English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

  

ΟΜΙΛΙΑ

κατά την παρουσίαση του βιβλίου «Αδάμαστες Ψυχές-Υψιπετείς Αετοί» του Μιχαήλ Παπαντωνίου

Πάφος 20.04.2016

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

 

        Στην Παλαιά Διαθήκη ,και συγκεκριμένα στο βιβλίο της Εξόδου, ο Θεός δίνει εντολή στον Ισραηλιτικό λαό να μη λησμονεί πώς εσώθη από τη δουλεία της Αιγύπτου: «Μνημονεύετε την ημέραν ταύτην εν η εξήλθατε εκ γης Αιγύπτου, εξ οίκου δουλείας. Εν γαρ χειρί κραταιά εξήγαγεν υμάς Κύριος εντεύθεν»( Εξ.13,3). Ήταν ανάγκη να θυμούνται με ποιον τρόπο απέκτησαν την ελευθερία τους, προκειμένου και την ίδια την ελευθερία να εκτιμήσουν αλλά και τον Θεό και όσους άλλους συνέβαλαν σ’αυτό το κατόρθωμα να ευγνωμονούν. Η μνήμη είναι απαραίτητο συστατικό της επιβίωσης ενός λαού.

        Ιδιαίτερα η ιστορική μνήμη αποτελεί ουσιωδέστατο στοιχείο της επιβίωσής μας ως Ελλήνων στον χώρο τούτο της Ανατολικής Μεσογείου που μας κληρώθηκε ως πατρίδα από αρχαιοτάτων χρόνων. Αυτή, η μνήμη, χαράσσει τα εθνικά πλαίσια στα οποία οφείλει να κινηθεί και σήμερα ο Κυπριακός Ελληνισμός. Από την άλλη, όπως κι οι Εβραίοι, θα πρέπει να μνημονεύουμε με ευγνωμοσύνη όσους συντέλεσαν στην απελευθέρωσή μας από τον ξενικό ζυγό.

        Είναι, ως εκ τούτου, αξιέπαινος ο κ. Μιχαλάκης Παπαντωνίου ο οποίος με το βιβλίο του «Αδάμαστες Ψυχές-Υψιπετείς Αετοί», που παρουσιάζουμε απόψε, μάς περιγράφει με πολλή λεπτομέρεια ιστορικά γεγονότα που έγιναν στην Πάφο, την πόλη και επαρχία μας, κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού μας αγώνα. Συμβάλλει στη διατήρηση της μνήμης όσων έζησαν τον επικό εκείνο αγώνα αλλά και διδάσκει, τις νεότερες γενιές, δημιουργώντας μνήμη σ’ αυτές.

        Το ’55 δεν ήταν, ασφαλώς, η πρώτη φορά κατά την οποία ο Κυπριακός ελληνισμός επαναστάτησε για την ανάκτηση της ελευθερίας του. Σχεδόν από την επαύριον της κάθε υποδούλωσης άρχιζαν τα απελευθερωτικά κινήματα. Γράφει ο Νικόλαος Σαρίπολος πως «η ελευθερία, δύναμις ούσα της ψυχής απονεκρούται εάν μη διηνεκώς περί ταύτην ασχολούμεθα». Και οι ΄Ελληνες της Κύπρου δεν έπαψαν ούτε στιγμή να ασχολούνται μ’αυτή.     Όλες οι επαναστάσεις, ακόμα

και οι αποτυχημένες, συντήρησαν αναμμένη τη φλόγα. Κι ήταν αυτό και σπουδαίο και απαραίτητο.

        Η ειρήνη είναι μέγα αγαθό, αλλά μόνο ως αποτέλεσμα ελευθερίας είναι επιθυμητή και πρόξενος αξίου βίου στους Έλληνες. Πάνω από την ειρήνη οι Έλληνες έθεταν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου και την ελευθερία. Γι’αυτό και συνεχώς αγωνίζονταν για την ανάκτησή της, όσες φορές την έχαναν.

        Ο αγώνας της ΕΟΚΑ, όμως, το θαύμα του έπους του ’55, δεν ήταν μια από τις πολλές εξεγέρσεις των Κυπρίων. Υπήρξε μια μοναδική και εξόχως δυναμική εξόρμηση του Κυπριακού Ελληνισμού από την ταπείνωση δουλείας αιώνων στα υψηλά επίπεδα των εθνικών του πόθων. Υπήρξε ένας θρίαμβος της ελληνικής αρετής. Ήταν η συνισταμένη όλων των αγώνων του Κυπριακού Ελληνισμού.

        Από το 1191, που βίαια απεσπάσθη από την Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία, ο Κυπριακός λαός, που είχε διακριθεί στην Ιστορία και στον πολιτισμό, δεν έπαυσε να αγωνίζεται, με κάθε τρόπο, και να επιδιώκει την ενσωμάτωσή του στον Ελληνικό κορμό. Ο χρόνος που κύλησε από τότε ήταν χρόνος θρήνου και δακρύων. Και ο θρήνος και τα δάκρυα αλλά και οι αγώνες εντάθηκαν στην περίοδο της Αγγλικής κατοχής. Η ιερότητα του αγώνα τού Κυπριακού Ελληνισμού και το δίκαιο του πόθου του για ένωση με την Ελλάδα, αναγνωρίστηκαν κι από τους ίδιους τους άγγλους κατακτητές, όταν η Κύπρος προσεφέρθη στην Ελλάδα, το 1915, έναντι του τιμήματος της εξόδου της χώρας από την ουδετερότητα, κατά τον Α΄Παγκόσμιο πόλεμο. Παρόλο που πολλοί, ανάμεσα σ’ αυτούς και ο κ. Μιχαλάκης Παπαντωνίου, είδαν με δυσπιστία εκείνη την πρόταση και αμφισβήτησαν την ειλικρίνεια των Άγγλων, αν αυτοί δεν αναγνώριζαν την εθνική ταυτότητά μας και το δίκαιο των αιτημάτων μας, δεν θα έκαναν, έστω και φραστικά, εκείνη την προσφορά.

