English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ                                      
Απόστολος: Α΄ Κορ. η΄ 8 – θ΄ 2  
Ευαγγέλιο: Ματθ. κε΄ 31 – 46 
7 Φεβρουαρίου 2010                                                                      
                                                                                                                                                              
Στην προσπάθειά της να μας παρακινήσει σε μετάνοια, η Εκκλησία μάς παρουσίασε τις δυο περασμένες Κυριακές, τις πρώτες Κυριακές του Τριωδίου, δύο παραβολές πολύ διδακτικές. Στην πρώτη μάς παρουσίασε το Θεό να δέχεται τη μετάνοια και να συγχωρεί ένα κατ’ εξοχήν αμαρτωλό, τον Τελώνη. Στη δεύτερη δέχεται την επιστροφή του Ασώτου υιού, που είχε περιπλανηθεί στους δρόμους της αμαρτίας και σκόρπισε στους πέντε ανέμους όλα τα θεϊκά χαρίσματα.
Θέλει να διαμηνύσει, η Εκκλησία, πως όσα και όποια κι αν είναι τα αμαρτήματά μας, ο Θεός μάς συγχωρεί, φτάνει να μετανοήσουμε. Για να μη δημιουργηθεί, όμως, η εντύπωση πως χωρίς μετάνοια, ό,τι κι αν κάνουμε, ο Θεός θα μας δεχτεί, μάς παρουσίασε σήμερα, με την Ευαγγελική περικοπή που ακούσαμε πριν λίγο, το φοβερό δικαστήριο που θα στηθεί κατά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού. Μας παρουσίασε μιαν ολόκληρη ομάδα ανθρώπων, που έζησαν μέχρι τέλους χωρίς μετάνοια, να παραπέμπονται στην Κόλαση. Έτσι, δεν θα πρέπει να επαναπαυόμαστε στη μακροθυμία του Θεού. Θα πρέπει να υπολογίζουμε και τη δικαιοσύνη του.
Γιατί όμως θα γίνει η κρίση; Η ύπαρξη κρίσης και ανταπόδοσης είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη δογματική πίστη της Εκκλησίας μας. Λέει ο Απόστολος Παύλος: «Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν, μετά δε τούτο κρίσις». Δηλαδή, κάθε άνθρωπος θα πεθάνει μια φορά και ύστερα από το θάνατό του θα ακολουθήσει κρίση και δίκη για τις πράξεις του. Αυτό ομολογούμε και στο σύμβολο της Πίστεως, λέγοντας ότι πιστεύουμε στον Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον «και πάλιν ερχόμενον μετά δόξης, κρίναι ζώντας και νεκρούς».
Πέρα από τις ξεκάθαρες διαβεβαιώσεις της Αγίας Γραφής, η κρίση θα γίνει γιατί θα πρέπει να αποκατασταθεί η τάξη που ζητά και η ανθρώπινη αλλά και η Θεία δικαιοσύνη. Κι είναι πράγματι κοινή διαπίστωση ότι η δικαιοσύνη στη γη ούτε ορθά, αλλ’ ούτε και πάντοτε απονέμεται. Κακοποιοί που ξέρουν να προφυλάσσονται, πολλές φορές, δεν λογοδοτούν για τα εγκλήματά τους. Άλλοτε η ύπαρξη ψευδομαρτύρων, κάποτε κενά στις νομοθεσίες, πολλές φορές συμφέροντα επιφανών ανθρώπων, οδηγούν στη μη απονομή της δικαιοσύνης. Πώς θα ικανοποιείτο, όμως, το αίσθημα της δικαιοσύνης που είναι τόσο έντονο στους ανθρώπους; Ασφαλώς με την επέμβαση του Θεού κατά τη φοβερή εκείνη ημέρα, οπότε «πάσα παράβασις και παρακοή» θα πάρει την πρέπουσα τιμωρία. Κι αν η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι ατελής, κι αν εξετάζει μόνο τις πράξεις των ανθρώπων, η δικαιοσύνη του Θεού θα εξετάσει και άλλα πράγματα. Θα εξετάσει και τις παραλείψεις, την αποφυγή επιτέλεσης του αγαθού, τις σκέψεις και τα αισθήματα. Και δεν θα τιμωρήσει μόνον τους αμαρτωλούς. Θα βραβεύσει και τους δικαίους. Θα αποδώσει «εκάστω κατά τα έργα αυτού».
