English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

   

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΕ ΚΙΝΔΥΝΟ

Παρουσίαση του βιβλίου του κ.Περικλή Νεάρχου.

Πάφος 25/02/2015.

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου.

 

          Πολλά είναι τα βιβλία τα οποία μελέτησα μέχρι σήμερα. Πολύ περισσότερα εκείνα τα οποία απλώς διάβασα. Το καθένα απ’αυτά είχε την ιδιαιτερότητά του, ανάλογα με το θέμα που εξετάζει αλλά και τις ικανότητες, το βάθος, το ταλέντο του συγγραφέα. Κι είναι πραγματική απόλαυση να ακολουθείς τον συγγραφέα στους δρόμους που επιλέγει για να σε μυήσει στο αντικείμενό του ή να παραθέσει τις απόψεις του. Μπορεί να συμφωνείς ή να διαφωνείς˙ δεν έχει αυτό ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει το ξεδίπλωμα της σκέψης του συγγραφέα, η παρακολούθηση της δόμησης μιας λογικής θεώρησης κάποιας πτυχής της πραγματικότητας.

          Το βιβλίο του κ.Περικλή Νεάρχου, για την παρουσίαση του οποίου μαζευτήκαμε απόψε, ήταν το μοναδικό, χωρίς υπερβολή, που προκάλεσε, από την πρώτη σελίδα του, έναν ιδιαίτερο συναγερμό σ’όλες τις αισθήσεις μου. Στα γενικά ήταν σαν να παρακολουθούσα τη λογική μου να εκτυλίσσεται σε κάθε βήμα με τα γραφόμενα του συγγραφέα. Ήταν σαν να παραλάμβανε τη σκέψη μου, και με τη δική του δεξιοτεχνία να την ανέπτυσσε στο χαρτί. Και στα ειδικά, εκεί που οι δυνατότητές μου δεν επέτρεπαν να διεισδύσω περαιτέρω, ένιωθα αβίαστα τη σκέψη τού συγγραφέα να αναπτύσσεται και, με τρόπο που δεν χωρούσε καμιά αμφισβήτηση, να με αιχμαλωτίζει.

          Ομολογώ πως δεν ήταν μόνο ο συγγραφέας και οι αναντίλεκτα αδιαμφισβήτητες ικανότητές του που με καθήλωσαν καθ’όλη τη διάρκεια της μελέτης του βιβλίου. Ο πρέσβης επί τιμή Περικλής Νεάρχου μού ήταν γνωστός. Γνωστή και η ευφυία του σ’εμένα, αλλά και οι θέσεις του στα εθνικά θέματα. Και δεν περίμενα κάτι κατώτερο από αυτόν. Ήταν και το θέμα με το οποίο καταπιάστηκε τέτοιο, που έθεσε σε συντονισμό-με την έννοια που η Φυσική δίνει στον όρο, να δημιουργεί δηλαδή μέγιστους κραδασμούς- όλα τα αισθήματά μου. Ασχολείται με την Ελλάδα και τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Ο τίτλος ξεκάθαρος: «Η Ελλάδα σε κίνδυνο».

          Η Ελλάδα, για μας τους Έλληνες της Κύπρου, συνιστούσε ανέκαθεν στάση και νόημα ζωής. Το ότι αυτή οδήγησε την ανθρωπότητα στην αυγή της, διαλύοντας τα σκοτάδια της αγνοίας, μάς έκανε πάντοτε περήφανους. Και πράγματι είναι οι αρχαίοι Έλληνες, οι πρόγονοί μας, που διέστειλαν τον άνθρωπο από τον Θεό, που ξεχώρισαν το αντικείμενο από το υποκείμενο, τον θάνατο από τη ζωή, που ξέμπλεξαν τον μύθο από τον λόγο, που διέκριναν το ωραίο από το αγαθό. Αιώνες πολλούς, από το 1191 που η Κύπρος βίαια απεσπάσθη από την Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία, γενεές αμέτρητες των προγόνων μας πέθαναν με το όνομα της Ελλάδας στα χείλη τους και γι’αυτήν χύθηκαν ποταμοί αιμάτων, σε πάμπολλες εξεγέρσεις, εναντίον των εκάστοτε κατακτητών. Ιδιαίτερη, επομένως, η ευαισθησία μας γι’αυτήν. Οι χαρές της πάντα χαρές μας και οι λύπες της διπλές για μας.

          Όταν ένας λαός πρωταγωνιστεί στη σκηνή της Ιστορίας επί αιώνες πολλούς, είναι φυσικό να παρουσιάζει και αναβάσεις θριάμβων και καταβάσεις οδύνης˙ νίκες και ήττες˙ περηφάνεια για ένδοξα κατορθώματα αλλά και θρήνο για απώλειες τραγικές. Τούτο συμβαίνει κατ’εξοχήν για την Ελλάδα, της οποίας η  γεωγραφική θέση μερίμνησε, από τα αρχαία χρόνια, για την ιστορική κακοδαιμονία της. Χρόνια πολλά μετά τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους, αυτό ταλαιπωρήθηκε με την απελευθέρωση των ελληνικών εδαφών που εξακολουθούσαν να ήσαν υπόδουλα. Επιτυχείς αλλά και ατυχείς πόλεμοι, συμφορές, και αναστατώσεις, δημιούργησαν μεγάλη καθυστέρηση στην ανάπτυξη της χώρας, αφήνοντάς την πίσω, όχι μόνον στον βιομηχανικό αλλά και σε πολλούς άλλους τομείς.  