        Αιώνιο πρόβλημα της φυλής μας ήταν η ανέκαθεν αριθμητική μειονεξία της μέσα σ’ένα κατακλυσμό βαρβάρων˙ Περσών στην αρχαιότητα, Τούρκων αργότερα, μιας ολόκληρης Αγγλικής αυτοκρατορίας στο τέλος. Κι η σύγκριση μεγεθών ήταν, εκ των πραγμάτων,αναπόφευκτη. Υπήρξαν, ασφαλώς, και τότε φωνές ότι είμαστε λίγοι και αδύναμοι κι ότι δεν θα’ πρεπε να τα βάλουμε με μιαν αυτοκρατορία. Μα ήταν κι η απάντηση διαχρονική: Η Ιστορία λέει ότι δεν νικούν πάντοτε οι πολλοί.  Πάντοτε εκείνοι που αγωνίζονταν για την ελευθερία ήταν οι λίγοι. Κάτω από την άνιση σχέση των αριθμών, όμως, βρίσκεται η ισορροπημένη σχέση των αξιών που σαν γενεσιουργές αιτίες διαμορφώνουν γεγονότα και αποτελέσματα σύμφωνα με τον αιτιοκρατικό νόμο της Ιστορίας. Οι λίγοι, ο Κυπριακός Ελληνισμός, ήταν αξία, οι πολλοί-οι αποικιοκράτες-ήταν απλό άθροισμα μονάδων. Οι λίγοι ανυψώθησαν σε αξία γιατί τους ένωνε δυναμικά το ιδανικό της ελευθερίας. Οι πολλοί ήσαν οι ίδιοι δούλοι, αφού δουλείαν υπηρετούσαν.

        Παράδοση αιώνων δείχνει πως για τους Έλληνες η ελευθερία είναι η ύψιστη αξία χωρίς την οποία δεν νοείται ζωή.  Γι’αυτό κι ο αγώνας της ΕΟΚΑ, ο αγώνας των Ελλήνων της Κύπρου, δεν ήταν αγώνας για καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής, ή την αύξηση του κατά κεφαλήν εισοδήματος.  Το ζητούμενο ήταν η εθνική ελευθερία, που αποτελούσε το κύριο φυλετικό γνώρισμα του έθνους και τη σπονδυλική στήλη της ιστορικής του ζωής.

        Μέσα από το βιβλίο του, ένα χείμαρρο 700 και πλέον σελίδων, που κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη αδιάπτωτο, ο Μιχαλάκης Παπαντωνίου δίνει, χωρίς αυτό να’ταν αυτοσκοπός, και το μεγαλείο του απλού κόσμου, όλου του Κυπριακού λαού. Σε πόλεις και χωριά, σε μορφωμένους και αγράμματους, σε άνδρες και γυναίκες, ηλικιωμένους και παιδιά, ο αγώνας είχε την ίδια απήχηση. Προπαρασκευασμένος από την αδιάκοπη επαφή με την Ιστορία του, κατηχημένος από τα μυστικά διδάγματα των προγόνων του, μα περισσότερο απ’όλα, οδηγημένος από το δικό του βαθύ εθνικό αίσθημα, σύσσωμος ο Κυπριακός λαός δήλωσε από την πρώτη στιγμή τη συμμετοχή του στον αγώνα και την πίστη του για τη βέβαιη αποτίναξη του αποικιακού ζυγού. Μέσα από τη διήγηση εμπλέκονται με τρόπο φυσικό ο πατέρας, η μητέρα, μικρότερα αδέλφια, εργάτες, δάσκαλοι, αστυνομικοί, καθηγητές, κόσμος πολύς. Όλοι δονούνται από τους ίδιους υψηλούς παλμούς.

        Η Κυπριακή επανάσταση υπήρξε ένα μεγάλο μαζικό κίνημα, ένας συνδυασμός ένοπλης και μαζικής λαϊκής εξέγερσης. Χωρίς τη μαζική κινητοποίηση, μόνοι οι λίγοι ένοπλοι της ΕΟΚΑ, δεν θα μπορούσαν να είχαν απειλήσει τη βρετανική κυριαρχία με τον πειστικό και πιεστικό τρόπο με τον οποίο την απείλησαν για να οδηγήσουν στον τερματισμό του αποικιακού καθεστώτος.

        Ο συγγραφέας ξεκινά το έργο του με μιαν εκτενή αναφορά στην προετοιμασία του αγώνα. Και σημειώνει πως οι αξίες και τα ιδανικά που ενέπνευσαν τους αγώνες των λοιπών Ελλήνων για ελευθερία, δικαιοσύνη και εθνική αξιοπρέπεια ενέπνευσαν και τους Κυπρίους στον αγώνα του 1955 για τις ίδιες αξίες και τα ίδια ιδανικά.