Ποιο θα είναι το κριτήριο κατά την φοβερή εκείνη ημέρα; Η παραβολή σήμερα μάς πρόβαλε, ως κριτήριο, τον συνάνθρωπο και τη στάση μας απέναντι σ’ αυτόν. Όχι γιατί είναι χωρίς σημασία η ορθή πίστη και η αγάπη μας προς το Θεό. Αντίθετα. Αυτά προϋποτίθενται. Η παραβολή θέλει να τονίσει ότι είναι πολύ πιο εύκολο να υπηρετήσουμε το Θεό, παρά τους ανθρώπους. Κι ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε στο Θεό, παρά μόνο μέσω των συνανθρώπων μας. Πολλές φορές η αγάπη μας προς το Θεό, που εκδηλώνεται με την προσφορά αφιερωμάτων σ’ Αυτόν, κρύβει και μιαν ιδιοτέλεια. Αναμένουμε από το Θεό προστασία, υγεία, ανταπόδοση. Η γνήσια αγάπη μας προς το Θεό εκδηλώνεται μόνο με την αγάπη προς τους συνανθρώπους μας.
«Κρύπτεται εν πένητι ο Θεός», λέγει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. «Και πτωχός μεν ο προτείνων την χείρα, Θεός δε ο δεχόμενος». Και συμπεραίνει: «Θεός γαρ ην ο δια των πτωχών λαμβάνων».
Είναι χαρακτηριστικό πως ούτε οι «εκ δεξιών», ούτε οι «εξ ευωνύμων» του βασιλέως, αναγνώρισαν το Χριστό. Η απορία τους «πότε σε είδομεν πεινώντα ή διψώντα ή εν φυλακή...» δείχνει πως δεν μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν στο πρόσωπο ενός πάσχοντος συνανθρώπου τους. Τον συνάντησαν πολλές φορές με τη μορφή κάποιου «ελαχίστου» που ζητούσε βοήθεια, αυτοί όμως περίμεναν να τον δουν με τη μορφή του ελκυστικού διδασκάλου που θαυματουργούσε και σκόρπιζε παντού την αγάπη.
Η μεγάλη έμφαση και σημασία που δίνει ο Χριστός, με τη σημερινή παραβολή, στη συμπεριφορά μας απέναντι στους συνανθρώπους μας, δεν τονίζει μόνο την ισότητα όλων των ανθρώπων που έχουν κοινή την καταγωγή από τον πρώτο Αδάμ, και κοινή τη σωτηρία από τον Ιησού Χριστό. Τονίζει και κάτι βαθύτερο: Τη συνύπαρξη των ανθρώπων ως μελών του Σώματος του Χριστού. Αν ένα μέλος του σώματός μας, π.χ. το χέρι, πονά, υποφέρει ολόκληρος ο οργανισμός μας. Όταν το πονεμένο μέλος θεραπευθεί, ανακουφίζεται όλο μας το σώμα. Έτσι, η θεραπεία δεν προσφέρεται απλώς στο χέρι, αλλά, μέσω του χεριού, σ’ ολόκληρη την υπόστασή μας. Το ίδιο συμβαίνει και με τα πάσχοντα μέλη της Εκκλησίας, τους «ελαχίστους αδελφούς». Αγκαλιάζοντάς τους με την αγάπη μας και απαλύνοντας τον πόνο τους, ανακουφίζουμε το σώμα του Χριστού, τον ίδιο τον Θεάνθρωπο. Και ουσιαστικά η προσφορά μας αναφέρεται σ’ Εκείνον. Δεν είναι, επομένως, απλώς συμβολικά τα λόγια του Κυρίου ότι «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Εκφράζουν την πραγματικότητα της Εκκλησίας ως του «μυστικού σώματος του Χριστού».
Η παραβολή της «μέλλουσας κρίσης» θέλει να προσγειώσει όσους από μας πήραν λάθος δρόμο. Ο δρόμος για τον ουρανό περνά υποχρεωτικά από τη γη. Δεν μπορεί κανείς να συναντήσει το Θεό αν δεν πλησιάσει τον άνθρωπο. Θα πρέπει να το καταλάβουμε ότι ο Θεός είναι πολύ πιο κοντά μας απ’ ό,τι νομίζουμε. Κι αν θέλουμε να τον βρούμε, πρέπει να στραφούμε προς το συνάνθρωπό μας. Μόνον έτσι θα ακούσουμε εκείνη την ημέρα: «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν».
                                                                                      
                                                                                 Ο Πάφου Γεώργιος
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ
Απόστολος: Ρωμ. ιγ΄ 11 – ιδ΄ 4
Ευαγγέλιο: Ματθ. στ΄ 14 – 21
14 Φεβρουαρίου 2010
 
«Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. στ΄ 14).
