English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

   

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

σε εκδήλωση για την παρουσίαση των δύο τόμων του έργου «Γρηγόρης Αυξεντίου» του Ανδρέα Καουρή.

Πάφος 26/02/2016

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου.

 

 

          Όταν πριν από πέντε ακριβώς χρόνια χαιρετούσα την παρουσίαση του δεύτερου τόμου του έργου του φίλου δημοσιογράφου Ανδρέα Καουρή με τον τίτλο «Γρηγόρης Αυξεντίου», έλεγα πως είναι δύσκολο κάποιος κοινός άνθρωπος να αποτιμήσει ένα γίγαντα, γιατί του λείπει η μονάδα μέτρησης, του διαφεύγουν οι πραγματικές του διαστάσεις.

          Δεν μπορώ, ούτε και σήμερα, να ξεφύγω από αυτή τη διαπίστωση. Γιατί το να επιχειρείς να αποτιμήσεις έναν ημίθεο, όπως τον Αυξεντίου, μοιάζει με παραλογισμό. Δεν μας συνήθισε η Ιστορία με τέτοιες μορφές, γιατί με εξαιρετική φειδώ τις χαρίζει στο έθνος μας. Συγχαίρω και απόψε θερμά τον συγγραφέα για την πολύχρονη και κοπιώδη εργασία του που έδωσε, πράγματι, άριστα αποτελέσματα.

          Μελετώντας το έργο του Ανδρέα Καουρή δεν μπορείς παρά να μεταφερθείς στο ηρωικό κλίμα του εθνικοαπελευθερωτικού μας αγώνα. Νομίζω πως και η αποψινή συγκέντρωση έναν τέτοιο σκοπό εξυπηρετεί: Να μας παρουσιάσει τις αξίες και τα ιδανικά εκείνης της εποχής, να προκαλέσει τη σύγκριση με το σήμερα και να μας παροτρύνει να επιστρέψουμε σ’αυτή.

          Ο απελευθερωτικός μας αγώνας του 1955-59 συγκινεί τους Έλληνες της Κύπρου, όχι μόνο γιατί υπήρξε η αιτία της αποτίναξης του ξενικού ζυγού, μετά από οκτώ αιώνες δουλείας, αλλά και γιατί αυτός υπήρξε μια πραγματικά τιτάνια προσπάθεια όλου του λαού, ένα γεγονός ασύλληπτο από τη λογική, κατά τη διάρκεια του οποίου ο λαός χρησιμοποίησε σε υπέρτατο βαθμό όλες τις αρχαίες αρετές του.

          Ένας λαός που η μοίρα τόν έταξε μακρυά από τους αδελφούς του, περίμενε τη μεγάλη, την ιστορική στιγμή του. Και όταν αυτή έφτασε τής δόθηκε ολόκληρος: Χωρίς δισταγμό, χωρίς αμφιβολία, χωρίς φόβο, χωρίς επιφύλαξη.

          Μέσα από το έργο του, που κρατά το ενδιαφέρον τού αναγνώστη αδιάπτωτο και τον αναγκάζει να ξαγρυπνήσει, προκειμένου να πληροφορηθεί τη συνέχεια, ο Ανδρέας Καουρής δίνει και το μεγαλείο του Κυπριακού λαού. Σε πόλεις και χωριά, σε μορφωμένους και αγράμματους, σε άνδρες και γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά, ο αγώνας είχε την ίδια απήχηση. Προπαρασκευασμένος από την αδιάκοπη επαφή με την Ιστορία του, κατηχημένος από τα μυστικά διδάγματα των προγόνων του, μα περισσότερο απ’όλα, οδηγημένος από το δικό του βαθύ εθνικό αίσθημα, σύσσωμος ο Κυπριακός λαός δήλωσε από την πρώτη στιγμή τη συμμετοχή του στον αγώνα και την πίστη του για τη βέβαιη αποτίναξη του αποικιακού ζυγού. Μέσα από τη διήγηση εμπλέκονται με τρόπο φυσικό νέοι και γέροι, άνδρες και γυναίκες, κόσμος πολύς. Όλοι δονούνται από τους ίδιους υψηλούς παλμούς.

          Όσοι φιλοξένησαν ή συνεργάστηκαν με τον Αυξεντίου, όσοι έδωσαν τη μαρτυρία τους στον συγγραφέα γι’αυτόν, αλλά και όσοι άλλοι παρελαύνουν μέσα από τους δύο τόμους του έργου, μάς μεταφέρουν στο ηρωικό πνεύμα εκείνης της αθάνατης εποχής. Μπορεί ο αναγνώστης να μείνει ασυγκίνητος μπροστά στη θέα των μαθητών και των μαθητριών που γονυπετείς στον δρόμο περίμεναν να περάσει η σορός του Χαράλαμπου Μούσκου; Ή μπορεί κάποιος να μην υποκλιθεί μπροστά στο μεγαλείο της γυναίκας του Χρήστου Τσιάρτα που όταν της ζήτησαν να αναγνωρίσει τον νεκρό άντρα της, κατά τον συγγραφέα, «έσφιξε την καρδιά της, δεν λύγισε μπροστά στους Άγγλους, δεν άφησε τον πόνο και το δάκρυ να εξωτερικευθούν;»