        Τριανταπέντε αιώνες συνεχούς Ελληνικής παρουσίας στην Κύπρο δημιούργησαν σταθερό υπόβαθρο για να στηθεί και να καρποφορήσει ο αγώνας για απελευθέρωση. Δημιούργησαν την Ελληνική αρετή που επιτάσσει προάσπιση της ελευθερίας, ή ανάκτησή της, όταν προς καιρόν χάνεται, με κάθε θυσία, ακόμα και όταν η συμβατική λογική φωνάζει πως η αντίσταση σε επίδοξους, ή υπαρκτούς κατακτητές, είναι άπελπις. Παρακλάδια και έκφραση αυτής της αρετής υπάρχουν πολλά: Το μολών λαβέ του Λεωνίδα, το «πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν» του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, το «εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θε να πεθάνω» του Αθανάσιου Διάκου και άλλα˙ με πράξεις όπως εκείνη του Σαλαμίνιου Ονήσιλλου που τα’ βαλε πεζός με τα έφιππα στίφη των Περσών, και εκείνη των διαδηλωτών που έκαψαν, το 1931, το Κυβερνείο.

        Στέκεται ιδιαίτερα ο συγγραφέας στο κίνημα των Οκτωβριανών γιατί γνωρίζει ότι τα Οκτωβριανά ήταν ένας αξιοσημείωτος σταθμός στην ιστορία του Κυπριακού αλυτρωτισμού, που αναδείκνυε τις «σταθερές» της αυταπάρνησης και της αυτοθυσίας για την πατρίδα, οι οποίες για πρώτη φορά συνδέθηκαν με αντιαποικιακά-αντιβρετανικά αισθήματα. Αναφέρεται στη σύλληψη και εξορία των Μητροπολιτών Κιτίου Νικοδήμου και Κυρηνείας Μακαρίου, του οικονόμου της Φανερωμένης Διονυσίου και άλλων κληρικών, υποδεικνύοντας, έμμεσα αλλά σαφώς, ότι και στον αγώνα εκείνο πρωτοστάτησε η Εκκλησία. Γι’ αυτό εξάλλου και τα καταπιεστικά μέτρα που λήφθηκαν από τους Άγγλους εναντίον της. Η Βρετανική πολιτική μετά τα Οκτωβριανά στόχευε στην εκμηδένιση του πολιτικού ρόλου της Εκκλησίας και στην καθυπόταξή της, με μια σειρά νόμων που αφορούσαν την εκλογή αρχιεπισκόπου, και ανέτρεπαν την ισχύουσα κανονική τάξη, καθιερώνοντας την επέμβαση της ξένης δύναμης στις εκκλησιαστικές υποθέσεις. Λόγω της αντιστασιακής δραστηριότητας και της εθνοπρεπούς στάσης του Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου, του Τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού θρόνου από το 1933, η βρετανική πολιτική λειτούργησε στο τέλος ευεργετικά υπέρ της αναβάθμισης του εθναρχικού ρόλου της Εκκλησίας.

        Με την αναφορά στο Ενωτικό Δημοψήφισμα της 15ης Ιανουαρίου 1950, φτάνει ο συγγραφέας στην εκλογή του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄, οπότε και τίθενται συστηματικά πια τα θεμέλια για τον απελευθερωτικό αγώνα. Ο Μακάριος ο Γ΄ υπήρξε ο εγκέφαλος, ο εμψυχωτής και ο αρχηγός της εξέγερσης των Κυπρίων. Έριψε τον επαναστατικό χείμαρρο του λαού στη σωτήρια κοίτη του και οδήγησε στην αποτίναξη του αποικιακού ζυγού.

        Μέσα σ’ αυτό το ενθουσιαστικό κλίμα που δημιουργήθηκε από τις δηλώσεις και τις ενέργειες του νέου Αρχιεπισκόπου ο συγγραφέας περιγράφει την συμμετοχή του στην υποδοχή του Γρίβα, που θα αναλάμβανε την στρατιωτική ηγεσία του αγώνα και ο οποίος έφτασε μυστικά σε παραλία του χωριού του, της Χλώρακας. Ένιωθε, ο συγγραφέας, ότι ζούσε μοναδικές, ιστορικές στιγμές. Και ότι οι εκατόν και πλέον γενεές των Ελλήνων που προηγήθηκαν στην Κύπρο, εναπέθεταν στους ώμους της γενιάς του την ευθύνη, αλλά και το ξεχωριστό προνόμιο, της απελευθέρωσης του τόπου. Είναι αδύνατο να περιγράψει κανείς τα συναισθήματα εκείνων των στιγμών του νεαρού Μίχαλου. Μόνον εκείνος θα τα ανακαλεί, όσο ζει, στη μνήμη του και θα αισθάνεται την απερίγραπτη ευτυχία. Εμείς τον μακαρίζουμε.