 
Η τελείωση του ανθρώπου και η ομοίωσή του με το Θεό είναι σκοπός ζωής και ποθητή ελπίδα για κάθε άνθρωπο, ιδιαίτερα το Χριστιανό άνθρωπο που θέλει να ταυτίσει τη ζωή του με το θέλημα του Θεού. Με τον τρόπο αυτό η ζωή του αποκτά νόημα, η δε προσπάθειά του για κατάκτηση αυτής της ζωής, γίνεται αγώνισμα πνευματικό. Όμως, όπως κάθε αγώνας, έτσι και αυτός, ιδιαίτερα μάλιστα αυτός, θα πρέπει να θεμελιώνεται πάνω στην ελεύθερη βούληση, γιατί όπως λέει και ο ποιητής «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Θέλει αρετή, γιατί αυτή τότε μόνον αποκτά αξία όταν είναι απαλλαγμένη από καταναγκασμό, ή υστεροβουλία. Θέλει παράλληλα και τόλμη η ελευθερία, γιατί θα χρειαστεί να συγκρουστεί με πολλές καταστάσεις που βρίσκονται μέσα του και γύρω του και τότε νικητής να αισθανθεί τη χαρά της ελευθερίας.
Η περίοδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που αρχίζει από αύριο, υπενθυμίζει αυτό το σκοπό της ζωής του ανθρώπου και παράλληλα προσφέρει και τα μέσα ούτως ώστε πρακτικά να διαπιστώσει ότι ο δρόμος που οδηγεί στην τελείωση είναι μεν δύσβατος, όχι όμως και αδιάβατος. Το σημερινό Ευαγγέλιο, θέλοντας να δώσει νόημα στη ζωή μας, μας αποκαλύπτει μερικούς τρόπους με τους οποίους θα καταστεί η ζωή μας περισσότερο πνευματική και άρα και η ιδιότητά μας ως Χριστιανών δε θα περιορίζεται μόνο στα χαρτιά.
Ο πρώτος τρόπος με τον οποίο θα δοκιμάσουμε τις αντοχές μας και θα δοκιμαστούμε σαν Χριστιανοί είναι η αμνησικακία. Δηλαδή να μην κρατώ κακία και να το αποδεικνύω στην πράξη με το να μπορώ να συγχωρώ. Ναι, να μπορώ να συγχωρώ εκείνον ή εκείνην που με έβλαψε ή που με συκοφάντησε. Να μπορώ να συγκρατώ το πάθος για εκδίκηση και να το καταστέλλω πλήρως, έστω κι αν η πικρία που νιώθω είναι δικαιολογημένη. Εκείνη τη στιγμή πηγή δύναμης μπορεί να ν’ αποτελέσουν οι σημερινοί λόγοι του Κυρίου: «Εάν γαρ αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος».
Ας συγκρατηθούμε την ώρα που είμαστε έτοιμοι για να ξεσπάσουμε την οργή μας. Ας θυμηθούμε τις δικές μας ατέλειες. Ας θυμηθούμε το κατά πόσον βλάψαμε το συνάνθρωπό μας στον οποίο είμαστε έτοιμοι να ξεσπάσουμε. Ας θυμηθούμε τις λίγες, ή τις πολλές φορές που δε συμπεριφερθήκαμε σωστά σε συνανθρώπους μας. Ιδιαίτερα, όμως, ας θυμηθούμε το πόσες φορές αμαρτήσαμε ενώπιον του Θεού και από τον οποίο ζητούμε συγχώρηση. Εκείνη τη στιγμή, λοιπόν, της οργής ας θυμηθούμε την προτροπή του: «Συγχωρήστε για να συγχωρεθείτε κι εσείς από τον ουράνιο Πατέρα μου, το Θεό». Αν δεν έχω αυτή τη δύναμη να συγχωρήσω δεν μπορώ να πω ότι μπαίνω στη Μεγάλη Σαρακοστή και ότι αρχίζω τον αγώνα τον πνευματικό. Άρα, η όποια συμπεριφορά μου πρέπει να αντανακλά αυτό που νιώθω μέσα μου. Αν αυτό που νιώθω μέσα μου είναι διαφορετικό από αυτό που εκδηλώνω στην πράξη, τότε οδηγούμαι στην υποκρισία.
Σκοπός του πνευματικού αγώνα δεν είναι να γίνουμε ή να φανούμε αρεστοί στους ανθρώπους, αλλά να γίνουμε αρεστοί στο Θεό. Αυτό μας οδηγεί σήμερα σ’ ένα δεύτερο στόχο πνευματικού αγώνα από τον Κύριο. Την αποφυγή της κενοδοξίας, της κούφιας δόξας και την καταπολέμηση κάθε μορφής επίδειξης.
