English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

  

 

 

 

 

«Ο Απόστολος Παύλος και ο Ελληνισμός».

Ομιλία στη «Στήλη του Αποστόλου Παύλου» στην Πάφο, 29/06/2016

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

 

 

          Λίγες, ασφαλώς, στιγμές υπάρχουν τόσο καίριες, τόσο κρίσιμες και τόσο χαρακτηριστικές για την πόλη μας, καθώς και για την Κύπρο ολόκληρη, όσο η στιγμή την οποία αναπολούμε σήμερα˙ η στιγμή κατά την οποία οι θεοφόροι Απόστολοι Βαρνάβας και Παύλος, συνεπικουρούμενοι και από τον Μάρκο, παρουσιάστηκαν μπροστά στον Ρωμαίο ανθύπατο, γενόμενοι «ξένων δαιμονίων καταγγελείς». Εύλογα αναμιμνησκόμενοι τους φωτεινούς, παρά τη θρησκευτική τους τυφλότητα, ευκλεείς εκείνους χρόνους, διακατεχόμαστε από ιερή συγκίνηση. Και ιστάμενοι απόψε στην ίδια θέση όπου και «οι πόδες των Αποστόλων έστησαν» πριν από 1970 ακριβώς χρόνια, τους παρακολουθούμε να κηρύσσουν στους Παφίους με τρόπο σαφή, όσα ασαφή διείδαν και εξήγγειλαν οι μεγάλοι Έλληνες προγονοί τους.

        Τιμούμε απόψε και γεραίρουμε και τους δύο Αποστόλους. Όσο, όμως, και αν σεμνυνόμαστε για τον Βαρνάβα, ο οποίος ως «Κύπριος τω γένει» οδήγησε τον Παύλο στην Κύπρο, και όσο και αν αυτός κατεκόσμησε την Εκκλησία μας «αυτεξουσίοις χαρίσμασι» και «βασιλείοις δωρήμασι», στον χώρο τούτο της κρατούσης τότε Ρωμαϊκής αρχής κυριάρχησε ο Παύλος, ο Ρωμαίος πολίτης˙ και γύρω από το πρόσωπό του περιστρέφεται κάθε χρόνο, κατά τρόπο φυσικό, ο λόγος.

        Δεν ήταν μια συνηθισμένη προσωπικότητα ο Παύλος. Ήταν μορφή πρώτου μεγέθους, κορυφαία και μοναδική για την ιστορία του Χριστιανισμού. Ο Χριστιανισμός έγινε ό,τι έγινε χάρις στη μεγαλοφυή ερμηνεία που έδωσε στο κήρυγμά του, αυτός ο γεμάτος πάθος Ιουδαίος της διασποράς, με τη βαθιά θρησκευτική ψυχή και την πλούσια ελληνική παιδεία. Αυτός που άρχισε τη δράση του ως φανατικός διώκτης των Χριστιανών και έγινε στο τέλος ο πιο φλογερός και ακάματος απόστολος της νέας θρησκείας, όταν δέχτηκε το ισχυρότατο πλήγμα της χάριτος στον περίφημο εκείνο δρόμο της Δαμασκού. Δεν ανήκε στον μικρό κύκλο των μαθητών του Χριστού. Και όμως αυτός που δεν άκουσε απ’ ευθείας το κήρυγμα του Διδασκάλου, μπόρεσε με τη δύναμη της ψυχής του να ανακαλύψει το πιο ψηλό και δριμύ, το αληθινό νόημα των λόγων Του.

        Το κήρυγμά του υπήρξε σκάνδαλο για τους Ιουδαίους και μωρία για τους Έλληνες. Η Ιουδαϊκή καταγωγή του κατέστη πηγή υποψίας και προκατάληψης για πολλούς, λόγω του αντισημιτισμού της εποχής του. Συγχρόνως όμως απέβη και αφορμή μίσους για τους Ιουδαίους οι οποίοι είδαν στο πρόσωπό του τον αποστάτη που θα άλλαζε «τα έθη ά παρέδωκεν αυτοίς Μωϋσής»(Πρ. 6,14) και απειλούσε με το έργο του να αφανίσει τη συναγωγή. Παρόλ’ αυτά το έργο του επεβλήθη και επιβίωσε. Ο χρόνος και ο αμείλικτος νόμος της φθοράς μπορεί να ανέτρεψαν από τότε τα πάντα. Η μνήμη του Παύλου, όμως, υψώνεται πέραν της λήθης και του χρόνου˙ και υπενθυμίζει συνειρμικά σ’όλους τους λαούς και το όνομα της Πάφου, ως της πρώτης ευρωπαϊκής πόλης που δέκτηκε τον Χριστιανισμό.