        Κάμνει ιδιαίτερη αναφορά στον Ανδρέα Αζίνα και στο έργο του, ως του έμπιστου ανθρώπου του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Φαίνεται πως η εκτίμηση των δύο ανδρών-Αζίνα και Μιχ.Παπαντωνίου- ήταν αμοιβαία. Χρόνια πολλά πριν έλθω στην Πάφο, ο μ. Αζίνας μου μίλησε για τον Μιχαλάκη με σεβασμό για την προσφορά του και εκτίμηση για την ανιδιοτέλειά του.

        Περιγράφει και τη συμμετοχή του στην εκφόρτωση όπλων και πυρομαχικών από πλοιάριο που ήλθε από την Ελλάδα, την απόρριψη άλλου φορτίου στη θάλασσα, όπου και εκφράζει κάποιες υπόνοιες για το συμβάν. Κάνει ιδιαίτερη μνεία στην ανάθεση σ’ αυτόν της ευθύνης διανομής των όπλων καθώς και στην ορκωμοσία του από τον Διγενή. Αναφέρεται στη σύλληψή του, μαζί με άλλους αγωνιστές, κατά την άφιξη άλλης ποσότητας οπλισμού, στην κράτησή του, στη δίκη και στην τελική αθώωσή του. Η αθώωσή του, καθώς και του Κυριάκου Μαυρονικόλα, οφειλόταν, εν πολλοίς, στην αμφιβολία του δικαστηρίου που προξενήθηκε και από τις απαντήσεις των κατηγορουμένων, αλλά και από την απόσταση από το πλοιάριο στην οποία είχαν συλληφθεί.

        Είναι άξιο να σημειωθεί πως οι απαντήσεις των καταδικασθέντων κινήθηκαν όλες στο ίδιο μήκος κύματος, που υπογράμμιζε την περηφάνιά τους για τη συμμετοχή τους στην προπαρασκευή του αγώνα. Ο Ευάγγελος Κουταλιανός, ο Ελλαδίτης κυβερνήτης του πλοιαρίου, είπε: «Ως Έλλην έπραξα το καθήκον μου και είχον ιεράν υποχρέωσιν να βοηθήσω τους αδελφούς μου της νήσου Κύπρου». Ο Κώστας Λεωνίδα: «Είμαι Έλλην Κύπριος και έκαμα το καθήκον μου διά την ελευθερίαν της Κύπρου. Εάν είμαι ένοχος δι’ όσα έκαμα, είμαι εις την διάθεσιν του δικαστηρίου». Ο Χρ. Πενταράς: «Ζητώ από το δικαστήριον όπως μη με κρίνη ως κοινόν εγκληματίαν. Παν ό,τι έπραξα, το έπραξα διά την ελευθερίαν της πατρίδος μου. Πιστεύω ότι εις τον εικοστόν αιώνα οι λάτρεις της ελευθερίας δεν πρέπει να τιμωρούνται».

        Η συμπεριφορά αυτών των πατριωτών πρέπει να ενεργεί ως κόλαφος σ’ εμάς. Είμαστε σε απόσταση μόνο μιας γενεάς απ’ αυτούς και όμως συναγωνιζόμαστε μεταξύ μας στην εξαχρείωση, στην απεμπόληση της πατρίδας μας. Ας ενεργήσουν, τουλάχιστον, τα λόγια τους απόψε ως φωνή που θα μας ξυπνήσει από το λήθαργο της εθνικής ισοπέδωσης. Και ας μη ξεχνούμε ποτέ ότι όταν ο Ελληνισμός υπέκυπτε σε ξένους κατακτητές, τούτο δεν οφειλόταν μόνο, ή κυρίως, στις δυνάμεις του εχθρού. Οφειλόταν πρωτίστως στην προηγούμενη απομάκρυνση των Ελλήνων από τις διαχρονικές ελληνικές αξίες που ενεργούσαν ως θώρακας προστασίας και σωτηρίας.

        Μετά από αυτή την εκτενή περιγραφή των γεγονότων της προπαρασκευής του αγώνα που καλύπτει το ένα τρίτο, περίπου, του βιβλίου αρχίζει η αναφορά στον ένοπλο αγώνα. Παρατίθεται η πρώτη προκήρυξη του αρχηγού Διγενή και περιγράφονται τα γεγονότα στην Πάφο κατά το πρώτο έτος του αγώνα, το 1955. Γίνεται μνεία και γεγονότων που έγιναν σε άλλες επαρχίες και που είχαν ως πρωταγωνιστές μέλη της ΕΟΚΑ από την Πάφο, όπως π.χ. της τοποθέτησης βόμβας κάτω από το κάθισμα του κυβερνήτη στο κινηματοθέατρο «ΠΑΛΛΑΣ» στη Λευκωσία από τον Χαρίλαο Ξενοφώντος εκ Μεσόγης.

        Όταν η διήγηση το επιτρέπει ο συγγραφέας καταθέτει και μεταγενέστερα γεγονότα που δένουν με τη διήγηση, όπως π.χ. γίνεται αναφορά στην προτομή του Χαρίλαου Ξενοφώντος που στήθηκε στη γενέτειρά του Μεσόγη, μετά τον θάνατό του, το 2014.

