English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

  

 

 

 

Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ, ΣΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Ομιλία στο Γυμνάσιο Αθηαίνου, Πέμπτη 29/01/2015.

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου.

         

          Κάθε χρόνο τέτοιες μέρες που τιμούμε τη μνήμη των τριών μεγάλων διδασκάλων και ιεραρχών της Εκκλησίας μας, του Βασιλείου του Μεγάλου, του Γρηγορίου του Θεολόγου και του Ιωάννου του Χρυσοστόμου, αναλογιζόμαστε πόσο δίκαιο είχε ο Μητροπολίτης Ευχαΐτων Ιωάννης ο Μαυρόπους που επέβαλε τον κοινό εορτασμό τους, στις 30 Ιανουαρίου, παρόλο που ο καθένας τιμάται και σε ξεχωριστή ημερομηνία. Μπορεί για πολλούς ο σκοπός του Μητροπολίτη  Ευχαΐτων, τον 11ο αιώνα, να ήταν η κατάπαυση της διαμάχης που ξέσπασε ανάμεσα στους πιστούς για το ποιος  από τους τρεις αυτούς Ιεράρχες ήταν σπουδαιότερος. Ο Ιωάννης ο Μαυρόπους, όμως, ο οποίος είχε μελετήσει και το θεολογικό αλλά και το κοινωνικό τους έργο είχε και άλλο σκοπό. Ήθελε να προβάλει την ταυτότητα του θεολογικού λόγου τους. Να τονίσει ότι με διαφορετικά λόγια εκφέρουν την ίδια αλήθεια. Πεποίθησή του ήταν ότι πράγματι «ουκ έστι δευτερείον εν τοις τρισί». Δεν μπορείς να κατατάξεις κανέναν από τους τρεις ως δεύτερον. Έχουν και οι τρεις τα πρωτεία. Είδε ο καθένας τους και εξέφρασε, τη συνολική ευαγγελική αλήθεια από διαφορετική σκοπιά. Κι όπως σ’έναν οικοδόμημα υπάρχει η κάτοψη, η πρόσοψη και η πλάγια όψη, χωρίς καμιά απ’αυτές να αναιρεί ή να αφαιρεί κάτι από το σχέδιο της οικοδομής, έτσι και η θεολογική αλήθεια που ερμήνευσαν και εφάρμοσαν ξεχωριστά οι τρεις ιεράρχες. Παραμένει ή ίδια, πλήρης και ολοκληρωμένη όπως δίδεται από τον καθένα.

          Αναγνωρίζουμε, αυτές τις μέρες, και την ορθότητα της απόφασης των προγόνων μας, λίγα χρόνια μετά την ελληνική ανεξαρτησία, το 1843, να θεσπίσουν και να καθιερώσουν την 30ή Ιανουαρίου ως ημέρα των Ελληνικών Γραμμάτων και να αναγνωρίσουν τους τρεις ιεράρχες ως προστάτες της Ελληνικής Παιδείας.

          Μελετώντας το έργο τους συνειδητοποιούμε πόσο πλατιά αλλά και πόσο βαθιά είναι η σκέψη τους. Κάτοχοι της μέχρι τότε γνώσης σε όλους τους τομείς, ασχολήθηκαν με κάθε πτυχή της ζωής και έδωσαν απαντήσεις σε όλα τα ανθρώπινα προβλήματα.

          Με κάποιες προϋποθέσεις, λόγω της μεγάλης χρονικής απόστασης που μας χωρίζει από την εποχή τους, προστρέχουμε και τώρα στη σκέψη τους και στις λύσεις που έδωσαν σε διάφορα προβλήματα για αντιμετώπιση παρόμοιων καταστάσεων.

          Παρόλο που τα τελευταία χρόνια επιχειρήθηκαν πολλές και εκθεμελιωτικές αλλαγές στην Παιδεία μας, αλλαγές που στόχευαν στον ελληνικό και χριστιανικό χαρακτήρα της, εν τούτοις μέχρι σήμερα δεν επιχειρήθηκε η αποκαθήλωση των Τριών Ιεραρχών από το βάθρο τους ως προστατών της Παιδείας μας.

          Θεωρούνται από όλους, και δικαίως, ως προστάτες της Ελληνικής μας Παιδείας, όχι απλώς της Εκπαίδευσης. Ο όρος «εκπαίδευση» αναφέρεται μόνο σ’ένα μέρος της παιδείας, σ’εκείνο που προσφέρεται, για έναν περιορισμένο διάστημα χρόνου, στο σχολείο ή στο εργαστήριο. Βασική επιδίωξη της εκπαίδευσης είναι να προσφέρει συγκεκριμένες γνώσεις και δεξιότητες για την επαγγελματική και την κοινωνική, γενικότερα, αποκατάσταση των νέων μελών μιας κοινωνίας.