Και αυτό τον κίνδυνο τον διατρέχουμε με τη νηστεία, η οποία μπορεί να γίνεται «προς το θεαθήναι» και όχι στην εξυπηρέτηση του ουσιαστικού στόχου, που είναι η δόξα του Θεού μέσα από το σεβασμό των εντολών του, μια από τις οποίες είναι και η εντολή για τη νηστεία. Η νηστεία, εκτός του ότι δεν πρέπει να είναι επιδεικτική και άρα να καταντά υποκριτική, θα πρέπει να κινείται σε δύο άξονες που είναι ο πνευματικός και ο υλικός. Δηλαδή, νηστεία παθών και νηστεία τροφών. Εάν δεν υπάρξει αυτός ο συνδυασμός, τότε η υλική νηστεία καταντά δαιμονική. Γιατί και οι δαίμονες αποφεύγουν την τροφή, δεν αποφεύγουν όμως το κακό.
Ο υμνωδός είναι σαφής και κατηγορηματικός. Μας προτρέπει να στραφούμε στην ψυχή μας και όχι στο σώμα μας και να της πούμε: «Βρωμάτων νηστεύουσα, ψυχή μου και παθών μη καθαρεύουσα, μάτην επαγάλλη τη ατροφία. Ει μη γαρ αφορμή σοι γένηται προς διόρθωσιν, ως ψευδής μισείται παρά του Θεού και τοις κακίστοις δαίμοσιν ομοιούται τοις μηδέποτε σιτουμένοις».
Η νηστεία, λοιπόν, είναι η απαρχή για διόρθωση και η κάθαρση των παθών. Αν η νηστεία περιοριστεί μόνο στην κάθαρση του σώματος, τότε καταντά απλή δίαιτα. Η νηστεία, που είναι «πολιτεία των αγγέλων», για να οδηγεί στη σωτηρία των ανθρώπων πρέπει να είναι αληθινή. Και αληθινή νηστεία είναι η αποξένωση από τα πάθη: «Αληθής νηστεία η των κακών αλλοτρίωσις, εγκράτεια γλώσσης, θυμού αποχή, επιθυμιών χωρισμός, καταλαλιάς, ψεύδους και επιορκίας». Η νηστεία σαν πράξη υπακοής οικοδομεί τη μετάνοια, νεκρώνει τις επιθυμίες, καλλιεργεί την επιείκεια και στεγάζει την αγάπη, γιατί αυτό που περικόπτει από τον εαυτό του το προσφέρει στο συνάνθρωπο με τη μορφή της ελεημοσύνης, της φιλανθρωπίας και της αγαθοεργίας.
Αυτή η δυναμική που αποκτά η πορεία της πνευματικής ζωής θα οδηγήσει τον άνθρωπο σε ένα τρίτο στάδιο απεξάρτησης, αυτό της συγκέντρωσης υλικών αγαθών. Γιατί μέσα από τη συγκέντρωση υλικών θησαυρών ο άνθρωπος επιθυμεί δύο πράγματα, την ασφάλεια και την ευτυχία. Όμως πόσο ασφαλισμένος είναι ένας θησαυρός που μπορεί να κλαπεί ή να καταστραφεί; Ακόμη μπορεί ο πλούτος να προσφέρει μόνιμη ευτυχία στον άνθρωπο; Ο ίδιος ο Κύριος μας λέει ότι: «ουκ εν τω περισσεύειν τινί η ζωή αυτού εστιν εκ των υπαρχόντων αυτού». Και τούτο γιατί τα πλούτη, όσο περίσσια κι αν είναι, δεν δίνουν την αληθινή ζωή στον άνθρωπο, γεγονός που επιβεβαιώνει και η καθημερινή ζωή των ανθρώπων, ακόμα και σε δύσκολες εποχές, όπως και η δική μας.