        Στο κεφάλαιο αυτό γίνεται αναφορά και στην προσφορά των Ελληνίδων γυναικών στον αγώνα. Παρελαύνουν επώνυμες αγωνίστριες και εξιστορούνται τα κατορθώματά τους. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλούς ιερωμένους. Δεν είναι μόνον ο πατέρας του συγγραφέα, ο διάκονος Διονύσιος, ο σημερινός Ηγούμενος Χρορρογιάτισσας, ο Παπαπαναγιώτης Χρυσάνθου, ο Ηγούμενος Χρυσορρογιατίσσης Αλέξιος. Είναι και άλλοι πολλοί, το σύνολο σχεδόν των ιερέων της Πάφου και της Κύπρου. Επαληθεύεται γι’ αυτούς εκείνο που γράφτηκε παλαιότερα, ότι σε κάθε πτυχή του ράσου τους ανέμιζε κατά ισόβαθμο και ισόβαρο τρόπο η θρησκεία και η πατρίδα.

        Χαρακτηριστικό του όλου βιβλίου είναι η παράθεση αφηγήσεων διαφόρων προσώπων για τα ίδια γεγονότα. Διασφαλίζεται ότι η αντικειμενικότητα της έκθεσης των γεγονότων και αποφεύγεται η θέαση μιας πράξης από μιαν μόνο οπτική γωνία. Η αντικειμενικότητα και η αμεροληψία του συγγραφέα φαίνεται και στην περίπτωση του Μητροπολίτη Πάφου Φωτίου. Προσωπικά πιστεύω ότι ο άνθρωπος αυτός αδικήθηκε. Του αποδόθηκαν πράξεις και προθέσεις που δεν είχε και που δεν διέπραξε. Εξυπνότατος και πολυμαθέστατος, ίσως να αδικήθηκε από τη συμπεριφορά συνεργατών του και να μην μπόρεσε να γίνει δεκτός από τον απλό λαό. Δεν ήταν, όμως, με κανέναν τρόπο, προδότης του αγώνα. Και ο Μιχ. Παπαντωνίου δίνει την εξήγηση που εγώ, τουλάχιστον, αγνοούσα: Λόγω της έλλειψης εμπιστοσύνης προς αυτόν ή το περιβάλλον του, δεν τον μύησαν στην Οργάνωση. Όμως εκείνος εδονείτο από τον ίδιο πόθο της απελευθέρωσης. Γι’ αυτό και μετά την εκδήλωση της δράσης της ΕΟΚΑ, άρχισε να προετοιμάζει δικές του ομάδες, πράγμα που θεωρήθηκε, όπως και πράγματι ήταν, διασπαστικό. Γι’ αυτό και αναγκάστηκε, ύστερα από πίεση, να εγκαταλείψει την Πάφο.

        Με τις περιγραφές της οργάνωσης στον αγώνα των διαφόρων κοινοτήτων της Πάφου, τις καταλήψεις αστυνομικών σταθμών, τη διενέργεια της πρώτης ενέδρας στην Κύπρο που έγινε στο Αρκοκαλάμι και τις αφηγήσεις και μαρτυρίες αρκετών αγωνιστών, κλείνει το κεφάλαιο για το πρώτο έτος του αγώνα.

        Τα γεγονότα για το 1956 περιγράφονται σε 100 περίπου σελίδες. Πέραν των ενεδρών, των εφόδων και της κατάληψης αστυνομικών σταθμών, ο συγγραφέας στέκεται λιτά και απέριττα, χωρίς κανένα σχόλιο, στις εκτελέσεις κάποιων Ελλήνων από την ΕΟΚΑ.     Ο συγγραφέας ξέρει πως την αίγλη του ’55 δεν μπορούν να αμαυρώσουν οι ατέλειες ατόμων, ή οι πλάνες πρωταγωνιστών, ή άλλων παραγόντων. Γι’αυτό και δεν διστάζει να αναφέρει, με τρόπο βέβαια που να μην προσβάλλει και να εκθέτει ζώντες συγγενείς, τις εκτελέσεις από την ΕΟΚΑ ανθρώπων που θεωρήθηκαν συνεργοί του δυνάστη, ή έδρασαν με τρόπο που παρέβλαπτε τον αγώνα. Διαισθάνεται, εξάλλου, ο συγγραφέας, ότι σωστή ιστορική κρίση μόνον από την πραγματική ιστορία μπορούμε να εξαγάγουμε. Από ψευδή ή ατελή ιστορία μόνον ψευδή ή ατελή συμπεράσματα μπορούμε να συναγάγουμε.