          Ο όρος «παιδεία», όμως, αναφέρεται σε μιαν πολύ πιο πλατιά έννοια, που περιλαμβάνει τόσο τον πολιτισμό μιας κοινωνίας, όσο και όλες τις ανθρώπινες σχέσεις, που επηρεάζουν έναν άτομο από τη γέννηση μέχρι τον θάνατό του. Όλα τα μέλη μιας κοινωνίας είναι φορείς της παιδείας. Την ασκούν με τον τρόπο που ζουν και συμπεριφέρονται. Γι’αυτό και μιλούμε για παιδεία έστω κι αν δεν υπάρχουν σχολεία.

          Όταν, λοιπόν, μου προτάθηκε από το Σχολείο να σας μιλήσω στη σημερινή εκδήλωση, διερωτήθηκα, κάτω από τον ευρύ αυτό ορισμό της Παιδείας, ποιο από τα πολλά θέματα της κοινωνίας μας που επηρεάζουν την παιδεία και την αγωγή των μελών της σήμερα, θα έπρεπε να επιλέξω και να διερευνήσω σε τι μπορούσε να συμβάλει σ’αυτό η μνήμη των Τριών Ιεραρχών. Επέλεξα το θέμα της Επιστήμης, της προόδου και της Τεχνολογίας, που παρά την οικονομική κρίση που περνούμε, κυριαρχεί στην κοινωνία μας. Όσο κι αν δυσκολευόμαστε οικονομικά σήμερα, δεν παύουμε να επιδιώκουμε αντικατάσταση των παλαιότερων συσκευών μας (όπως ψυγεία, πλυντήρια, τηλεοράσεις, κινητά τηλέφωνα) με νεότερα μοντέλα. Δεν αρκούμαστε σε παλαιότερες μεθόδους ιατρικής. Αναζητούμε εξελιγμένα κέντρα θεραπείας, θέλουμε να κάνουμε μεταμοσχεύσεις για καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής μας κλπ.

          Ποιαν άραγε στάση κράτησαν οι Τρεις Ιεράρχες, οι προστάτες των Γραμμάτων και της παιδείας μας, στο θέμα της επιστήμης, της προόδου και της τεχνολογικής ανάπτυξης και τι συμπεράσματα μπορούμε ν’ αντλήσουμε από τη στάση τους αυτή;

          Από την αρχή, βέβαια, πρέπει να πούμε πως η επιστήμη κι τεχνολογία της εποχής τους είχε πολλές διαφορές από την αντίστοιχη επιστήμη και τεχνολογία της δικής μας εποχής. Είναι αξιοσημείωτο, όμως, πως κι οι τρεις τους δεν κρατούσαν στάση άμυνας απέναντι στα επιστημονικά επιτεύγματα της εποχής τους, αλλά τα αποδέχονταν και τα εφάρμοζαν.

Θα περιοριστώ στη συνέχεια στις απόψεις του Μ. Βασιλείου, όπως τις εκθέτει στο περίφημο έργο του «Ομιλίαι εις την εξαήμερον». Και των άλλων δύο οι απόψεις είναι παραπλήσιες, μόνο που γι’ αυτούς δεν αναφέρομαι σε συγκεκριμένα κείμενά τους.

          Φαίνεται πως ο Μ. Βασίλειος είχε ιδιαίτερη κλίση προς τις πειραματικές επιστήμες, παρόλο που σπούδασε όλο το φάσμα των γνώσεων της εποχής του.

          Στο απολυτίκιό του αναφέρεται ότι «την φύσιν των όντων ετράνωσε». Προσπάθησε να διεισδύσει, να εξετάσει και να ξεκαθαρίσει τη φύση των όντων, τόσο των εμβίων όσο και των αβίων. Παρόλο που στα έμβια όντα οι μεταβολές ήταν και τότε,  είναι και σήμερα, πολύ πιο γρήγορες και πιο εμφανείς, εν τούτοις παρατήρησε μεταβολές και στα άβια. Γι’ αυτό και κατέληξε ότι μόνον ο Θεός, που είναι υπεράνω της ύλης, είναι αμετάβλητος. «Μόνον εύρεν ακίνητον τον υπερουσίως όντα δημιουργόν του παντός», λέγει ο συγγραφέας της ακολουθίας του. Αυτή η ενασχόλησή του με τη φύση, τα φυσικά και τα χημικά φαινόμενα, τού ενισχύουν την πίστη προς τον Θεό. Πάλιν στην ακολουθία του, που ψάλλεται την πρωτοχρονιά, δηλώνεται ότι «την εν τοις ούσιν ευταξίαν, εποιήσατο επιγνώσεως θειοτέρας υπόθεσιν». Την ευταξία δηλ. που παρατηρούσε στα όντα και στον κόσμο, τους φυσικούς νόμους, με άλλα λόγια, που διέπουν τη λειτουργία του κόσμου, τη χρησιμοποιούσε για να φτάνει σε καλύτερη επίγνωση του Θεού.