Σε μια τέτοια δύσκολη εποχή καλούμαστε κι εμείς να μπούμε στο στίβο τον πνευματικό, περιορίζοντας τις δικές μας ανάγκες και εκδηλώνοντας ενδιαφέρον για τις ανάγκες των συνανθρώπων μας. «Ώρα ημάς εξ ύπνου εγερθήναι», κατά το σημερινό «Απόστολο». Ας ριχτούμε στον αγώνα της νηστείας των τροφών, αλλά με παράλληλο αγώνα στη νηστεία των παθών. Ας ριχτούμε στο στίβο της πνευματικής ζωής, όπου τα βραβεία είναι πολλά. Τόσα πολλά όσοι και οι «αθλητές» που θα αγωνιστούν «νομίμως». Σε αντίθεση με τους Ολυμπιακούς, περιφερειακούς, ή τοπικούς αγώνες όπου τα βραβεία τα παίρνουν οι πρώτοι, στον αγώνα αυτό του πνευματικού στίβου, βραβείο παίρνει όχι μόνο εκείνος που θα τερματίσει πρώτος, αλλά και εκείνος που θα τερματίσει τελευταίος. Ας προσηλωθούμε σ’ αυτόν τον αγώνα. Ο Κύριος μας παρακολουθεί και περιμένει να μας βραβεύσει. «Άρα ουν έκαστος ημών περί εαυτού λόγον δώσει τω Θεώ» (Ρωμ. ιδ΄ 12), κατά τον Απόστολο Παύλο. «Καθένας μας, λοιπόν, θα λογοδοτήσει στο Θεό για τον εαυτό του». Αυτό ας μην το ξεχάσουμε ποτέ. Αμήν.
 
                                                                                 Θεόδωρος Αντωνιάδης


ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Απόστολος: Εβρ .ια΄ 24 – 26, 32 – 40    
Ευαγγέλιο: Ιωάν. α΄ 44 – 52
21 Φεβρουαρίου 2010
 
«Ραββί, συ ει ο υιός του Θεού....»
 
Πριν δυο μέρες, είχε δεχτεί σαν κοινός θνητός, ο Ιησούς, τον βάπτισμα του Ιωάννη στον Ιορδάνη ποταμό. Εκεί φανερώθηκε και η Αγία Τριάδα, για να διακηρυχθεί ότι δεν ήταν μια κοινή βάπτιση όπως των άλλων Ισραηλιτών που προσέρχονταν στον Ιωάννη. Εκεί δηλώθηκε και επιβεβαιώθηκε η θεότητα του Ιησού, του Χριστού. Από εδώ θα αρχίσει το διδακτικό Του έργο και την καθοδήγηση του λαού Του, για την απολύτρωση και την σωτηρία. Από εδώ θα αρχίσει και την πρόσκληση των μαθητών Του και ανάμεσα σ’ αυτούς του Φίλιππου και του Ναθαναήλ.
Αυθόρμητη και απλή η ομολογία του Ναθαναήλ, αγαπητοί μου αδελφοί. Διδάσκαλε εσύ είσαι πράγματι ο Υιός του Θεού. Ένα απλό γεγονός, η αναφορά του Κυρίου ότι τον είδε κάτω από μια συκιά, ανεξήγητο φυσικά για τον Ναθαναήλ, ήταν αρκετό για να συμπεράνει, ότι αυτός που γνώριζε που βρισκόταν λίγο πριν τον φωνάξει ο Φίλιππος, ήταν ο Υιός του Θεού. Ήταν Αυτός για τον οποίο έγραφε ο Μωυσής και οι προφήτες, στην Παλαιά Διαθήκη. Ήταν Αυτός που περίμενε ο λαός του Ισραήλ. Ήταν ο αναμενόμενος Μεσσίας που θα σώσει τον λαό Του, θα τον λυτρώσει από την δουλεία της αμαρτίας. Είναι ο Ναθαναήλ, αλλά και ο αγαπητός του φίλος Φίλιππος, άνθρωποι, αγαθοί και θρησκευόμενοι που μελετούσαν τη Γραφή και ερμήνευαν ορθά τον λόγο του Θεού. Άκουσαν και διάβασαν τις προφητείες και περίμεναν τον ερχομό του Μεσσία. Μέσα στην ψυχή του Φίλιππου είχε ήδη σχηματιστεί η εικόνα Του και γι’ αυτό αμέσως, και χωρίς κανένα δισταγμό αντιλαμβάνεται ότι αυτός είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας. Και δεν κρατά μόνο για τον εαυτό του την ανακάλυψή του. Θέλει να κάνει κοινωνό και συμμέτοχο και τον φίλο του τον Ναθαναήλ. «Έρχου και ίδε» του λέγει. Έλα να δεις, ποιον βρήκα. «Ον έγραψε εν τω νόμω Μωυσής και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν τον υιόν Ιωσήφ τον από Ναζαρέτ». Αυτόν για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής και οι προφήτες, Τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς ο γιος του Ιωσήφ από την Ναζαρέτ. Αλλά και λίγο πριν από τη συνάντηση των δύο φίλων με τον Χριστό, είχε γίνει μια άλλη συνάντηση και ομολογία και πρόσκληση. Ήταν ο Ανδρέας και ο Πέτρος που και αυτοί συνάντησαν τον Χριστό και ακούσαμε από τον ενθουσιώντα Ανδρέα να λέγει στον αδελφό του Πέτρο: «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν». Τους καλεί