         Ο Διονύσιος Κόκκινος, αναφερόμενος στον αγώνα του 1821, λέει ότι «η εξαΰλωσις ιστορικών προσώπων τα απομακρύνει από την έννοια της ζωής και αμβλύνει απέναντί των την αίσθησιν των συγχρόνων». Ο Μιχαλάκης Παπαντωνίου δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι οι ήρωες του ’55, που οδήγησαν την Κύπρο στην ελευθερία, έκαμαν ό,τι έκαμαν ως άνθρωποι με αδυναμίες. Και εκείνα, που σε μιαν κατά μέρος κριτική θα φαίνονταν ελαττώματα και πράξεις αξιόμεμπτες ορισμένων προσώπων, είναι απόδειξη της ζωτικότητας και της πληθωρικής τους δύναμης, στην οποία η Κύπρος οφείλει την ανεξαρτησία της. Ίσως να διαισθάνεται ο συγγραφέας ότι στις έκτακτες συνθήκες του αγώνα και λόγω της ανάγκης προστασίας των αγωνιστών να έγιναν και κάποιες βεβιασμένες πράξεις και να αδικήθηκαν άνθρωποι. Γι’ αυτό και δεν παραλείπει να σημειώσει ότι της κηδείας του εκτελεσθέντος ηγουμένου της Χρυσορρογιατίσσης Επιφανίου προέστη ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος. Υποψιάζομαι ότι αφήνει ο συγγραφέας ανοικτό το ενδεχόμενο της διάπραξης κάποιου λάθους από την ΕΟΚΑ. Αν επρόκειτο για σεσημασμένο προδότη θα προΐστατο της κηδείας ο Μακάριος; Δεν διστάζει, ακόμα, να ζητήσει συγγνώμη από όσους τυχόν αδίκησε. Αξιοσημείωτη είναι και η απολογία κάποιου αγωνιστή για την, εκ λανθασμένων πληροφοριών, κακοποίηση κάποιου ιερωμένου ο οποίος δείχνοντας και ανωτερότητα και υπευθυνότητα έσωσε εκείνους που τον κτυπούσαν από αγγλική περίπολο που περνούσε τυχαία από το σπίτι του.

        Για την εκτέλεση Τούρκων πρακτόρων και άγγλων βασανιστών δεν έχει αναστολές ο συγγραφέας. Δίνει λεπτομέρειες και εξηγεί γιατί έπρεπε να εκτελεστεί ένας τέτοιος, ο Τούρκος Αλή Ριζά. Βρίσκει, ως προς το σημείο τούτο, δικαίωση στον  Μέγα Αθανάσιο ο οποίος θεωρεί ότι το «εν τοις υπέρ πατρίδος πολέμοις αναιρείν τους αντιπάλους και έννομον και επαίνου άξιον». Οι πόλεμοι, εξάλλου, που ο Ελληνισμός διεξήγαγε ήταν ανέκαθεν αμυντικοί και απελευθερωτικοί.

        Στο 1956 συνέβη, ως γνωστό, και η εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Η Οργάνωση διενήργησε αντίποινα για την εξορία του Μακαρίου και έγιναν στην Πάφο συλλήψεις από την αστυνομία. Η εξορία του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του Μητροπολίτη Κυρηνείας, οι περιορισμοί που επιβλήθηκαν στον Εθναρχεύοντα Μητροπολίτη Κιτίου Άνθιμο και στον τότε Χωρεπίσκοπο Σαλαμίνος Γεννάδιο δείχνουν τη σημασία που απέδιδαν οι Άγγλοι στην Εκκλησία. Εφάρμοζαν στην ουσία την αρχή «κτυπήστε την κεφαλή για να παραλύσει το σώμα».

        Το 1956 στην Πάφο τελειώνει με τη σύλληψη του έφηβου μαθητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη, αυτού που σε λίγους μήνες θα γινόταν παγκόσμιο σύμβολο ηρωισμού.

        Το επόμενο κεφάλαιο που ασχολείται με τα γεγονότα του 1957 περιγράφει πολλές απώλειες για την Πάφο. Ο Γεώργιος Παπαβερκίου και ο Τάκης Σοφοκλέους έπεσαν ηρωικά μαχόμενοι στις αρχές Φεβρουαρίου. Ο Χρίστος Κκέλης και ο Μιλτιάδης Στυλιανού φονεύονται ύστερα από στυγερή προδοσία ένα μήνα αργότερα. Και ύστερα από λίγες μέρες έχουμε τον απαγχονισμό του Ευαγόρα Παλληκαρίδη.

        Δεν υποτιμά τη θυσία των άλλων ηρώων μας, ο συγγραφέας˙ στέκει, όμως, περισσότερο στον Ευαγόρα Παλληκαρίδη. Ίσως γιατί ήταν ο νεότερος της αγχόνης, ίσως γιατί αντικατέστησε την εύκολη μαθητική ζωή με τη δυσκολία του ανταρτοπολέμου, ίσως γιατί ύμνησε την Ελλάδα και την ελευθερία με «λόγον μουσική κεκραμένον», κατά τον Πλάτωνα, ίσως για όλα αυτά μαζί. Και πράγματι! Στεκόμαστε και εμείς με ιδιαίτερο θαυμασμό μπροστά σ’ αυτόν τον ήρωά μας. Η άρνηση της ζωής στην εποχή της εφηβείας και των ονείρων για μια ιδέα ανώτερη, τον ανεβάζει στα μάτια όλων που θεωρούμε, δικαιολογημένα, τους εαυτούς μας ανάξιους να συγκριθούμε μαζί του. Εκείνος διάλεξε μιαν ανηφοριά για να πετύχει αξίες, εμείς μάθαμε στις κατηφόρες της διαφθοράς. Εκείνος ζητούσε τα μονοπάτια που παν στη λευτεριά και εμείς επιλέγουμε τις λεωφόρους των διολισθήσεων προς τις θέσεις του εχθρού. Ζητούσε εκείνος να ανεβεί τα σκαλοπάτια και εμείς αναζητούμε ασανσέρ διευκολύνσεων, μιαν ελαστικοποίηση της συνείδησής μας.

        Στο 1957 έγιναν οι συλλήψεις σημαντικών στελεχών της Οργάνωσης στην Πάφο. Του Γιαννάκη Δρουσιώτη, του Ευστάθιου Χριστοδουλίδη και του ίδιου του συγγραφέα. Εκτίθενται διασταυρωμένες πληροφορίες πολλών αγωνιστών γι’ αυτές τις συλλήψεις.