          Ο Μ. Βασίλειος δεν αρνείται σε κανέναν το δικαίωμα να είναι άπιστος. Αρνείται όμως στους άπιστους ερευνητές το δικαίωμα να προβάλλουν την απιστία τους σαν επιστημονικό πόρισμα Στο εργαστήριο μπορούμε να μελετήσουμε έναν φυσικό νόμο, να αναλύσουμε ή να περιγράψουμε κάποιο αντικείμενο. Εδώ σταματά η Επιστήμη. Δεν μπορεί η Επιστήμη ούτε να αποδείξει ούτε να αρνηθεί ποιος έθεσε σε ισχύ τους φυσικούς νόμους ή ποιος εδημιούργησε το συγκεκριμένο αντικείμενο. Το να πιστεύεις ή όχι στον Θεό οφείλεται σε κάποιες εσωτερικές τοποθετήσεις σου, δεν είναι συνέπεια της Επιστήμης. Έτσι σ’ αυτούς που από επιστημονική, ή φιλοσοφική, φαντασία, περιέγραψαν το σκοτάδι σαν δύναμη κακή, ή μάλλον αυτό το ίδιο το κακό, που δημιουργήθηκε από μόνο του, αντίθετο κι εχθρικό προς την αγαθότητα του Θεού, προτάσσει τη δική του απλή, αλλά σωστή, απάντηση: Το σκοτάδι δεν είναι κακό ούτε κι οφείλεται στο κακό. Είναι απλώς στέρηση του φωτός από κάποιο χώρο, παρεμπόδιση της πρόσπτωσης των ακτίνων του ήλιου σε κάποιο χώρο (Εξαήμερος Β΄ 16-24), όπως και εσείς, οι μαθητές του Γυμνασίου, μπορείτε εύκολα να το αποδείξετε στο εργαστήριο με το πείραμα.  

          Δείχνοντας, ο Βασίλειος, πως ο Χριστιανισμός δεν φοβάται τις φυσικές επιστήμες, αλλ’ ούτε και τις αγνοεί, εκθέτει τις γνωστές απόψεις του Δημοκρίτου και του Λευκίππου για τη σύσταση της ύλης από άτομα, που με την ένωση, ή τον αποχωρισμό τους, δημιουργούν, ή αποσυνθέτουν τον υλικό κόσμο. Ξέρει πως, σύμφωνα με τις απόψεις των πιο πάνω, μόνιμη ένωση των ατόμων οδηγεί σε σταθερά σώματα, τις χημικές ενώσεις, ενώ απομάκρυνσή τους οδηγεί στην αποσύνθεση που ονομάζει και φθορά. Απορρίπτει όμως και μέμφεται όσους δέχονται την αυθυπαρξία των ατόμων και την από τυχαία συνένωσή τους, δημιουργία του κόσμου, γιατί στηρίζονται σε υποθέσεις και όχι σε αποδεδειγμένες αρχές. Δεν αναφέρονται στην Επιστήμη και στους κανόνες που την διέπουν, αλλά εκφράζονται δογματικά σε φιλοσοφικό επίπεδο. Η σχέση της ύλης προς τη ζωή αφορά την επιστημονική έρευνα και όχι τη θρησκεία. Πίσω όμως από την ύλη ο Βασίλειος διαβλέπει τον δημιουργό – Θεό (Εξαήμερος Α΄, 7-9).