          Τα συχνά και μεγάλα ελλείμματα πολιτικής ηγεσίας, εξάλλου, η πρόσδεση στο άρμα των ισχυρών της Δύσης, η αδυναμία άρθρωσης κυρίαρχου εθνικού λόγου συντήρησαν την καθυστέρηση και επέτειναν την κρίση.

          Μέσα σ’αυτά τα πλαίσια έρχεται ο Περικλής Νεάρχου στο εξαιρετικό βιβλίο του να μας περιγράψει την κρίση, να μας αναλύσει από πού προήλθε και ποια στάδια ακολούθησε, να αναζητήσει τα βαθύτερα αίτια, να εστιάσει την προσοχή του σε μεγάλα διλήμματα για την Ελλάδα, τόσο στον καθαρά οικονομικό τομέα όσο και στον τομέα εθνικής ασφάλειας, και να εκθέσει ιδέες και θέσεις για εθνική ανασύνταξη.

           Ήδη στον πρόλογό του ο συγγραφέας, με βάση την πολυετή πείρα του, προειδοποιεί: «Οι άνεμοι που φυσούν σήμερα σ’ένα παγκοσμιοποιημένο κόσμο, δημιουργούν νέους, πρωτόγνωρους κινδύνους και απειλούν την ίδια την εθνική ύπαρξη και το εθνικό μέλλον της χώρας»(σελ.20) Δικαιολογώντας και τη συγγραφή του βιβλίου λέει ότι «ο καθένας θέλει, σε κάθε κρίσιμη στιγμή, να κάνει το καθήκον του. Πρέπει όμως να γνωρίζει ποιο είναι αυτό»(σελ.21). Αναλαμβάνει, λοιπόν, να υποδείξει σ’όλους μας το καθήκον μας.

          Σημειώνοντας ότι «η Ελλάδα δεν προσφέρεται για κατάκτηση και υποδούλωση»(σελ.20) καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «η εθνική ανασυγκρότηση πρέπει να πάρει την μορφή ενός νέου εθνικού, αναγεννητικού κινήματος»(σελ.21).

          Ο συγγραφέας αρχίζει την μελέτη του από πολύ μακριά, από το 1974, αμέσως μετά την μεταπολίτευση, ξεκινώντας με την αυτονόητη επισήμανση: «Η σημερινή οικονομική κρίση είναι, κατά βάθος, πολιτική»»(σελ.57).

       Ούτε ο καταλληλότερος είμαι, ούτε και είναι δυνατόν να παρουσιάσω επαρκώς, σε μερικά λεπτά, ένα πυκνό σε σκέψεις και νοήματα βιβλίο 650 σελίδων. Θα μου επιτρέψετε, όμως, να επισημάνω μερικά καίρια θέματα που θίγει ο συγγραφέας, σε αναφορά και προς την ιδιαίτερη πατρίδα μας, την Κύπρο, της οποίας οι τύχες είναι αλληλένδετες με την Ελλάδα, κοινοί οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν, κοινά και μεταδοτικά τα προβλήματα, κοινή και η υποδούλωση στους όρους των μνημονίων.

        Εξετάζοντας το πώς η Ελλάδα οδηγήθηκε στον επαχθή ζυγό των μνημονίων και το γεγονός ότι παρά τις αιματηρές θυσίες του Ελληνικού λαού οδηγείται σε βαθύτερο οικονομικό χάος και στην πλήρη υποδούλωση, οικονομική και εθνική, ο συγγραφέας παραδέχεται ότι «τα εσωτερικά αίτια της κρίσεως είναι δεδομένα και κανείς δεν πρέπει να τα υποτιμά»(46) Τέτοια ήταν η ανεπάρκεια ή η αδυναμία των Κυβερνήσεων να εφαρμόσουν μιαν οικονομική πολιτική που να περιορίζει τα εξωτερικά δάνεια, και να αποτρέπει τον καταναλωτισμό, και η υιοθέτηση ενός νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης, καθώς και η αδυναμία τους να διαπραγματευτούν αξιοπρεπείς όρους δανεισμού και η άτακτη υποχώρησή τους στις αξιώσεις των ξένων. Ταυτόχρονα, όμως, τονίζει ότι «κανείς δεν πρέπει επίσης να αποκρύπτει ή να υποτιμά τα εξωτερικά αίτια που λειτουργούσαν, λόγω των ανοικτών συνόρων, ως πολλαπλασιαστές των εσωτερικών παθογενειών και προβλημάτων»(46). Όντως η εγκατάλειψη απο την Ε.Ε. της κοινοτικής αλληλεγγύης, το άνοιγμα των αγορών προς όλες τις κατευθύνσεις, οδήγησε στον κατακλυσμό της χώρας με φτηνά προϊόντα τρίτων χωρών που είχε ως συνέπεια το κλείσιμο πολλών Ελληνικών βιομηχανιών και την καταστροφή πολλών επαγγελμάτων. Μα δεν ήταν αδυναμία των Ελληνικών Κυβερνήσεων να διαπραγματευτούν σωστά και να υπερασπιστούν τα δικαιώματα των Ελλήνων παραγωγών; Η αποδοχή ενός ισχυρού, ενιαίου νομίσματος, εξάλλου, του ευρώ, δεν ήταν φυσικό να δράσει κατά των ασθενέστερων οικονομιών;