        «Πάντων των ανθρώπων αμείνων», κατά τον Χρυσόστομο, υψώθη στην Ιστορία ως ο «Πρώτος μετά τον Ένα» και  έχει λεχθεί προσφυώς ότι αν ζούσε στις μέρες του ο Διογένης, θα έσβηνε τον συμβολικό φανόν του, γιατί στο πρόσωπο του Παύλου βρέθηκε ο άνθρωπος που τόσο εναγωνίως ζητούσε.

        Πολλές είναι οι πτυχές της ζωής του που αναλύθηκαν κατά καιρούς στον χώρο τούτο, στις ετήσιες συνάξεις προς τιμή του. Θα ήθελα απόψε να αναφερθώ στην εκ μέρους του προβολή της Ελληνικής γλώσσας, καθώς και στη συμβολή του στην μέσω του Χριστιανισμού διάσωση αυτού τούτου του Ελληνισμού.

        Κατανοώντας τα λόγια του Χριστού που εξεφώνησε όταν τον προσέγγισαν οι Έλληνες, «ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθεί ο Υιός του ανθρώπου», πίστεψε ακράδαντα ο Παύλος ότι με την ελληνική γλώσσα και διά της ελληνικής σοφίας θα διαδιδόταν το ευαγγελικό φως «τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου». Κάτοχος ο ίδιος της Ελληνικής Παιδείας, μπορούσε άριστα να εκτιμήσει τις δυνατότητές της. Γι’ αυτό και μετά την απόφασή του να στραφεί προς τα έθνη, δεν αναζητεί άλλους λαούς και άλλη διανόηση. Απευθύνεται προς τους Έλληνες, με πρώτους τους Έλληνες της Κύπρου. Και ο Ελληνισμός αξιώθηκε να καταστεί ο πρωτότοκος της Χριστιανικής κολυμβήθρας με ιεροτελεστή και ανάδοχο τον ουρανοβάμωνα Παύλο.

         Όντας ο ίδιος Εβραίος, μίλησε και έγραψε στα Ελληνικά. Έτσι ανέδειξε την Ελληνική γλώσσα μόνιμο όργανο παγχριστιανικής συνεννόησης και αποθησαύρισε σ’ αυτή όλους τους μαργαρίτες της μεγαλοφυίας του, όλο τον πλούτο της πίστης και της διδασκαλίας του περί του «πώς δει κατά Χριστόν ζην και πολιτεύεσθαι». Στη γλώσσα και τη γραφίδα του Παύλου οι Ελληνικές λέξεις αποκτούν μιαν ιδιαίτερη δύναμη και μιαν εξαιρετική γοητεία, την οποία ο καταρρέων Ελληνισμός από καιρού είχε λησμονήσει.  

        Ο Απ.Παύλος αναδείχθηκε μια από τις διαπρεπέστερες φυσιογνωμίες της Ελληνικής λογοτεχνίας. Λαμπρότερα κείμενα από τις επιστολές του δεν υπάρχουν στη Χριστιανική Γραμματεία. Οι ιδέες στα κείμενά του αναβλύζουν με αφθονία και ευκολία που καταπλήσσει. Ο ρυθμός του λόγου παρακολουθεί βήμα προς βήμα την κίνηση και τις προθέσεις του νοήματος. Άλλοτε αργός και μεγαλοπρεπής, μοιάζει με μιαν επιβλητική υψηγορία, όπως όταν περιγράφει την μέχρι τρίτου ουρανού ανάβασή του και το άκουσμα ξένων ρημάτων «ά ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι», με το να επαναλαμβάνει πολλάκις το «είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδε». Και άλλοτε γρήγορος σαν καταρράκτης, μη αφήνοντας τη σκέψη του αναγνώστη να αφαιρεθεί ούτε μια στιγμή, ούτε και να εκφράσει, λόγω της επιβλητικής πειθούς του, κάποιαν αμφιβολία, μοιάζει σαν ποίημα που ρέει με ταχύτατους ρυθμούς, όπως όταν δίνει σε μια πρόταση τους καρπούς του πνεύματος που είναι «αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια»(Γαλ. 5,22-23).