          Μπροστά στην επιστημονική έρευνα, ο Βασίλειος είναι απροκατάληπτος. Η διάθεσή του είναι να επαινέσει κάθε τι το καλό που θα μπορούσε να προκύψει από αυτή, αλλά και να ασκήσει κριτική σε μιαν ανακρίβεια ή σε  τυχόν παρουσιαζόμενο κακό. Δεν διστάζει να ασκεί έλεγχο σε γνώμες σπουδαίων ανδρών, όπως π.χ. του Αριστοτέλη, όταν φαίνονται να είναι επιστημονικά  λανθασμένες. Ο Αριστοτέλης απέδιδε τη θερμότητα του ήλιου στη γρήγορη περιστροφή του, κι όχι στις αντιδράσεις που συμβαίνουν στη μάζα του. Ο Βασίλειος απορρίπτει την εξήγηση αυτή, χωρίς βέβαια να’ναι γνώστης των αντιδράσεων στον ήλιο. Λέγοντας πως σε τίποτα δεν τον δυσκολεύει το να δεχθεί τη μιαν ή την άλλη εξήγηση, δηλώνει πως είναι λογικό να δεχτούμε κι άλλα ενδεχόμενα. Μπορεί ο ήλιος, λέει, να’ναι «εκ φύσεως» θερμός (Εξαήμερος Γ΄, 35). Εξάλλου δέχεται ότι ο ήλιος έχει το φως «εγκεκραμένον εαυτώ», ανάμικτο δηλ. με τη μάζα του, πράγμα που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα όπως τη δεχόμαστε σήμερα. (Εξαήμερος Στ΄, 17). Απορρίπτει ακόμη προηγούμενες αντιλήψεις ως προς τη φύση της κατασκευής του ουρανού, που τον ήθελαν  στερεό. Δέχεται τη φύση του ουρανού λεπτή και αέρινη, πράγμα σύμφωνο με τις σημερινές αντιλήψεις (Εξαήμερος Α΄, 31).

          Για τη σταθερότητα της γης δεν αναζητεί αφελείς λύσεις όπως έκαναν, και τότε, κάποιοι ευσεβιστές. Δεν εξηγεί κατά γράμμα το ψαλμικό «Εγώ εστερέωσα τους στύλους αυτής» (Ψαλμ. 74,4), όπως έκαμαν άλλοι πολλοί. Στύλοι λέει, είναι η δύναμη που την συγκρατεί. Και το ότι μένει μετέωρη στο χάος μόνη, οφείλεται στη δύναμη του Θεού, του δημιουργού της, αφού «εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης» (Ψαλμ. 94,4) (Εξαήμερος Α΄, 35-36).

Με μόνη διαφορά το ότι δέχεται τη γνώμη της εποχής του ότι η γη ήταν ακίνητη ενώ ο ήλιος εκινείτο, μελετά την περιοδικότητα των εποχών, την αυξομείωση των ωρών της ημέρας και της νύκτας καθώς και την αυξομείωση των σκιών κτιρίων και δένδρων, ανάλογα με την εποχή και τη θέση του ήλιου (Στ΄ 42-43)

           Ξέρει τις εκλείψεις ήλιου και σελήνης και τις ερμηνεύει σωστά, ανάλογα με τη σχετική θέση ήλιου – σελήνης – γης, έστω κι αν, όπως αναφέραμε, θεωρούσε τη γη ακίνητη.

Είναι επίσης γνώστης των ποικίλων θεωριών περί του σχήματος της γης, δεν αποδίδει όμως ιδιαίτερη σημασία σ’ αυτή τη λεπτομέρεια. «Οι περί κόσμου γράψαντες», λέγει, «πολλά περί σχημάτων γης διελέχθησαν, είτε σφαίρα εστίν, είτε κύλινδρος, είτε και δίσκος εστίν εμφερής η γη και εξίσου πάντοθεν αποτετόρνευται, ή λικνοειδής εστί και μεσόκοιλος…». (Θ΄ 3).

          Παρά τις επιφυλάξεις του ως προς την ύπαρξη μερικών λανθασμένων πορισμάτων της επιστήμης, ο Βασίλειος δεν υπαγορεύει στην επιστημονική έρευνα επιστημονικά πορίσματα, γιατί δεν διαθέτει τέτοια, ούτε κι αμφισβητεί τα πραγματικά πορίσματα των θετικών επιστημών. Απεναντίας, όταν τα χρειάζεται τα χρησιμοποιεί όπως έχουν, για να μεταφέρει το μήνυμα του Θεού στους ανθρώπους στη γλώσσα που μιλούν και κατανοούν. Έτσι, αναπτύσσοντας το αγιογραφικό χωρίο «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην» και θέλοντας να μεταδώσει τη βασική χριστιανική αντίληψη ότι ο κόσμος δεν είναι άναρχος αλλ’ έχει την αρχή του στον Θεό, κάνει χρήση μιας, όχι και τόσο αυτονόητης για την εποχή του, επιστημονικής παραδοχής. Λέει πως τα ουράνια σώματα κινούνται συνεχώς, εκτελούν δε κυκλική τροχιά. «Κυκλόσε περιτρέχει τα κατ’ ουρανόν κινούμενα» λέει επί λέξει. Τίποτα δεν τον εμποδίζει να δεχτεί ένα επιστημονικό πόρισμα. Η κυκλική κίνησή τους όμως, δεν τον παρασύρει, όπως κάποιους, στο να τα θεωρήσει άναρχα. Κάποιοι ισχυρίζονταν τότε ότι η σφαίρα και ο κύκλος, λόγω του ότι δεν διαθέτουν κάποια γωνία από την οποία να φαίνεται ότι άρχισε η κατασκευή τους, είναι άναρχα. Και στο επίπεδο σχήμα του κύκλου, λέει, δεν διακρίνεται αρχή και τέλος, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει πως είναι άναρχο και αδημιούργητο. Από κάποιο σημείο ξεκίνησε αυτός που τον χάραξε με τον διαβήτη. Το ίδιο κι ο Θεός∙ έδωσε αρχή και στα σώματα και στις κινήσεις τους, και κάποτε θα τους δώσει και το τέλος (Εξαήμερος Α΄, 11).