λοιπόν και αυτούς ο Χριστός, όπως τον Ανδρέα και τον Πέτρο, να γίνουν μαθητές Του, να Τον ακολουθήσουν. Να Τον ακολουθήσουν για να δουν πολύ μεγαλύτερα, σημαντικότερα θαύματα. Να Τον ακολουθήσουν, να ακούσουν την διδασκαλία Του. Να Τον ακολουθήσουν και να γίνουν μαθητές Του. Να τον ακολουθήσουν για να αναμεταδώσουν και αυτοί το μήνυμα της απελευθερώσεως από την αμαρτία, το μήνυμα της σωτηρίας σ’ όλο τον κόσμο. «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη», θα είναι η εντολή Του στους μαθητές Του, μετά την συμπλήρωση της επίγειας παρουσίας Του. Χαρακτηριστικό των συναντήσεων με τον Ιησού, αγαπητοί μου, η ομολογία. Η αδίστακτη και καθαρή και απερίφραστη, χωρίς περιστροφές, ομολογία σε μια περιχαρακωμένη και άκρως συντηρητική κοινωνία. Απαιτείται βαθιά πίστη αλλά και θάρρος για να δηλώνει κάποιος τι πιστεύει. Πολύ περισσότερο αν υπάρχει η αναμφίβολα αρνητική στάση της συντηρητικής κοινωνίας και ιδιαίτερα των δυνατών. Ζούσαν, ο Φίλιππος και ο Ναθαναήλ, μέσα σε μια θεοκρατική κοινωνία με αυστηρούς κανόνες και τους πολυπληθείς νόμους και εντολές της Παλαιάς Διαθήκης με την ερμηνεία που επέβαλαν οι γραμματείς και φαρισαίοι. Βίωναν επιπλέον και την ρωμαϊκή κατάκτηση, υπόδουλοι του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Και όμως δεν διστάζει ο Ναθαναήλ να συμπληρώσει την ομολογία του με την φράση: «Συ ει ο βασιλεύς του Ισραήλ» με την αδιευκρίνιστη ακόμη σημασία και αποστολή που είχε για τους Ισραηλίτες, ο αναμενόμενος Μεσσίας, ανθρώπινα προκλητική ωστόσο και για τους κρατούντες ρωμαίους. Ομολογία θαρραλέα, βασισμένη στη βαθιά γνώση της Γραφής και των προφητειών, στη δύναμη που δίνει η πίστη και η βεβαιότητα της θείας προέλευσης του Ιησού, τού από Ναζαρέτ. Αυτή λοιπόν η πίστη τους και η προθυμία τους επιβραβεύονται πολλαπλώς. Καλούνται πρώτα, και γίνονται μαθητές Του. Δέχονται την πραγματοποίηση, έπειτα, της υπόσχεσής Του, ότι «μείζω τούτων όψει». Θα δείτε πολύ μεγαλύτερα και θαύματα σημαντικά. Και τέλος μετατρέπονται και αυτοί σε διδάσκαλους της νέας θρησκείας, μεταφέρουν ατόφιες τις αλήθειες του ευαγγελίου. Και αφού αποδέχτηκαν την εντολή του Κυρίου, γίνονται διαπρύσιοι κήρυκες στην ανθρωπότητα της ελπίδας της απολυτρώσεως από την αμαρτία και της συμμετοχής στην βασιλεία του Θεού. Αυτά ήταν τα βραβεία από την προσήλωσή τους στην πίστη. Παρόμοια ήταν και τα βραβεία που δέχτηκαν όλοι εκείνοι που υπακούοντες στην πίστη τους πραγματοποίησαν μεγάλα έργα. Είναι αυτοί που απαριθμεί σε μακρύ κατάλογο η αποστολική περικοπή προς Εβραίους, που ακούσαμε σήμερα. Πίστη λοιπόν, βαθιά, καθαρή από ιδεοληψίες και τύπους χωρίς περιεχόμενο αλλά και θάρρος ομολογίας πρέπει να χαρακτηρίζουν τον χριστιανό. Σήμερα, ημέρα της Ορθοδοξίας, γιορτή για την ορθή πίστη και ομολογία, αγαπητοί μου αδελφοί, έχουμε και ένα ακόμη λόγο να διευκρινίσουμε σε τι πιστεύουμε και πως πιστεύουμε. Οφείλουμε πίστη και λατρεία μόνο στον αληθινό Θεό, και την ομολογούμε χωρίς φόβο. «Συ ει ο Υιός του Θεού» διακήρυξε ο Ναθαναήλ. Αλλά οφείλουμε σεβασμό και στους εικονιζόμενους αγίους που μας παραδειγματίζουν με την ζωή τους χωρίς να παρασυρόμαστε από κάποιες ειδωλολατρικές τάσεις, που χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε δεχόμαστε και ακολουθούμε. Περιεχόμενο της πίστης μας είναι η λατρεία του Θεού, τα μυστήρια της εκκλησίας μας, ο νόμος του Θεού και ο σεβασμός και μίμηση εκείνων που αντιμετωπίζοντας την αμαρτία και τα προβλήματα της ζωής, κατατάχτηκαν στην χορεία των αγίων. Και φυσικά αυτά δεν τα κρατούμε αποκλειστικά για τον εαυτό μας, αλλά καλούμε και τους άλλους. «‘Έρχου και ίδε» επαναλαμβάνει και σε μας, καλώντας μας να Τον συναντήσουμε στη βασιλεία Του.