        Η φραστική του ευστοχία είναι πάντα αξιοθαύμαστη. Η διατύπωσή του έχει πυκνότητα και ακρίβεια που θα την ζήλευαν οι πιο μεγάλοι λογοτέχνες. Όπως στις ιδέες περί Χριστού και περί της εν Χριστώ σωτηρίας είναι άφθαστος, έτσι και στη γλώσσα είναι αμίμητος. Δημιουργεί ο ίδιος λέξεις για να εκφράσει τις νέες θρησκευτικές ιδέες, πλουτίζοντας με τον τρόπο αυτό την Ελληνική γλώσσα με νέο θρησκευτικό λεξιλόγιο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει με κανένα τρόπο ότι ο Παύλος κάτω από την επίδραση του Ελληνικού πολιτισμού, της ελληνικής φιλοσοφίας και παιδείας άλλαξε τη διδασκαλία του Χριστού. Ο Παύλος διδάσκει μόνο ότι παρέλαβε «δι’ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού». Ο Χριστιανισμός πρόσφερε το περιεχόμενο, ο ελληνισμός το είδος και τις μορφές με τις οποίες διατυπώθηκε και περιβλήθηκε το περιεχόμενο εκείνο.

        Ο Παύλος εγκέντρισε την Χριστιανική αλήθεια στην ελληνική καλλιέλαιο. Και όπως συμβαίνει σε κάθε εμβολιασμό, ο νέος βλαστός, διατηρώντας τα χαρακτηριστικά του, τροφοδοτήθηκε από το παλαιό δένδρο και αυξήθηκε. Η Χριστιανική διδαχή βρήκε στον Ελληνικό χώρο έδαφος καλά καλλιεργημένο από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία και τον αρχαίο γενικά πολιτισμό. Η έξαρση από τους αρχαίους προγόνους μας, τους Έλληνες σοφούς, της αθανασίας της ψυχής, έστω και κατά τρόπον ελλιπή και υποτυπώδη καθώς και της αξίας της αρμονίας των αρετών στον άνθρωπο, αποτελούσε άριστη προπαρασκευή.

        Μετά το βάπτισμά του στην κολυμβήθρα της Χριστιανικής αληθείας και ζωής ο Ελληνισμός πήρε νέες δυνάμεις και, κατά το ψαλμικό «ανεκαινίσθη ως αετού η νεότης αυτού». Έτσι  ο Παύλος που μας οδήγησε στον Χριστιανισμό είναι και ο θεμελιωτής της νέας ελληνικής μας ζωής. Είναι εκείνος που εχάλκευσε τους ακατάλυτους δεσμούς μεταξύ ελληνισμού και χριστιανισμού.

        Άριστος παιδαγωγός ο Παύλος, εφάρμοσε στην περίπτωση του Ελληνισμού ό,τι εφάρμοσε σ’αυτόν ο Θεός. Καλώντας τον «εξ απιστίας εις πίστιν» και ματατρέποντάς τον από φανατικό διώκτη σε ένθερμο κήρυκα της αληθείας, ο Θεός είδε το βάθος της καρδίας του, κατενόησε το άδολο των ενεργειών του. Ο Παύλος θεωρούσε ότι καθηκόντως εδίωκε Θεόν ξένον προς τον Θεό που έκ βρέφους εδιδάχθη και επίστευε. Αυτή η πίστη του στον Θεό του, υπήρξε το κριτήριο της εκλογής του από τον Χριστό. Και όταν το περιεχόμενο της βαθιάς θρησκευτικής του συνείδησης μετατράπηκε σε Χριστιανικό, η πίστη του αύξησε πολλαπλάσια τον προηγούμενο φανατισμό του. Όχι πια εναντίον, αλλά υπέρ του Χριστού, το φως του οποίου τού αποκάλυψε ότι ο Γιαχβέ της πατρικής πίστης ήταν ο αληθινός Θεός, ο Πατήρ του Ιησού Χριστού. Ό,τι λοιπόν είδε ο Χριστός στα βάθη της καρδιάς του Σαύλου και τον μεταμόρφωσε σε Παύλο, αυτό το ίδιο εφάρμοσε και ο Παύλος για τον Ελληνισμό.