          Έχει ξεκάθαρες αντιλήψεις και για τον χρόνο, την άλλη αυτή διάσταση του παρόντος κόσμου και της καθημερινότητας.

          Αναφέρεται στη διάκριση του χρόνου σε παρελθόν, παρόν και μέλλον, λέγει, όμως, πως αν θελήσουμε να προσδιορίσουμε το παρόν θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως αυτό δεν αποτελεί τίποτε περισσότερο από μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο παρελθόν και στο μέλλον. Το παρόν δηλ. δεν είναι στην πραγματικότητα χρόνος αλλά η απειροστή, ή άτμητη εκείνη στιγμή με την οποία διαχωρίζεται το παρελθόν από το μέλλον. Μόλις ζήσεις τη στιγμή αυτή γίνεται παρελθόν. Πριν την ζήσεις είναι προσδοκώμενο μέλλον.

Το ίδιο ως γνωστό υποστήριζε κι ο Αριστοτέλης που λέγει ότι «του χρόνου τα μεν γέγονε, τα δε μέλλει...το δεν νυν ου μέρος..»

          Εκείνο, όμως, που συνδέει τον Μ.Βασίλειο προς τις επιστημονικές θεωρίες είναι η άποψη του ότι ο χρόνος συνδέεται οργανικά με τον χώρο και δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς αυτόν. Η δημιουργία τους υπήρξε ταυτόχρονη και ακαριαία. Τόσο δηλ. ο χρόνος όσο και ο χώρος δημιουργήθηκαν αχρόνως με τη θέληση του Θεού. Έτσι αναπτύσσει ο Μ.Βασίλειος το  «εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον ουρανόν και την γην». Κι ακόμα προσθέτει ότι: Όπως η αρχή του δρόμου δεν είναι ακόμα δρόμος και η αρχή του σπιτιού δεν είναι δεν είναι σπίτι, έτσι και η αρχή του χρόνου δεν είναι χρόνος, ούτε μέρος του χρόνου. Γι’αυτό και λέγει ότι αχρόνως  δημιουργήθηκε ο χρόνος, με τη θέληση του Θεού. 

          Μα και η επικρατούσα σήμερα επιστημονική θεωρία του big bang, η θεωρία της μεγάλης έκρηξης, λέει πως με την αρχέγονη αυτή έκρηξη δημιουργήθηκαν ακαριαία ο χώρος, η ύλη και ο χρόνος.

          Μια κοινή επιστημονική διαπίστωση που έχει παγκόσμια και παντοτινή, στα πλαίσια του κόσμου τούτου, ισχύ είναι πως ο χρόνος συνοδεύει, από τότε που δημιουργήθηκε, διαρκώς τα πράγματα του κόσμου τούτου, χωρίς ποτέ να διακόπτεται. Κι ο Μ.Βασίλειος σημειώνει ως παρατήρησή του, στην Εξαήμερον ότι  «συμφυής τω κόσμω και τοις εν αυτώ ζώοις τε και φυτοίς, η του χρόνου διέξοδος ». Είναι συνδεδεμένη, δηλαδή, με τον κόσμο και τα ζώα και τα φυτά που βρίσκονται σ’αυτόν, η ροή του χρόνου. Αν δεν υπήρχε ο χρόνος θα ήσαν όλα μια πλάκα. Δεν θα αλλοιωνόμασταν, δεν θα γερνούσαμε, δεν θα διαδέχονταν το ένα γεγονός το άλλο.