        Το έτος 1958 σημαδεύτηκε από τις οργανωμένες επιθέσεις των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων. Οι Άγγλοι, φοβεροί στο «διαίρει και βασίλευε», παρακίνησαν τους Τούρκους σε βιαιοπραγίες κατά των Ελλήνων. Αθώα θύματά τους υπήρξαν και στην Πάφο. Στο 1958, όμως, κυριαρχεί η μεγάλη θυσία του Χαράλαμπου Καλαϊτζή στον Κάθηκα, που εκτίθεται στο βιβλίο με κάθε λεπτομέρεια από τη σύζυγο, τη θυγατέρα και τον Γεώργιο Στενιώτη,  μετέπειτα γαμπρό του ήρωα. Γίνεται κατόπιν αναφορά σε πολλά ηρωικά γεγονότα καθώς και εκτελέσεις προσώπων που η Οργάνωση θεώρησε ως καταδότες των Άγγλων. Τέλος παρατίθεται κατάλογος μη συλληφθέντων ανταρτών από την πόλη και επαρχία Πάφου και γίνεται εύφημος μνεία για τους Ανδρέα Τσέλεπο και Κώστα Καρνάβαλο, ενεργά μέλη της ΕΟΚΑ, που έπεσαν, όμως, αργότερα, το 1964, κατά την Τουρκανταρσία.

        Θέλοντας να δώσει μιαν πλήρη εικόνα του μεγαλείου του ανυπέρβλητου εκείνου αγώνα της ΕΟΚΑ που γινόταν για την Ένωση με τη μητέρα Ελλάδα, ο συγγραφέας παραθέτει στη συνέχεια ενυπόγραφες μαρτυρίες για τα φρικτά βασανιστήρια στα οποία υποβάλλονταν οι αγωνιστές από τους Άγγλους ανακριτές και τους Τούρκους συνεργάτες τους. Είναι πολλοί εκείνοι οι οποίοι άφησαν την τελευταία τους πνοή στα χέρια των βασανιστών. Και άλλοι που βγήκαν από τον αγώνα με μόνιμες βλάβες, που τους οδήγησαν γρήγορα στον τάφο. Όλοι αυτοί προσάγουν στους Άγγλους και στην κοινωνία των ελευθέρων κρατών μιαν αδυσώπητη κατηγορία: Ότι στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα θα’ πρεπε κάποιοι να υποφέρουν και να πεθαίνουν για εκείνα που οι πολιτισμένοι, τάχα, λαοί διεκδικούν με πάθος για τον εαυτό τους˙ την ελευθερία.

        Νιώθει, ακόμα, ο συγγραφέας την ανάγκη να δώσει (και σ’ εμάς, που δεν αποκτήσαμε τέτοια πείρα)  να καταλάβουμε, καθώς και στις νέες γενιές, τι σημαίνει στέρηση της προσωπικής ελευθερίας και πώς περνούν οι ατέλειωτες ώρες σε καταναγκαστικό περιορισμό. Περιγράφει γι’ αυτό τη ζωή στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, όπου και ο ίδιος κρατήθηκε για αρκετό καιρό˙ τις εξεγέρσεις των κρατουμένων, τις καθημερινές ενασχολήσεις τους, τη θρησκευτική και τις άλλες πτυχές της ζωής τους.

        Στο τέλος του βιβλίου του ο Μιχαλάκης Παπαντωνίου, σ’ένα παράρτημα, δίνει στοιχεία για τη ζωή και τη δράση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και του στρατηγού Γρίβα –Διγενή.

         Έχει την ακράδαντη πεποίθηση, ο συγγραφέας, ότι αντίθετα από όσα, κάποια θλιβερή μειοψηφία, παρασυρμένη από τυφλή εμπάθεια, του καταμαρτυρούσαν, ο Μακάριος ήταν το αρχέτυπο του Έλληνα. Έλληνας στη συνείδηση, στο ήθος, στον χαρακτήρα, στην πνευματική παράδοση. Βασική του επιδίωξη ήταν η απελευθέρωση της Κύπρου και η ένωσή της με τη μητέρα Ελλάδα. Η διατήρηση ενωμένου και συγκροτημένου του Ελληνισμού της Κύπρου, ήταν το κύριο μέλημα του Μακαρίου. Ο συγγραφέας αναφέρεται αβίαστα σε όλο έργο του, αλλά ιδιαίτερα σ’ αυτό το παράρτημα, στα πολλά ηγετικά χαρίσματα του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου: Στη γρήγορη αντίληψη, στην καθαρή και πλατιά σκέψη, στην εκπληκτική αυτοκυριαρχία του και στην επίμονη επιδίωξη των στόχων του.         Παρόλ’αυτά, ο συγγραφέας δεν μειώνει ούτε κατά ελάχιστο, τον στρατιωτικό ηγέτη της ΕΟΚΑ, τον στρατηγό Γ.Γρίβα-Διγενή. Ούτε περνά από το μυαλό του, ακόμα και η πιο μικρή πιθανότητα, ότι ο Διγενής ήτο δυνατόν να οργανώσει πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Έζησε και τους δύο ηγέτες από κοντά και δεν μπορεί να δεχθεί γι’αυτούς καμιάν ιδιοτέλεια. Με πολλά στοιχεία, μάλιστα, εκθέτει την άποψή του ότι ο Διγενής δολοφονήθηκε από κάποιους «γνωστούς-άγνωστους», για να ανοίξει ο δρόμος προς το πραξικόπημα και την συνδυασμένη μ’αυτό τουρκική εισβολή.