         Ανησυχεί ο συγγραφέας, κι όσοι διαθέτουν την κοινή λογική, για το ότι «η Ελλάδα δεν έχει τον εθνικό έλεγχο της διαχείρισης της κρίσης, πράγμα που επηρεάζει άμεσα την εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία»(26) Ορθή και η διαπίστωση του ότι «η επιβολή ακραίων υφεσιακών μέτρων χωρίς αναπτυξιακή παράμετρο οδηγεί σε επιδείνωση της καταστάσεως, σε μεγαλύτερη ακόμα αύξηση του εξωτερικού χρέους, δραματικό υποβιβασμό του επιπέδου ζωής, κατακόρυφη αύξηση της ανεργίας και αποδόμηση κυριολεκτικά της εθνικής οικονομίας»(34) Το είδαμε και στην Ελλάδα, το παρακολουθούμε και στην Κύπρο.

        Ομολογεί ότι λόγω του ότι η τότε κυβέρνηση δεν επέδειξε στοιχειώδη ανεξαρτησία και διαχειριστική ικανότητα «η χώρα εξαρτήθηκε από τις δόσεις και οι δόσεις από τη δουλική εκπλήρωση όλων των όρων που περιέλαβαν τα μνημόνια και στις δανειακές συμβάσεις οι ξένες κυβερνήσεις, ως δανειστές».(145). Επισημαίνει και το χειρότερο, ότι δηλαδή «οι στόχοι των δανειστών δεν εξαντλούνται στη διασφάλιση και είσπραξη των δανείων. Αξιοποιούν την οικονομική δουλεία της χώρας για να προωθήσουν στόχους ελέγχου της χώρας σε βαθύ δομικό επίπεδο»(145). Έτσι «....τα αεροδρόμια, τα λιμάνια, οι σιδηρόδρομοι βγαίνουν στο σφυρί όπως και οι οργανισμοί κοινής ωφελείας, του ηλεκτρισμού, του νερού, των τηλεπικοινωνιών....»(146) Πολλές από τις υπηρεσίες αυτές περνούν στα χέρια τουρκικών συμφερόντων, παρά το γεγονός ότι η Τουρκική απειλή είναι παρούσα και συνεχής, κατά την έκφραση του συγγραφέα «από τη μοιραία ήττα στο Μαντζικέρτ το 1071»(511).   

         Τα ίδια και χειρότερα δεν παρατηρούμε και στην Κύπρο σήμερα; Τα τραπεζικά μας ιδρύματα, οι οικονομικοί μας πόροι, η γη μας, άρχισαν να περνούν σε ξένα χέρια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Αν οι μεγαλομέτοχοι των Τραπεζών μας, σήμερα, της CYTA και της ΑΗΚ σε λίγο, είναι Άγγλοι, Αμερικάνοι, Καναδοί ή άλλοι, είναι περισσότερο από σίγουρο ότι αύριο ή μεθαύριο θα είναι Τούρκοι. Να θυμίσω απλώς μιαν αλήθεια που ίσως πολλοί να αγνοούν. Η Εκκλησία, και συγκεκριμένα ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, αποφάσισε να δημιουργήσει την Ελληνική τράπεζα λόγω του ότι αμέσως μετά την Τουρκική εισβολή, η Τράπεζα Κύπρου αρνήθηκε την παροχή δανείου και άλλων διευκολύνσεων προκειμένου να αγορασθεί στοιχειώδης εξοπλισμός για την Εθνική Φρουρά. Φαντασθείτε πού οδηγούμαστε, τι τραγικές συνέπειες θα αντιμετωπίσουμε αν συνεχίσουμε αυτή την πορεία.

         Δηλώνει χαρακτηριστικά ο κ.Νεάρχου: «Η εκποίηση του δημοσίου τομέα...στερεί από τη χώρα πολύτιμο εθνικό πλούτο, μια πηγή βεβαίων επανδύσεων και εσόδων και υποθηκεύει ταυτόχρονα την ανεξαρτησία και την κυριαρχία της. Σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλιστα....το θέμα προσλαμβάνει διαστάσεις λεηλασίας του ορυκτού πλούτου της χώρας»(353).

            Οι δρακόντειες περικοπές που επιβλήθηκαν, κατά τις απαιτήσεις των μνημονίων, δεν άφησαν έξω ούτε τον ευαίσθητο τομέα της άμυνας. Διερωτάται, εύλογα ο συγγραφέας, προσπαθώντας να αφυπνίσει και εμάς όλους από τον λήθαργο της αδιαφορίας αν οι περικοπές αυτές «...αντιπροσωπεύουν και ανομολόγητους στόχους που συνδέονται με εσκεμμένη αποδυνάμωση των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, ώστε να υποχρεωθεί η Ελλάδα να δεχθεί, από θέση αδυναμίας, απαράδεκτες υποχωρήσεις στα εθνικά θέματα»(373).