          Πέραν από τη θεωρητική αυτή τοποθέτηση απέναντι στις επιστημονικές γνώσεις του καιρού του, ο Μ. Βασίλειος αποδέχεται και τη χρήση των επιστημονικών επιτεύξεων στη καθημερινή ζωή. Η πίστη του στην Πρόνοια του Θεού, δεν τον εμποδίζει να αναγνωρίσει στον άνθρωπο τη δυνατότητα να αναλάβει με τη λογική του, τη διακυβέρνηση της ζωής του και του κόσμου. Σ’ αντίθεση με τους δεισιδαίμονες, υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι πρέπει να επιδίδονται δημιουργικά στη διακυβέρνηση της πραγματικότητας, προσπαθώντας να τη βελτιώσουν, έχοντας την πεποίθηση πως η πράξη τους αυτή, όχι μόνο δεν αποτελεί ύβρη προς τον Θεό, αλλ’ ακριβώς εκπλήρωση του προορισμού τους. Όταν ο Θεός εδημιούργησε τον κόσμο, στα ζώα έδωσε για τροφή «πάντα χόρτον χλωρόν», κάθε τι που βλαστούσε από μόνο του. Στον άνθρωπο, όμως, έδωσε για τροφή «παν ξύλον σπόριμον», κάθε τι που καλλιεργείται. Δεν ήταν αυτό μια ώθηση για να αναπτύξει ο άνθρωπος  Επιστήμες, να βελτιώσει τις ποικιλίες, να βρει ζιζανιοκτόνα, να αυξήσει την παραγωγή;

          Αποδέχεται τη χρήση των φαρμάκων στην ιατρική και γνωρίζει τη φυτική προέλευση πολλών απ’ αυτά, καθώς και την ειδική χρήση τους. Λέγοντας πως τίποτα δεν δημιούργησε χωρίς λόγο ο Θεός, ο Μ.Βασίλειος αναφέρει τη χρησιμοποίηση του μανδραγόρα, ενός υπνοφόρου φυτού για την επίτευξη της αναισθησίας, του οπίου για την ανακούφιση από τους φοβερούς πόνους των σωμάτων, και του ελλέβορου για την καταπολέμηση πολλών χρόνιων παθήσεων (Εξαήμερος Ε΄, 22). Γνώριζε τις θεραπευτικές ιδιότητες της ρητίνης του πεύκου, της ρίγανης, του μάραθου (Θ΄ 11) και είχε παρατηρήσει πως και τα ζώα, από ένστικτο, τα χρησιμοποιούσαν. Γνώριζε ακόμα την ύπαρξη των θερμών και μεταλλικών νερών. Βαθύς αναζητητής των αιτίων των διαφόρων γεγονότων βρίσκει πως η ψηλή θερμοκρασία των νερών αυτών οφείλεται στο ότι κατά τη διέλευσή τους μέσα από τα στρώματα της γης, διέλυσαν και συμπαρέσυραν ποσότητες ενώσεων των μετάλλων, μιλά δηλαδή για εξώθερμες διαλύσεις, κατά τη σημερινή ορολογία. (Εξαήμερος Δ΄, 33). Περιγράφει επίσης το φιλτράρισμα του νερού, όπως γίνεται με το πέρασμα του μέσα από τη γη, μέθοδο στην οποία και σήμερα στηρίζεται η διήθηση του νερού στα υδραγωγεία των σύγχρονων πόλεων (Εξαήμερος Δ΄, 32).

          Εξηγώντας γιατί σε μερικές θάλασσες το νερό είναι πιο αλμυρό απ’ ότι σε άλλες, ασχολείται με το φυσικό φαινόμενο της εξάτμισης  (Εξαήμερος Γ΄, 37 και Δ΄, 34). Ενδιατρίβει και στο συγγενικό φαινόμενο της απόσταξης, περιγράφοντας πώς οι ναυτικοί παίρνουν νερό για τις ανάγκες τους, ψύχοντας τους ατμούς του θαλάσσιου νερού (Εξαήμερος Δ΄, 35). Τον απασχολεί ακόμα το φαινόμενο της ανάκλασης του φωτός από την επιφάνεια του νερού (Εξαήμερος Β΄, 33)  κι εξετάζει τα φυσικά φαινόμενα της βροχής και των χιονιών καθώς και τα αίτια που τα προκαλούν (Εξαήμερος Γ΄, 40).

          Έμπρακτα, λοιπόν, ο Μ.Βασίλειος διακηρύσσει ότι η επιστημονική δραστηριότητα, τόσο στο επίπεδο της θεωρητικής γνώσης όσο και στο πρακτικό επίπεδο της τεχνικής, δεν έρχεται σε αντίθεση με τη Χριστιανική πίστη. Η πρώτη μπορεί κάλλιστα νά’ναι τρόπος ύπαρξης της δεύτερης. Ο Μ. Βασίλειος είναι της γνώμης πως η ανθρώπινη δημιουργία και εφευρετικότητα αποτελούν εκπλήρωση του ανθρώπινου προορισμού και είναι στην ουσία τους δοξολογία του Θεού.     . 