 
Δ.Γ.Σ.


 
ΚΥΡΙΑΚΗ Β΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Απόστολος: Εβρ. α΄10 – β΄3
Ευαγγέλιο: Μάρκ. β΄1 – 12
28 Φεβρουαρίου 2010
«Τέκνον, αφέωνται σοι αι αμαρτίαι σου».
Η Καινή Διαθήκη, όλο το έργο και τη διδασκαλία του Ιησού, πράξεις, ενέργειες, θαύματα, παραβολές, όλα τα ανακεφαλαιώνει σε μια μόνο έννοια, όπου φαίνεται με ενάργεια η βαθιά κοινωνική και πνευματική παρουσία Του στον κόσμο και στην ιστορία: στην έννοια της αγάπης. Αυτό μας αποδεικνύει το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού. Παράλληλα όμως, στο Ευαγγέλιο της Κυριακής Β΄ Νηστειών, φαίνεται καθαρά η θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ο Οποίος προσφέρει όχι μόνο την υγεία αλλά και την άφεση των αμαρτιών στον παραλυτικό. Ο παραλυτικός ζητά τη γιατρειά του και ο Ιησούς του προσφέρει την απαλλαγή από την αμαρτία.
Η αμαρτία, που είναι η αστοχία της χρήσεως της ελευθερίας μας, καλλιεργεί άβυσσο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό, που μόνο με το έλεος του Θεού γεφυρώνεται. Η αμαρτία μας είναι το παραμέρισμα της αγάπης του Θεού. Η άρση της αμαρτίας και των συνεπειών της είναι η εκ νέου λειτουργία της αγάπης του Θεού μέσα μας.
Στην Εκκλησία αδιάκοπα επιζητούμε το έλεος του Θεού. «Κύριε ελέησον». Η τραγωδία του ανθρώπου βρίσκεται στο ότι δεν αναγνωρίζει την πνευματική του αναπηρία, παραδέχεται την αμαρτωλότητα του όχι στην ουσία της, αλλά στις συνέπειες της (καλές πράξεις), και ενεργεί στηριζόμενος στον εγωισμό του με σκανδαλώδεις κινήσεις που όμως απομακρύνουν το Άγιο Πνεύμα από την καρδιά του.
Στις αδιέξοδες αυτές περιπτώσεις πρέπει να γνωρίζουμε: α) όταν διώχνουμε με τον εγωισμό μας το Πανάγιο Πνεύμα, ναι μεν αυτό αποσύρεται, αλλά δεν απομακρύνεται από κοντά μας, β) το Άγιο Πνεύμα περιμένει με αγάπη και υπομονή την κατάλληλη στιγμή, που μάλιστα την προετοιμάζει, ώστε ο καθένας μας να γαληνεύσει στην καρδιά του, για να έλθει και να σκηνώσει μέσα μας, και γ) το Άγιο Πνεύμα απαντά αμέσως στο αίτημα της καρδιάς μας, έρχεται και φανερώνει το ιλαρό πρόσωπο του Κυρίου, γι’ αυτό και μας καθαρίζει από πάσης κηλίδος.