             Αφού επισημαίνει πολλάκις ότι η κρίση δεν ήταν αναπόφευκτη και ότι πέραν της πανικόβλητης διαχείρισής της  υπήρξε και δολιοφθορά  (όπως η τεχνητή διόγκωση του ελλείματος που οδήγησε στο ΔΝΤ)(480) κι αφού εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα και τους κινδύνους που επισείουν πολλοί για τυχόν έξοδο από το ευρώ λέει χαρακτηριστικά ότι «κόκκινη γραμμή είναι το συμφέρον της χώρας και όχι η παραμονή στο ευρώ»(389). Και καταλήγει στο αξιοσημείωτο συμπέρασμα: «Η ταύτιση κάθε λαού με την πατρίδα του είναι αξιακή και υπαρξιακή. Συγχέεται με την ταυτότητά του, την ιστορία και τον πολιτισμό του»(404). Αυτήν και την εθνική ακεραιότητά της πρέπει να διαφυλάξουμε ως κόρην οφθαλμού, παρά τις προβαλλόμενες δυσκολίες.

         Ψέγει ο συγγραφέας, το δέσιμο της Ελλάδας στο άρμα της Αμερικής παρά την πολλάκις διαπιστωθείσα προτίμηση της τελευταίας προς την Τουρκία και την προώθηση εκ μέρους της των Τουρκικών συμφερόντων, και προτείνει ουσιαστικά ανοίγματα προς τη Μόσχα η οποία «μπορεί να είναι πολύτιμη για την αντιστάθμιση συγκεκριμένων αθέμιτων πιέσεων και εκβιασμών αλλά και γενικότερα για την οικονομική και διπλωματική θέση της χώρας»(45). Αφού σημειώνει την καχυποψία των Δυτικών προς την Ελλάδα λόγω της κοινής Ορθόδοξης πίστης Ελλάδας –Ρωσίας κι αφού υπενθυμίζει την αντίθεση της Αγγλικής διπλωματίας στην επέκταση των Ελληνικού κράτους μέχρι τη Βόρεια Ελλάδα και τη Θράκη, πράγμα που θα επέτρεπε, με μια συμμαχία Ελλάδας-Ρωσίας, έξοδο της τελευταίας στη Μεσόγειο, σημειώνει ότι «...η  αντι-Ρωσική πολιτική βλάπτει τα ελληνικά συμφέροντα και επιδεινώνει τις αντιθέσεις που αντιμετωπίζει η Ελληνική εξωτερική πολιτική και άμυνα»(495) Κακίζοντας τη συμπεριφορά των συμμάχων προς την Ελλάδα και τα εθνικά της θέματα λέει ότι «δεν είναι δυνατόν να ζητείται από την Ελλάδα ρόλος Ιφιγένειας»(506) χωρίς τα συμφέροντά της και η ασφάλεια της να καλύπτονται πραγματικά. Και επισημαίνει με παρρησία:  «...Οι σχέσεις με το ΝΑΤΟ δεν είναι πεπρωμένο για την Ελλάδα. Εάν η Ελλάδα βρεθεί στην ανάγκη να επιλέξει μεταξύ ΝΑΤΟ και της εθνικής της ακεραιότητας και ασφάλειας δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία για την επιλογή της»(506). Και καταλήγει : «Ας επιμετρήσουν άλλοι...ποια προβλήματα θα δημιουργούσε στην περιβόητη νέα γεωπολιτική τάξη στα Βαλκάνια...αυτή η αποχώρησή της»(506).

           Εξετάζοντας τα γενικότερα αίτια που οδήγησαν την Ελλάδα στα σημερινά αδιέξοδα, καυτηριάζει ιδιαίτερα την κυβέρνηση Σημίτη που, υπακούοντας στα κελεύσματα της Αμερικής, άλλαξε απότομα πολιτική υποστηρίζοντας ανάμεσα σ’άλλα και την χωρίς προϋποθέσεις είσοδο της Τουρκίας στην Ε.Ε., με την εκπλήρωση μόνον των ασαφών όρων της Ένωσης για εκδημοκρατισμό των θεσμών της. Λέγοντας ότι τούτο είναι παραλογισμός σημειώνει ότι «μια ένταξη της Τουρκίας θα συνιστούσε γεωπολιτική ανατροπή σε βάρος της Ελλάδας»(132). Και διερωτάται «Γιατί η  Ελλάδα έκανε τους δύο Βαλκανικούς πολέμους; Η επάνοδος της Τουρκίας στην Ευρώπη θα ισοδυναμούσε με μερική αναστροφή των αποτελεσμάτων των Βαλκανικών πολέμων και θα καθιστούσε την Τουρκία μεγάλη ευρωπαϊκή δύναμη, λόγω του μεγέθους του πληθυσμού της» (132). Δεν διστάζει, ως εκ τούτου, να διακηρύξει ότι «Κάθε χώρα που ασκεί ανεξάρτητη πολιτική και προασπίζει τα ζωτικά της συμφέροντα δεν εκχωρεί ποτέ σε άλλους τη διαπραγμάτευση των συμφερόντων της και δεν παραιτείται από την αρχή της αμοιβαιότητας , που είναι βασικός κανόνας της διεθνούς διπλωματίας» (131)