        Δεν είδε τον Ελληνισμό επιφανειακά ως προσκολλημένον στα είδωλα, στη λατρεία του δωδεκαθέου του Ολύμπου, στις θορυβώδεις εκδηλώσεις της λατρείας της Παφίας Αφροδίτης, με διάθεση υποτίμησης και αποστροφής. Δεν είδε τα είδωλα απλώς ως ψεύδη, ούτε και εστράφη εναντίον τους. Αποκωδικοποίησε τις θορυβώδεις και υλώδεις εκδηλώσεις της λατρείας τους ως εκδηλώσεις βαθιάς θρησκευτικότητας που αποτελούσε ουσιαστική προϋπόθεση για την προσέλκυση στον Χριστό. Απέβλεψε στο εσωτερικό βάθος της θρησκεύουσας ελληνικής ψυχής ο Παύλος. Όταν στο βάθος αυτό θα εγκαθιδρύετο ο Χριστός και όταν η εσωτερική αυτή ευσέβεια θα στρεφόταν προς τον Χριστό, το έδαφος θα εσείετο αφ’ εαυτού και τα είδωλα θα εκρημνίζονταν μόνα τους.

        Εδώ στην Πάφο στάθηκε, με αυτοπεποίθηση, πάνω σε σταθερό έδαφος στο οποίο αντελήφθη ότι μπορούσε να οικοδομήσει την τοπική Εκκλησία. Εκείνη η αισθησιακή δίψα που εξεδήλωναν οι πρόγονοί μας με τις λιτανείες, τις θυσίες και τις ποικίλες ανηθικότητες για την Αφροδίτη, τι άλλο δήλωνε παρά την εσωτερική τους αναζήτηση, τους βαθύτερους πόθους της ψυχής τους, την πνευματική τους δίψα, που απεγνωσμένα ζητούσαν να κορέσουν; Αυτό διείδε, αυτό εκτίμησε και αυτό θεράπευσε ο Παύλος, προσφέροντάς τους την αλήθεια και τη λύτρωση, την εν Χριστώ ελευθερία.

        Η σημασία εκείνης της επίσκεψης των Αποστόλων  ήταν καθοριστική για μας τους Έλληνες της Κύπρου. Δεν ήταν το πέρασμά τους σαν πάτημα «διαβάτη ανυπόμονου που φάνηκε και χάθηκε στην άμμο μιαν αυγή». Ήταν πέρασμα διαβάτη που τ’ αχνάρια του χαράκτηκαν βαθιά, άσβηστα, δημιουργικά. Εδώ ο Παύλος συνήψε την Εκκλησία με τον Ελληνισμό. Απ’ εδώ άρχισε η εξόρμησή του προς τις άλλες φημισμένες, τότε, Ελληνικές πόλεις. Πέργη, Λύστρα, Σελεύκεια, Λαοδίκεια, Έφεσος, Φίλιπποι, Θεσσαλονίκη, Βέροια, Αθήνα, Κόρινθος, αντιβοούν το όνομά του. Οι κάμποι και οι βουνοπλαγιές τους αναμεταδίδουν ακόμη την ηχώ των λόγων του, βεβαιώνοντας συνάμα και το ένδοξο ελληνικό παρελθόν τους.

        Αυτή η σύνδεση Χριστιανισμού και Ελληνισμού διευκόλυνε τότε αφάνταστα το κήρυγμα˙ εξάπλωσε τάχιστα το Ευαγγέλιο˙ αύξησε την Εκκλησία. Απεδείχθη, όμως, και ευεργετική, πραγματικά σωτήρια και για τον ελληνισμό. Ο Χριστιανισμός έκαμε τον Ελληνισμό πιο ανθρώπινο. Τον συμπλήρωσε με τη διδασκαλία της πανανθρώπινης αγάπης, του έδωσε προοπτικές νέες και κατάφερε να του προσδώσει, για χίλια και πλέον χρόνια, τη δόξα που τού είχε προσφέρει προηγουμένως ο Μ. Αλέξανδρος. Μα και κατά τους χρόνους της δουλείας διέσωσε την ελληνική γλώσσα και διαφύλαξε τον ελληνικό λαό συσπειρωμένο γύρω από την Εκκλησία του. Ιδιαίτερα, εδώ στην Κύπρο, κατά την τελευταία χιλιετία, παρά τις συνεχείς κατακτήσεις και τη διακυβέρνηση της νήσου μας για οκτώ αιώνες από ξένους κατακτητές, η Ελληνική Ορθοδοξία λειτούργησε ως ασπίδα προστασίας και διαφύλαξε την πολιτιστική και εθνική ταυτότητα του Κυπριακού λαού και δεν τον άφησε να αφομοιωθεί από τους κατακτητές του.