          Έτσι, δεν θεωρεί επέμβαση στο δημιουργικό έργο του Θεού τη διασταύρωση ορισμένων ειδών καρποφόρων δένδρων που έχει ως σκοπό τη βελτίωση των ποικιλιών (Εξαήμερος Ε΄, 41), ούτε νιώθει οποιαδήποτε αναστολή στην περιγραφή του πολλαπλασιασμού ορισμένων φυτών με μοσχεύματα και παραφυάδες (Εξαήμερος Ε΄, 31), ή την παραλαβή χρήσιμων προϊόντων, όπως είναι το ήλεκτρον, από  τους χυμούς ορισμένων δένδρων (Εξαήμερος Ε΄, 47-48).

Αποδεικνύεται επίσης βαθύτατος γνώστης στοιχείων φυτολογίας. Οι σπόροι βλαστάνουν μεν, υπακούοντας στο αρχικό πρόσταγμα του Θεού, η βλάστηση όμως αυτή ακολουθεί ορισμένα στάδια, έχει ορισμένες προϋποθέσεις. Διογκώνονται οι σπόροι με το νερό, με μια συγκεκριμένη διαδικασία που περιγράφεται και αναφέρεται στο φαινόμενο της ώσμωσης, ενεργοποιείται το φύτρον και με τη δύναμη της θερμότητας ωθείται ο βλαστός προς τα άνω (Εξαήμερος Ε΄, 15). Γι’ αυτό και πρέπει ο άνθρωπος να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες αυτές συνθήκες, πράγμα που τον κάνει συνεργό του Θεού.  

          Ο Μ. Βασίλειος αξιολογεί όλα τα εγκόσμια, δηλ. γνώσεις, επιστήμη, τεχνολογία, με βάση την αιωνιότητα. Μέχρι το τέλος της ζωής του, κι όταν ακόμα έγινε επίσκοπος, κι όταν υφίστατο διωγμούς, δεν έπαυσε να στέλλει, από την Καισάρεια, Χριστιανούς νέους, που διψούσαν για μόρφωση, στην εθνική σχολή του Λιβάνιου όπου θα καταρτίζονταν για να εξορμήσουν προς τον κόσμο. Φρόντιζε όμως την ίδια ώρα να τους προειδοποιεί «Ημείς, (οι Χριστιανοί), επί μακρότερον πρόϊμεν ταις ελπίσι και προς ετέρου βίου παρασκευήν άπαντα πράττομεν». Θα πάρουν από τον υλικό κόσμο ό,τι είναι χρήσιμο για τη ζωή τους, αλλά άλλος είναι ο προσανατολισμός, άλλα τα κριτήρια της δικής μας ζωής.

           Γνωρίζει, λοιπόν, τις επιστημονικές ανακαλύψεις τού καιρού του ο Μ. Βασίλειος και τις αποδέχεται, χωρίς να φοβάται ότι αυτές είναι δυνατόν να συγκρουσθούν προς τις αρχές του Χριστιανισμού, της θρησκείας του. Κι ακόμα ερευνά και ο ίδιος, χρησιμοποιώντας την παρατήρηση και το πείραμα, τη μεθοδολογία της Επιστήμης, προσπαθώντας να διεισδύσει στα μυστικά της φύσεως. Κι επί πλέον παρουσιάζεται έτοιμος να χρησιμοποιήσει όλες τις ανακαλύψεις της Επιστήμης που διευκολύνουν τη ζωή των ανθρώπων.

        Τι μηνύματα στέλλει η στάση του αυτή στους ανθρώπους της σημερινής εποχής, και ειδικότερα στους ανθρώπους που εμπλέκονται είτε άμεσα, ως δάσκαλοι και μαθητές, είτε έμμεσα, ως Εκκλησία και γονείς, στην παιδεία του τόπου; Δύο είναι κατά τη γνώμη μου τα κύρια μηνύματα:

Πρώτον: Η ανάγκη της ορθής τοποθέτησης απέναντι στην επιστημονική έρευνα και τα επιστημονικά και τεχνολογικά επιτεύγματα. Αν μερικοί θρησκευόμενοι έχουν κάποιες επιφυλάξεις στην αποδοχή της Επιστήμης, λόγω κάποιων υπερβολών της στις μέρες μας, θα πρέπει να θυμούνται – κι ο Μ. Βασίλειος συμφωνεί απόλυτα – ότι είναι η κατάχρηση κι όχι η λελογισμένη χρήση της Επιστήμης που επιφέρει τα κακά, όπως και κάθε κατάχρηση. Η Επιστήμη σήμερα κρίνεται ως μια από τις μεγαλύτερες ευλογίες του Θεού. Γιατί αυτή κατόρθωσε, πράγματι, και τη ζωή του ανθρώπου να κάμει ανετότερη, και πολλές ασθένειες να θεραπεύσει, και τον πόνο να αμβλύνει, και τη ζωή να επιμηκύνει, και τη σελήνη και τα άστρα ακόμη να φέρει στα χέρια μας. Πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας μια έρευνα, που αποδείκνυε ότι οι ευκολίες που απολαμβάνει μια μέση βρεττανική οικογένεια από τη χρήση της Τεχνολογίας (νερό στο σπίτι, ηλεκτρισμός, ψυγείο, γκαζιέρα, πλυντήριο, κλπ) ισοδυναμούν με τις υπηρεσίες 30 δούλων της αρχαιότητας. Είναι ευεργετική, επομένως η Επιστήμη για τον άνθρωπο. Φτάνει να συμπορεύεται με την αρετή γιατί διαφορετικά γίνεται πανουργία, όπως προειδοποίησαν και οι αρχαίοι πρόγονοί μας.

          Αν πάλι κάποιοι άλλοι, από πλευράς επιστήμης – κι υπάρχουν μερικοί – παρουσιάζονται ως άθεοι, θα πρέπει κι αυτοί να θυμούνται – ο Μ. Βασίλειος είναι κατηγορηματικός σ’ αυτό – πως η αθεΐα τους δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην Επιστήμη, αλλ’ είναι απλώς μια υπαρξιακή τοποθέτησή τους.

          Οι άνθρωποι των γραμμάτων παίρνουν λοιπόν το μήνυμα από τον Μ. Βασίλειο ότι Επιστήμη και Τεχνολογία είναι όργανα δοσμένα από τον Θεό που, αν χρησιμοποιηθούν ορθά, επεκτείνουν τις δυνατότητες μας για το καλό.

          Το δεύτερο μήνυμα είναι πως οι άνθρωποι των γραμμάτων θα πρέπει να κατανοήσουν την αναγκαιότητα αλλά και να συμβάλουν στη μεταφορά της αποκάλυψης του Θεού από παλαιότερους φορείς που παύουν, με το πέρασμα του καιρού να ισχύουν, σε νέους που ισχύουν στη νέα εποχή. Οι ίδιες θεμελιώδεις αρχές να εκφραστούν με νέους τρόπους. Είναι γνωστό πως το Ευαγγέλιο εκφράστηκε σε γεωργικούς και ποιμενικούς όρους, γιατί τέτοιο ήταν το περιβάλλον όταν γράφτηκε. Μιλά για αγρούς, για σπορά, για ζιζάνια, για ποίμνια και βοσκή. Σήμερα όμως η κοινωνία έχει άλλο περιβάλλον, επιστημονικό και τεχνολογικό. Ο σημερινός αγρός και η σημερινή μάνδρα της Εκκλησίας είναι το εργαστήριο και το εργοστάσιο. Ο γεωργός και ο βοσκός μπορεί κάλλιστα να είναι ο επιστήμονας και ο εργοστασιάρχης. Τα ζιζάνια μπορεί να είναι μια εκτροπή, μια ανεπιθύμητη αντίδραση σ’έναν πυρηνικό αντιδραστήρα. Η αποδοχή της Επιστήμης και της Τεχνολογίας της εποχής του από τον Μ. Βασίλειο, μας λέει πως δεν θα πρέπει να διστάσουμε να εκφράσουμε τις αιώνιες και μόνιμες αλήθειες του Ευαγγελίου με τη νέα ορολογία της εποχής. Είναι τούτο, η χρήση, δηλαδή, κατάλληλων προσλαμβανουσών παραστάσεων, βασική παιδαγωγική αρχή που μας προβάλλει η Γιορτή των Γραμμάτων.

          Διαχρονικός, λοιπόν, ο Μ. Βασίλειος όπως κι οι άλλοι δυο Ιεράρχες, τηρουμένων, πάντοτε, των αναλογιών. Το ίδιο και τα μηνύματά τους. Χρέος μας, τιμώντας τη μνήμη τους, είναι να τους ακούσουμε κι όσο μπορούμε να τους μιμηθούμε. Θά’ναι η μεγαλύτερη υπηρεσία που θα προσφέρουμε στην πατρίδα και στα παιδιά μας.