          Χωρίς να απαλλάσσει άλλες κυβερνήσεις από τις ευθύνες τους, κι εδώ φαίνεται η αμερόληπτη θεώρηση των πραγμάτων εκ μέρους του, ο κ. Νεάρχου επιρρίπτει πολλές ευθύνες στον Σημίτη για το κατάντημα της χώρας. Κι εμείς, άλλωστε, το διαισθανόμαστε, και οι μεγαλύτεροι βιώσαμε την αλλαγή από τον Ανδρέα Παπανδρέου στους επίγονούς του. Κάνοντας την κριτική του για την παιδεία δεν διστάζει να αναφέρει πως η μεταρρύθμιση, που επαγγέλθηκε το ΠΑΣΟΚ «απέβη τελικά καταστροφική και είναι η κύρια αιτία της θλιβερής καταστάσεως, της υποβαθμίσεως και του αδιεξόδου στο οποίο βρίσκεται η Παιδεία κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες» (66). Η «πολυπολιτισμική» πολιτική του Σημίτη, όμως, υπερέβη κάθε όριο. Διέθεσε τους πόρους του πακέτου Ντελόρ για δήθεν εκσυγχρονισμό των διδακτικών βιβλίων, «παρουσιάζοντας την Ελληνική Παιδεία ως παρωχημένη, συντηρητική και εθνικιστική» (113). Στα πλάισια αυτά εκδόθηκε και το βιβλίο της Ρεπούση για τον «συνωστισμό» στο λιμάνι της Σμύρνης. Δεν έχει καμιά δυσκολία ο κ. Νεάρχου να διακηρύξει ότι «Η δολιοφθορά κατά της Ελληνικής Παιδείας είναι δολιοφθορά κατά της Ελληνικής ταυτότητας και του Ελληνικού Έθνους. Δεν πρέπει να υπάρχει στο θέμα αυτό καμιά παρανόηση» (114).

          Μα και στον πολιτιστικό τομέα επικρίνει τα κακώς έχοντα. Λέει χαρακτηριστικά: «Είναι κατάντημα για την Ελλάδα σήμερα, λόγω του ελλείμματος πολιτικής και στρατηγικής στον τηλεοπτικό χώρο, να μην μπορεί να ασκεί την επιρροή που θα μπορούσε να ασκεί, και να δέχεται, αντιθέτως, ταπεινωτική εισβολή και επιρροή, ακόμα και από τουρκικές τηλεοπτικές σειρές» (97).

          Στον τομέα της Παιδείας τα ίδια και χειρότερα ίσχυσαν και ισχύουν ακόμα και στην Κύπρο. Όλοι τα ζούμε και νομίζω θα’ ναι σπατάλη χρόνου να τα αναλύσω σε ανθρώπους που τα γνωρίζουν καλύτερα κι από μένα. Εκθεμελιωτικές οι αλλαγές που προτείνονται και που στοχεύουν στον Ελληνικό και Χριστιανικό χαρακτήρα της.

          Στη διάλυση του κράτους συνέβαλε και η ύποπτη, ή καλύτερα προδοτική, πολιτική για αποεθνοποίηση της Ελλάδας και δημιουργία πολυπολιτισμικού κράτους, με κύριο εργαλείο την ενθάρρυνση της λαθρομετανάστευσης. Γράφει ο συγγραφέας: «Το θέμα της λαθρομετανάστευσης δεν είναι τόσο αθώο όσο φαίνεται. Η Άγκυρα χρησιμοποιεί τη λαθρομετανάστευση Μουσουλμανικού ιδίως πληθυσμού ως γεωπολιτικό όπλο κατά της Ελλαδος, για τη διάσπαση της εθνικής της συνοχής και για την εγκατάσταση στην Ελλάδα Μουσουλμανικών πληθυσμών τους οποίους η ίδια θα ποδηγετεί και θα προστατεύει.»(237) Πριν την κατασκευή του φράκτη στον Έβρο οι παράνομοι εισερχόμενοι στην Ελλάδα έφταναν τους 180.000 το χρόνο. Τα προβλήματα από το φαινόμενο αυτό, πολλά και διάφορα. Δεν είναι μόνο τα επίπεδα παιδείας που καταστρέφονται όταν στις τάξεις πολλές φορές βρίσκονται περισσότεροι ξένοι παρά Έλληνες μαθητές, ούτε και η αύξηση του εγκλήματος. Στα χέρια της Τουρκίας γίνεται όπλο αποσταθεροποίησης της χώρας. Λέει χαρακτηριστηκά ο κ. πρέσβης: «Γεωπολιτική είναι η γεωγραφία και οι άνθρωποι. Αν αλλάξει η ταυτότητα των ανθρώπων, αλλάζει και η γεωπολιτική του χώρου» (555).

          Το πρόβλημα είναι μεγάλο και σ’ εμάς. Ενθαρρύνθηκε κι εδώ από κυβερνήσεις και οργανώσεις. Κι αποτελεί και για μας δυναμίτιδα στα θεμέλια του κράτους. Να θυμίσω την παρατήρηση της Παλαιάς Διαθήκης για γεγονότα που έγιναν πριν τρισήμισυ χιλιάδες χρόνια. Ο Φαραώ υποδείκνυε στους Αιγυπτίους υπηκόους του, τον κίνδυνο από τους Εβραίους που ζούσαν στην Αίγυπτο. «Εάν ποτέ συμβή πόλεμος, προστεθήσονται ούτοι προς τους υπεναντίους». Ελπίζω να το συνειδητοποιούμε αυτό.