       

        Εξήντα ένα χρόνια μετά την έναρξη του απελευθερωτικού μας αγώνα και πενηνταέξι από τη λήξη του, ύστερα από μια άκρως επικίνδυνη εθνική περιπέτεια, που ακολούθησε, οφείλουμε με νηφαλιότητα όχι μόνο να αποτιμήσουμε την αξία εκείνου του αγώνα, αλλά και να παραδειγματιστούμε για το μέλλον. Στο σύθαμπο των αδιεξόδων και σε καιρούς ανερμάτιστους, το ’55 διδάσκει ότι όσες φορές ο αγώνας για την εθνική ελευθερία κατέστη συνείδηση και ιδεώδες ολόκληρου του λαού και αφύπνισε, με τον τρόπο αυτό, το ηρωικό πνεύμα της θυσίας, το ελληνικό μεγαλείο έφτασε μέχρι τον ουρανό. Οφείλουμε να κατανοήσουμε την αλήθεια αυτή σήμερα που πέραν από την ηθική πώρωση που έπληξε την κοινωνία μας, στον Ελληνισμό της Κύπρου παρουσιάζεται ως νοσηρό κοινωνικό φαινόμενο και η εθνική πώρωση. Σήμερα, που κύριο πρόβλημα της Κύπρου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού, παραμένει η αποτροπή του Τουρκικού επεκτατισμού, του κινδύνου Τουρκοποίησης της πατρίδας μας, χρειαζόμαστε ανασύνταξη δυνάμεων, αναβάπτιση στο εθνικό μας παρελθόν.

        Όταν ένας λαός διαβαίνει επί χιλιετίες τα μονοπάτια της Ιστορίας, είναι φυσικό να συναντά και νίκες και ήττες, να βιώνει μέρες δόξης αλλά και εποχές θρήνου για απώλειες τραγικές. Περνούμε, δυστυχώς, μιαν άκρως δύσκολη περίοδο του εθνικού βίου μας, με τη μισή πατρίδα μας να τουρκοποιείται και την άλλη να κινδυνεύει να’χει την ίδια τύχη. Οι μνήμες πονούν και είναι οδυνηρές, αλλά μας υπενθυμίζουν συγχρόνως και έντονα την ευθύνη και το χρέος. Όλες οι περίοδοι της Ιστορίας μας μάς διδάσκουν. Άλλες θετικά με τα ηρωικά παραδείγματα της αυτοθυσίας των προγόνων μας, και άλλες αρνητικά, με το να βλέπουμε τα ελαττώματα της φυλής και να τα αποφεύγουμε. Το ’55, όμως, ως συνισταμένη όλων των αγώνων του λαού μας για ελευθερία και αξιοπρέπεια θα φωτίζει ξεχωριστά για πάντα την ψυχή των Ελλήνων της Κύπρου. Όταν μιλούμε για το πνεύμα του ’55, εννοούμε ό,τι υψηλότερο έχουμε να επιδείξουμε στην υπερτρισχιλιετή ιστορία μας.

        Σήμερα, δυστυχώς, ζούμε χωρίς το πνεύμα του ’55. Η πατρίδα δέχτηκε από το 1974 ταπεινώσεις και απογοητεύσεις πολλές. Τις περιπέτειες αυτές τις αντιμετωπίσαμε και τις αντιμετωπίζουμε χωρίς την προγονική αξιοπρέπεια, χωρίς την Ελληνική περηφάνια, χωρίς το πνεύμα του ’55. Η δημόσια ζωή στην Κύπρο χαρακτηρίζεται σήμερα από την ιδιοτέλεια, τη διαφθορά, την αδιαφορία για το εθνικό μας θέμα. Ένας λαός, όμως, που απειλείται δεν παραδίδεται στη ραστώνη, στην υπνηλία, στην αδράνεια. Αγρυπνεί. Γι’ αυτό και είναι επείγουσα ανάγκη να ξυπνήσουμε από τον λήθαργο, πριν είναι αργά. Και είναι γι’αυτό τον λόγο που έχει μεγάλη σημασία η λεπτομερής παράθεση των ανδραγαθημάτων των αγωνιστών της ΕΟΚΑ, όπως μας τα παραθέτει ο κ. Μιχαλάκης Παπαντωνίου.  «Αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής» αυτών των ηρώων, θα πρέπει «να μιμούμαστε τον τρόπον». Είναι άξιος πολλών συγχαρητηρίων και γι’αυτό τον λόγο ο συγγραφέας.   

        Συγχαίρω ολόθερμα όχι μόνο τον συγγραφέα αλλά και όσους κοπίασαν για το βιβλίο αυτό, ευχόμενος όπως ο Θεός φωτίσει όλους μας ώστε να παραδειγματιστούμε από τον απελευθερωτικό μας αγώνα και να αγωνιστούμε για απελευθέρωση της πατρίδας μας από τον Τουρκικό ζυγό.