        Ευγνωμονούμε τον Παύλο και τον Βαρνάβα για την πλούσια Χριστιανική ζωή των είκοσι αιώνων που μας χάρισαν˙ για τις εκλάμψεις του Χριστιανικού Ελληνικού πνεύματος, όπως τούτο φαίνεται στην ελληνική θεολογία και την αγιολογία μας˙ για την «εν παθήμασι και αίμασι πολλοίς» διαφύλαξη της ελληνικότητάς μας˙ για την εκκλησιαστική μας μεγαλειότητα που συν τοις άλλοις επιμαρτυρεί και την αδιάλειπτη συνέχειά μας από τότε.

        Γιορτάζοντας για τεσσαρακοστή δεύτερη χρονιά τη μνήμη των Αποστόλων μέσα στη θλίψη του εκπατρισμού και της κατοχής της πατρίδας μας, και με εντεινόμενη την αγωνία για το μέλλον μας στη γη των πατέρων μας, καλούμαστε να εγκύψουμε στη διδαχή του Παύλου και να αξιολογήσουμε τις κυριότερες υποχρεώσεις μας έναντι του κηρύγματός του.

        Βασικό μήνυμα του κηρύγματος του Παύλου είναι η ισότης όλων ανεξαίρετα των ανθρώπων. «Ουκ ένι Ιουδαίος ή Έλλην» μάς λέει. Και διευκρινίζει αλλού: «Εποίησεν, (ο Θεός), εξ ενός αίματος παν έθνος ανθρώπων»(Πρ.17,26). Η κοινή καταγωγή, καθώς και η κοινή σωτηρία διά του Ιησού Χριστού εκφράζει αυτή την ισότητα. Η εθελοδουλία, ως εκ τούτου, η αποποίηση του δικαιώματος της ελευθερίας και η διαπραγμάτευση για εκπτώσεις στα ανθρώπινα δικαιώματά μας είναι στοιχείο απαράδεκτο για τον Παύλο και τη Χριστιανική μας ιδιότητα. Προσβάλλει το δόγμα της «κατ’ εικόνα Θεού» δημιουργίας μας, αφού η ελευθερία είναι χαρακτηριστικό του Θεού το οποίο μετέδωσε σε κάθε άνθρωπο.

        Και από την άλλη ο Παύλος διδάσκει πως μετά την πτώση, ο Θεός όρισε σε κάθε έθνος ανθρώπων «τας οροθεσίας της κατοικίας αυτών»(Πρ.17,26). Πώς, λοιπόν, ελαφρά τη καρδία, Χριστιανοί όντες, πνευματικά τέκνα του Παύλου, εκχωρούμε πάτριο έδαφος στον εχθρό;

        Η φωνή του Παύλου απευθύνεται στεντόρεια σ’ εμάς. «Υμείς επ’ ελευθερία εκλήθητε»(Γαλ.5,13). Και «τη ελευθερία η Χριστός υμάς ηλευθέρωσε στήκετε»(Γαλ.5,1). Μπορεί να μιλά για πνευματική ελευθερία στα χωρία αυτά ο Παύλος. Μα η εθνική ελευθερία είναι συνυφασμένη με την πνευματική ελευθερία. Και είναι και αυτός ένας λόγος για τον οποίο η Εκκλησία όχι μόνο ευλογεί, αλλά και βρίσκεται πάντα στην εμπροσθοφυλακή των εθνικών αγώνων. Δεν είναι μόνον η πνευματική υποδούλωση μισητή στον Θεό. Είναι και η εθνική ταπείνωση απαράδεκτη για τους Χριστιανούς. Ώρα, λοιπόν, «ημάς εξ ύπνου εγερθήναι». Και ακολουθώντας τα προστάγματα του Ευαγγελίου, που συνιστούν και τη διαθήκη του Παύλου και του Βαρνάβα προς εμάς,  να επιδιώξουμε τόσο τη θρησκευτική αναγέννηση όσο και την εθνική μας απελευθέρωση. Το οφείλουμε στη μακρά φάλαγγα των προγόνων μας που κράτησαν αναλλοίωτο το μήνυμα του Ευαγγελίου μεταλαμπαδεύοντάς το από γενιά σε γενιά. Το οφείλουμε και στα παιδιά μας που θα πρέπει και αυτά να μεταδώσουν στις επόμενες  γενιές μέχρι τη συντέλεια των αιώνων ανόθευτο τον Χριστιανισμό και τον Ελληνισμό. Το οφείλουμε στον Παύλο και στον Βαρνάβα ως ελάχιστο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης και ως έμπρακτη διαβεβαίωση ότι ο μόχθος τους δεν πήγε χαμένος. Το έργο τους διαρκεί και η Εκκλησία που ίδρυσαν εδώ θα κρατύνεται. Και «πύλαι Άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».