          Εξετάζοντας τα διάφορα εθνικά προβλήματα που θέτουν την Ελλάδα σε κίνδυνο, αναφέρεται αναλυτικά ο συγγραφέας στα τρία κυριότερα: Στο Κυπριακό, στο Αιγαίο και στη Θράκη. «Κύπρος, Αιγαίο, Θράκη», λέει, «είναι τρία τεράστια στρατηγικά κεφάλαια τα οποία εποφθαλμιά η Τουρκία και εναντίον των οποίων αναπτύσσει πολυεπίπεδη επιθετική στρατηγική με συμμετρικά και ασύμμετρα μέσα»(230).

          Η αξία του Αιγαίου πέραν από στρατηγική και πολιτική είναι σήμερα και καθαρά οικονομική, λόγω των ενεργιακών αποθεμάτων στην ΑΟΖ του. Είναι γι’ αυτό που ενισχύθηκαν και οι Τουρκικές βλέψεις σ’ αυτό αλλά και που επιβάλλεται αποτελεσματική οργάνωση της άμυνάς του. Ο κ. Νεάρχου κακίζει την εκ μέρους των Ελληνικών κυβερνήσεων «απαράδεκτη καθυστέρηση, φοβική πολιτική και αδράνεια στην προώθηση της εφαρμογής των προνοιών του διεθνούς θαλάσσιου δικαίου στο Αιγαίο λόγω Τουρκικών αντιδράσεων και απειλών» (211). Επικρίνοντας την πολιτική των μνημονιακών «περικοπών που υπερβαίνουν κάθε όριο ασφάλειας» (213) αλλά και την απαράδεκτη διαφθορά που εκδηλώθηκε στον τομέα των παραγγελιών οπλικών συστημάτων ο κ. Νεάρχου σημειώνει εμφαντικά: «Τα νησιά είναι αβύθιστα αεροπλανοφόρα και πρέπει να αξιοποιηθούν με κατάλληλα όπλα για τη ναυτική και αεροπορική άμυνα του Αιγαίου. Θα πρέπει να υπάρξει αποφασιστική απάντηση στην Τουρκική τακτική που επιδιώκει να αναγάγει σε φυσική και αυτονόητη την παρουσία Τουρκικών πολεμικών σκαφών έξω από τις ακτές της Αττικής και έξω από τις ακτές όλων των νησιών του Αιγαίου» (225). Και πάλιν είναι σαν να μας λέει: «Ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω».

          Στη Θράκη ο κίνδυνος γίνεται καθημερινά και μεγαλύτερος, με την ευθύνη να βαραίνει και πάλιν τις Ελληνικές κυβερνήσεις. Σημειώνει πάλιν ο συγγραφέας: «Οι Ελληνικές κυβερνήσεις αποδείχθησαν ανίκανες να προστατεύσουν την παραμονή και τα δικαιώματα των Ελλήνων της Κωνσταντινουπόλεως. Επέτρεψαν, όμως, με την πολιτική τους, στην Άγκυρα να ζητά και τα ρέστα. Να βυσσοδομεί σήμερα κατά της Ελληνικής κυριαρχίας στη Δυτική Θράκη, χρησιμοποιώντας τους Μουσουλμάνους ως στρατηγική μειονότητα» (233). Και συμπεραίνει: «Η Θράκη είναι μνημείο πολιτικής ανεπάρκειας εγκληματικής αμέλειας και μικροκομματικής μικρότητας» (234).

          Διερωτάται ο συγγραφέας, αλλά δεν βρίσκει λογική απάντηση ούτε εκείνος, ούτε κι εμείς, «με ποια λογική το Ελληνικό κράτος προωθεί από μόνο του την τουρκοποίηση των σχολείων της Μουσουλμανικής μειονότητας και την επιβολή της εκμαθήσεως της Τουρκικής γλώσσας από τους Πομάκους και τους Τσιγγάνους» (233).

          Η ανοχή των Ελληνικών κυβερνήσεων στην ανατρεπτική δράση του Τουρκικού Προξενείου, η μικροκομματική πολιτική που έχει ως στόχο τις ψήφους της Μουσουλμανικής μειονότητας, η ύποπτη δράση του Αμερικανικού προξένου στη Θεσσαλονίκη αλλά και η άκριτη εφαρμογή προγραμμάτων Τοπικής Περιφερειακής Αυτοδιοικήσεως και στη Θράκη που υπάρχει πρόβλημα, και άλλα πολλά, κρύβουν θανάσιμους κινδύνους για την Ελλάδα. Γι’αυτό και ο κ. Νεάρχου τονίζει: «Με τα δεδομένα αυτά η οργάνωση της άμυνας στη Θράκη πρέπει να είναι στο ύψος της απειλής. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε επανάπαυση και ολιγωρία ή υπολογισμός ότι θα παρέμβουν οι Αμερικανοί και δεν θ’αφήσουν να γίνει πόλεμος μεταξύ δυο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Και στην Κύπρο επενέβησαν οι Αμερικανοί και δεν άφησαν να γίνει πόλεμος. Άφησαν όμως τους Τούρκους να καταλάβουν τη μισή σχεδόν Κύπρο» (551). Αλήθειες που ματώνουν….

