλους, χρησιμότερο και αποδοτικότερο είναι να αξιοποιήσουμε αυτά που έχουμε. Αν διαθέτουμε λίγα, να εξακριβώσουμε ευκολότερα τον καλύτερο τρόπο ανάπτυξής τους. Αν έχουμε πολλά, ας μη περιοριστούμε μόνο στο ότι τα έχουμε. Προφανώς έχουμε πιο πολλές ευθύνες. Κάποια στιγμή θα δώσουμε λόγο. Τα κατά το φαινόμενο λιγοστά για κάποιους μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι θησαυρός, υπερβολικά πολλά και μεγάλα. Και το αντίθετο μπορεί να συμβεί σε κάποιους που επαναπαύονται στα πολλά πνευματικά χαρίσματα ή τις εξαιρετικές σωματικές τους ικανότητες, αλλά παραλείπουν να τα χρησιμοποιήσουν ορθά και ικανοποιητικά. Έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε στον περιορισμένο χρόνο της ζωής μας. Ας μη σπαταλούμε τον πολύτιμο χρόνο μας σε παράπονα και μεμψιμοιρίες. Καθήκον μας να σκύψουμε μέσα μας, μέσα στην ψυχή μας και με ειλικρίνεια να μελετήσουμε όλες τις δυνατότητές μας. Να καταμετρήσουμε με αντικειμενικότητα τα δώρα του Κυρίου μας και να αποφασίσουμε και να σχεδιάσουμε τον καλύτερο τρόπο που θα εξυπηρετήσουν τα καλά και ευάρεστα έργα, τις σύμφωνα με τις εντολές του Θεού, πράξεις μας.
Γιατί, αγαπητοί μου αδελφοί, δεν φτάνει που είμαστε βαφτισμένοι χριστιανοί. Αυτό που μας παρακαλεί ο Απόστολος Παύλος είναι «αξίως περιπατήσαι της κλήσεως ης εκλήθητε». Επειδή έχουμε δεχθεί την κλήση του Κυρίου τονίζει ότι πρέπει να πολιτευόμαστε σύμφωνα με αυτή την κλήση. Να μη θεωρηθούμε ανάξιοι για την τιμητική κλήση του Θεού. Και όπως συμπληρώνει στην συνέχεια διευκρινίζοντας τι εννοεί, να ζούμε με ταπεινοφροσύνη, με πραότητα, μακροθυμία και να ανεχόμαστε τους άλλους με αγάπη, να ειρηνεύουμε και να είμαστε ενωμένοι με τους άλλους αδελφούς μας.
Αυτά και άλλα πολλά, που και σε άλλες περιπτώσεις τονίζει στις επιστολές του, είναι απαραίτητα. Συνεπώς δεν είναι μια γενικότητα και θεωρία, η πίστη μας και η θρησκεία μας. Το κάθε τι έχει τη σημασία του. Χαρακτηρίζει την ποιότητα της χριστιανικής μας ζωής, της καθημερινής μας πρακτικής. Η συνάντηση του Χριστού με τον πλούσιο άρχοντα της Εβραϊκής Συναγωγής και η συνομιλία μαζί του, που ακούσαμε σήμερα, έρχεται να το διευκρινίσει και να αποδώσει την σημασία στην λεπτομέρεια. «Έτι εν σοι λείπει». Ο άρχοντας ενδιαφερόταν να κατακτήσει την αιωνιότητα. Τηρούσε όλες τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου. Ήταν συνεπώς ένας ορθά θρησκευόμενος, ως Ισραηλίτης. Λογικά κανείς δεν θα μπορούσε να τον αποκλείσει από την προσδοκία της κατάκτησης της αιωνιότητας. Είχε πολλά αγαθά δωρήματα από τον Θεό. Ήταν ένας άρχοντας. Αλλά ήταν και πλούσιος και όχι μόνο. Ήταν προσκολλημένος στον πλούτο του. Δυστυχώς αποδείχτηκε ότι δεν μπορούσε να τον αποχωριστεί. Γι αυτό και απομακρύνεται περίλυπος όταν ο Χριστός τού ζητάει να απαλλαγεί από αυτή την εξάρτηση. Μια λεπτομέρεια μπορεί να μας στερήσει την αιωνιότητα. Χωρίς να μετατραπεί η προσοχή στη λεπτομέρεια σε σύνδρομο της ενοχής, θα πρέπει να αποκλείσουμε ή τουλάχιστον να περιορίσουμε την επιπόλαια αντιμετώπιση της καθημερινότητας. Και ας μη περιοριζόμαστε μόνο στον πλούτο και την εξάρτησή μας απ' αυτόν, που ασφαλώς χαρακτηρίζεται σοβαρότατο παράπτωμα. Αλλά κάλλιστα μπορεί να είμαστε προσκολλημένοι και σε πολλά άλλα, υλικά ή και μη υλικά, πράγματα ή και ανθρώπους, συνήθειες και ιδέες, που μας εμποδίζουν να δούμε με καθαρό μάτι το θέλημα του Θεού. Μας εμποδίζουν να ακολουθήσουμε τον Χριστό, γιατί είμαστε δεμένοι μ' αυτά. Δεν μπόρεσε ο άρχοντας, αγαπητοί μου, να κατανοήσει ότι και τα πιο πολύτιμα και προσφιλή αγαθά, πνευματικές και σωματικές ικανότητες, είναι όλα παραχωρήσεις του Θεού. Τελικά είναι όλα εργαλεία για την τελειοποίηση του εαυτού μας. Είναι όλα δώρα, για τα οποία το μόνο αντάλλαγμα που έχουμε τη δυνατότητα να αποδώσουμε, είναι η καλή χρήση τους και η λογοδοσία μας κατά την ώρα της κρίσης, ενώπιόν Του. Ας μη λησμονούμε λοιπόν ότι «Ενί εκάστω εδόθη η χάρις κατά το μέτρον της δωρεάς του Χριστού»Αμήν.
Δ.Γ.Σ.