          Είχα την ευλογία από τον Θεό να εργαστώ με συνεργάτες του Αυξεντίου: Τον Γρηγόρη Νικόλα και τον Παντελή Καψάλη από τους Καπέδες, καθώς και τον σύντροφο του Ανδρέα Στυλιανού από τα Λαγουδερά, που εξαργύρωσαν την συμμετοχή τους στον αγώνα με τη θέση του εργάτη σε μεταλλεία. Τους παρακολούθησα και μέσα από το έργο που παρουσιάζουμε απόψε και δεν μπορώ παρά να εκφράσω τον συγκλονισμό μου στη διαπίστωση της ταυτότητας του ήθους και της μαρτυρίας τους, όπως αυτά εκδηλώνονται στο έργο, με την προσωπική μου εμπειρία από αυτούς. Είναι με τέτοιους ανθρώπους που η Κύπρος μεγαλούργησε κατά τον αγώνα της ΕΟΚΑ.

          Λέγεται πολλές φορές, ότι νικά όποιος είναι αποφασισμένος να πεθάνει˙ και ότι κερδίζει εκείνος που ριψοκινδυνεύει τα πάντα για έναν υπέρτατο σκοπό. Επαληθεύτηκε αυτό στον Αυξεντίου. Αποφάσισε ο ίδιος να πεθάνει. Μα ο ηρωικός θάνατός του αξίζει πολύ περισσότρο από χιλιάδες ζωές. Ο τάφος του στα φυλακισμένα μνήματα έγινε «τάφος ζωαρχίας» και το καμένο κρησφύγετό του στον Μαχαιρά έγινε χώρος απ’όπου ο Κυπριακός λαός θα αντλεί δύναμη μέχρι την ολοκλήρωση και τη δικαίωση του αγώνα του.

          Πενηνταεννέα χρόνια από τον θάνατο τού Αυξεντίου και ύστερα από μια άκρως επικίνδυνη εθνική περιπέτεια που ακολούθησε, οφείλουμε  να αντλήσουμε διδάγματα από τη θυσία του για το μέλλον. Η θυσία του, που αναζωπύρωσε τον αγώνα της ΕΟΚΑ, εμψύχωσε και πείσμωσε τον Κυπριακό Ελληνισμό, αλλά και έγινε παγκόσμιο σύμβολο πάλης για ελευθερία, αποτελεί και για μας σήμερα πυξίδα και δείκτη πορείας. Οφείλουμε να εμπνευστούμε από το ολοκαύτωμά του ιδιαίτερα σήμερα, που πέραν από την ηθική πώρωση που έπληξε την κοινωνία μας, στον Ελληνισμό της Κύπρου παρουσιάζεται, ως νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο, και η εθνική πώρωση. Σήμερα που κύριο πρόβλημα της Κύπρου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού παραμένει η αποτροπή του Τουρκικού επεκτατισμού, χρειαζόμαστε ανασύνταξη δυνάμεων, αναβάπτιση στο εθνικό παρελθόν, παραδειγματισμό από τη ζωή του Γρηγόρη Αυξεντίου. «Αναθεωρούντες την έκβαση της αναστροφής» του, θα πρέπει και εμείς «να μιμούμαστε τον τρόπον».

          Τελειώνω με μιαν παράγραφο, από τον δεύτερο τόμον του βιβλίου, όπου παρατίθεται άρθρο της εφημερίδας «Φιλελεύθερος»  της 3ης Μαρτίου 1960, μόλις δηλ. τρία χρόνια από τον θάνατο του Αυξεντίου: «...Χρωστούμε να μνημονεύσουμε τον άντρα που τίμησε την πατρίδα μπροστά στο παγκόσμιο, τον πρωτομάχο της λευτεριάς μας, τον μεγάλο ήρωα και μάρτυρα που θα εμπνέει τις μελλούμενες γενιές των Κυπρίων, με την επανάληψη του ιστορικού ‘‘Μολών λαβέ’’ του Λεωνίδα, προς στρατούς ισχυρότερους εκείνων του Ξέρξη. Κι αν πήρε τη σκυτάλη από τον Λεωνίδα ύστερα από δυο χιλιάδες τρακόσια χρόνια ο Αυξεντίου, συνεχίζεται αέναος ο κύκλος της Ιστορίας. Η σκυτάλη του Αυξεντίου έχει ιερόν πεπρωμένον για τις επόμενες γενιές των Κυπρίων, στην περιφρούρηση της τιμής και της ελευθερίας» (σελ. 287). Θα συμπληρώναμε σήμερα: στην ανάκτηση της ελευθερίας, στην αποκατάσταση της τιμής και στην απελευθέρωση της Λύσης, της γενέτειρας του ήρωά μας.

          Συγχαρητήρια και πάλιν στον συγγραφέα. Εύχομαι ο τρίτος τόμος να μας βρει στη Λύση ελεύθερους και απροσκύνητους.