          Στο μεγάλο θέμα της Κύπρου ξεκινά ο συγγραφέας από την εισβολή, η οποία λέγει «δεν ήταν ούτε αναπόφευκτη ούτε ακατανίκητη. Επεβλήθη ως επιτομή της Εληνικής κακοδαιμονίας και ξενοδουλείας. Η Κύπρος με τον Πρόεδρο Αρχιεπίσκοπο Μακάριο και την αδέσμευτη πολιτική του, είχε ισχυρά διεθνή ερείσματα που μπορούσαν να την αποτρέψουν» (193). Αναφέρεται και στη δήλωση του Καραμανλή για αδυναμία βοήθειας προς την Κύπρο, στην παγίδευση της πλευράς μας από τον Αμερικανικό παράγοντα για να προτείνουμε γραπτώς λύση εδαφικού διαχωρισμού, καθώς και στην ανακήρυξη του ψευδοκράτους για να δηλώσει εκείνο που όλοι, όσοι θέλουν να δουν, το βλέπουν. Ότι δηλ. η Τουρκία χρησιμοποιεί τις συνομιλίες για να επιβάλει τον τελικό της στόχο κι όχι για να διευκολύνει βιώσιμη λύση στο Κυπριακό.

          Όσοι επισείουν τον κίνδυνο της διχοτόμησης για να συμβουλεύσουν αποδοχή μιας λύσης τύπου Αναν παίρνουν σαφή απάντηση από τον κ. Νεάρχου: «Η διχοτόμηση περιέχεται σε μια τέτοια λύση». Αλλά και πέρα τούτου «Η Τουρκία μετά την εισβολή του 1974, δεν έχει κανένα λόγο να θέτει ως μέγιστο στόχο της τη διχοτόμηση. Πιστεύει ότι αυτή την έχει ήδη ως τετελεσμένο γεγονός» (169). Άλλοι, πιο προχωρημένοι, είναι οι στόχοι της. Σ’αυτούς που με την πολιτική τους έβλαψαν ανεπανόρθωτα τον τόπο και εν τούτοις περηφανεύονται πως πέτυχαν συγκλίσεις με την Τουρκική πλευρά, ο έμπειρος διπλωμάτης απαντά: «Οι συγκλίσεις στις συνομιλίες μεταξύ των δυο πλευρών προήλθαν μόνο από Ελληνικές παραχωρήσεις» (163)

          Επικρίνει έντονα το κοινό Ανακοινωθέν Αναστασιάδη-Έρογλου-πράγμα που όλοι το διαισθανθήκαμε από τότε - και εξηγεί ότι αυτό «καταδεικνύει την κατάρρευση των κόκκινων γραμμών της Ελληνικής πλευράς που προσεγγίζει την πλήρη συνθηκολόγηση» (167). Επισημαίνει εύστοχα πως σ’αυτό το κοινό ανακοινωθέν γίνεται αναφορά μόνο στη διανομή εξουσίας μεταξύ των δύο πλευρών» (173). Ούτε στο εδαφικό, ούτε στους εποίκους, ούτε στη λεγόμενη διεθνή πτυχή, που ενδιαφέρει την πλευρά μας. Αναφέρεται και στον όρο «επανένωση» που εισήγαγαν οι ξένοι και τον υιοθέτησαν κάποιοι δικοί μας σε αντικατάσταση των συνθημάτων και του αγώνα κατά της Τουρκικής κατοχής και επισημαίνει ότι «η επανένωση δεν προϋποθέτει τον τερματισμό της Τουρκικής κατοχής και την άρση των τετελεσμένων». Παραθέτει, μάλιστα, τα λόγια του Τσώρτσιλ που συνήθιζε να λέει στους συνεργάτες του: «Όταν δείτε τους αντιπάλους μας να χρησιμοποιούν τη δική μας ορολογία, τότε να ξέρετε ότι η νίκη είναι κοντά» (171). Νίκη δική τους. Καταστροφή για μας.

          Διερωτάται ο συγγραφέας και για την πολιτική της «προσεγγίσεως» με τους Τουρκοκυπρίους. Λέει πολύ πειστικά: «Εάν οι Τουρκοκύπριοι ήταν πραγματικά αντίθετοι με την Τουρκική Κατοχή και υπήρχε μία κοινή αντικατοχική βάση, θα είχε νόημα μια τέτοια πολιτική. Όταν, όμως, οι Τουρκοκυπριακές ηγεσίες, μεταξύ αυτών και οι συνομιλητές του ΑΚΕΛ (και άλλων κομμάτων) στέκουν στην ίδια εξέδρα και εορτάζουν με τους Τούρκους ηγέτες την Τουρκική εισβολή και τη συνεχιζόμενη κατοχή, τι είδους «διεθνισμός» είναι η πολιτική της προσεγγίσεως με τους Τουρκοκυπρίους;» (527). Νομίζω πως η παρατήρηση αυτή πρέπει να αφυπνίσει τη συνείδησή μας.

          Σ’ όσους σήμερα, αλλά και στα 41 χρόνια της κατοχής επισείουν τον κίνδυνο του χρόνου και προτρέπουν προς αποδοχή μιας οποιασδήποτε λύσης, απαντά ο κ. Νεάρχου: «Αυτό που παγιώνει τα τετελεσμένα στην Κύπρο δεν είναι τόσο η πάροδος του χρόνου όσο οι συνεχείς υποχωρήσεις της Ελληνικής πλευράς. Η τελευταία έφτασε να κάνει σημαία της Κύπρου τη διζωνική ομοσπονδία, Τουρκικό και Αμερικανο-Βρετανικό εφεύρημα, μετά τον Αττίλα το 1974. Και τ’αποτέλεσμα αυτού του στόχου; Η αδράνεια της πλευράς μας. Ποιον Ελληνοκύπριο συγκινεί η διζωνική ομοσπονδία; Για ποια ιδανικά να αγωνιστεί;

          Στέκεται επικριτικά και στην τελευταία ομιλία του Προέδρου της Δημοκρατίας στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών και λέγει επί λέξει: «Είναι αδιανόητο ο Πρόεδρος μιας χώρας που αντιμετωπίζει πρόβλημα κατοχής να μη αξιοποιεί την ομιλία του στη Γ.Σ. των Ηνωμένων Εθνών για να δώσει στη διεθνή κοινή γνώμη μια ακριβή ιδέα του προβλήματος της Κύπρου και του πυρήνα του που έιναι η Τουρκική κατοχή … »(533).

          Είναι και άλλες πολλές και εύστοχες οι επισημάνσεις του στο Κυπριακό. Μακάρι να είχαμε χρόνο για να τις αναφέρουμε. Το βιβλίο πρέπει να μελετηθεί από όλους τους Κυπρίους (και όλους τους Έλληνες γενικά) για να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε την άκρως επικίνδυνη κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε ως Ελλάδα και ως Κύπρος και να υιοθετήσουμε σωστική γραμμή πλεύσης. Λέει για το Κυπριακό ο συγγραφέας πως έχουμε φίλους και συμμάχους με τη βοήθεια των οποίων θα μπορούσαμε να αποτρέψουμε τους Τουρκικούς σχεδιασμούς. Επισημαίνει όμως ότι «Κανένας δεν μπορεί να είναι πιο Έλληνας από τους Έλληνες της Ελλάδας και της Κύπρου» (542). Εμείς θα πρέπει να προβάλουμε το δίκαιο και τις διεκδικήσεις μας. «Η Τουρκική εισβολή στην ΑΟΖ της ελεύθερης Κύπρου και η απόπειρα επιβολής ενός Αττίλα ΙΙΙ για το φυσικό αέριο της Κύπρου δείχνουν σαφώς ποιες είναι οι πραγματικές προθέσεις της Άγκυρας. Δεν πρέπει η Ελληνική πλευρά να τρέφει αυταπάτες» (529) λέει ο κ. Νεάρχου. Συμπεραίνει δε ότι: «Η λύση για να είναι αξία του ονόματός της πρέπει να βελτιώνει ουσιαστικά τη σημερινή κατάσταση και να μη θέτει σε κίνδυνο ολόκληρη την Κύπρο και το μέλλον του Ελληνισμού της» (529).

          Πολλές οι υποδείξεις και οι εισηγήσεις για την έξοδο ολόκληρου του Ελληνισμού από την κρίση και στον διπλωματικό και στον αμυντικό τομέα καθώς και στην ανάπτυξη της οικονομίας. Ο χρόνος – τον οποίο καταχράστηκαν και σας ζητώ συγνώμη –δεν μου επιτρέπει να τις θίξω. Θα τελειώσω με δυο τελευταίες, κύριες, επισημάνσεις του συγγραφέα: Η πρώτη αναφέρεται στις σχέσεις με τη Ρωσία. Λέει επιγραμματικά ο κ. Νεάρχου: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να ευθυγραμμίζεται παθητικά και να αντιμετωπίζει τη φιλική Ρωσία ως δήθεν κοινό «εχθρό» και «απειλή» μαζί με τις άλλες χώρες της Ευρώπης. Οι αποφάσεις στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση λαμβάνονται με τη ψήφο όλων των χωρών –μελών και η Ελλάδα έχει κάθε δικαίωμα να εκφράσει τη δική της άποψη»(509). Το ίδιο οφείλει να πράξει και η Κύπρος.

          Η δεύτερη επισήμανση αναφέρεται σ’έναν ενθαρρυντικό μήνυμα. Όπως σημειώνει και ο Θουκυδίδης υπάρχουν και αστάθμητοι παράγοντες που ανατρέπουν τους σχεδιασμούς των μεγάλων και δρουν υπέρ των μικρών. «Οι Τουρκικές φιλοδοξίες στην περιοχή υπονομεύονται από ανεξέλεγκτους παράγοντες, αντιφάσεις και ανταγωνισμούς που μπορούν να τις μετατρέψουν σε επικίνδυνη παγίδα για την Τουρκία και σε παράγοντα αστάθειας» (518). Τέτοιοι παράγοντες είναι η βελτίωση των Αμερικανο-Ιρανικών σχέσεων που αποδυναμώνει τον Τουρκικό παράγοντα καθώς και η διαφαινόμενη αναβάθμιση του Κουρδικού παράγοντα στην περιοχή. Να ευχηθούμε μόνο, να μπορέσουμε να εκμεταλλευτούμε αυτούς και άλλους τέτοιους, ευνοϊκούς για μας, παράγοντες.

          Συγχαρητήρια ειλικρινά και θερμά στο φίλτατο κ. Περικλή Νεάρχου για το εξαίσιο βιβλίο του.

          Ευχαριστίες και σ’εσας που με ακούσατε.