Για να γίνουν αυτά πρέπει ο καθένας από εμάς να έχει την κατάλληλη προετοιμασία. Αν εμείς δε συνεργούμε, τότε ο Χριστός δεν επιβάλλει την παρουσία του αναγκαστικά. Όταν παραπονιόμαστε ότι δεν αισθανόμαστε την αγάπη του Θεού, αυτό δε σημαίνει ότι ο Θεός μας έχει εγκαταλείψει, αλλά ότι εμείς δεν είμαστε σε θέση να δεχθούμε την αγάπη Του. Γι’ αυτό και πρέπει δια της μετάνοιας και της προσευχής να επιζητούμε πάντα το έλεος του Θεού. Ο άγιος Ιωάννης ο Καρπάθιος μας δίδει μια πολύ όμορφη εικόνα για τον άνθρωπο της μετάνοιας: «Η σελήνη, η οποία μεγαλώνει και πάλι μικραίνει, είναι τύπος του ανθρώπου, ο οποίος άλλοτε πράττει καλά κι άλλοτε αμαρτάνει, και κατόπιν με τη μετάνοια επανέρχεται στην ενάρετη ζωή. Λοιπόν, δε χάθηκε ο νους όποιου αμάρτησε, καθώς νομίζουν μερικοί, όπως της σελήνης το σώμα δε λιγόστεψε, αλλά μόνο το φως της. Αποκτά, λοιπόν, πάλι ο άνθρωπος τη λαμπρότητα του με τη μετάνοια, όπως η σελήνη μετά το λιγόστεμα της ξαναντύνεται πάλι το φως».
Η άφεση των αμαρτιών προσφέρεται μέσα στην Εκκλησία δια των Μυστηρίων. Τη σωτηριώδη φωνή του Κυρίου, που άκουσε ο παραλυτικός, «τέκνον, αφέωνται σοι αι αμαρτίαι σου», την ακούμε και εμείς, που ζητάμε με ταπείνωση και αυτομεμψία, την άφεση των αμαρτιών και προσερχόμαστε στο μυστήριο της ιεράς Εξομολογήσεως. Αν η αμαρτία είναι ο πνευματικός θάνατος, η μετάνοια και η άφεση των αμαρτιών είναι η ζωή και η ανάσταση. Αν η αμαρτία αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο και σκοτίζει το νου, η άφεση των αμαρτιών είναι το γεγονός που μας καθιστά πρόσωπα , αφού ο άνθρωπος είναι πρόσωπο μόνο όταν συνδεθεί με το Πρόσωπο του Τριαδικού Θεού.
Ας μεταμορφωθούμε, λοιπόν, με την άσκηση στην πίστη και μαζί της με όλες τις άλλες ευαγγελικές ασκήσεις, της αγάπης, της προσευχής, της νηστείας, της ταπείνωσης, της θεοσέβειας, της σωφροσύνης, της πραότητας, της εγκράτειας. Έτσι ακατάπαυστα αυξάνουμε «την αύξησιν του Θεού» (Κολ. 2,19) μέχρι να γίνουμε θεάνθρωποι κατά χάριν.
Γιώργος Σαββίδης


ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ
ΣΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
ΛΟΓΟΣ Γ΄
 
«Αγιασθήτω το όνομά σου, ελθέτω η βασιλεία σου».
Ο νόμος που περιέχει τη σκιά των μελλοντικών αγαθών και προαγγέλλει την αλήθεια με κάποια σύμβολα κι αινίγματα, όταν ει­σάγει τον ιερέα μέσα στο άδυτο για να προσευχηθεί στο Θεό, εξα­γνίζει πρώτα αυτόν που εισέρχεται με κάποιους καθαρμούς και ραντισμούς. Έπειτα, αφού τον καταστολίσει με την ιερατική στολή ποικιλμένη φανταχτερά με χρυσάφι και πορφύρα και τα άλλα άνθη των χρωμάτων, του βάλει τη μίτρα γύρω από το στήθος, κρεμώντας στα κράσπεδα τα καμπανάκια με τους θυσάνους, σφίξει επάνω του με τις επωμίδες το μανδύα και στολίσει και το κεφάλι με την κορώ­να και ραντίσει το κεφάλι του με το μύρο, έτσι μονάχα τον οδηγεί στο άδυτο, για να επιτελέσει τις απόρρητες ιερουργίες. Ο πνευμα­τικός όμως νομοθέτης, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, απογυμνώ­νοντας το νόμο από τα σωματικά προκαλύμματα και αποκαλύπτο­ντας τα αινίγματα των τύπων, πρώτα δεν ξεχωρίζει έναν μόνο από όλους για να τον φέρει σε επαφή με το Θεό, αλλά χαρίζει σ’ όλους εξίσου αυτό το αξίωμα, προτείνοντας κοινό σ’ όλους όσους θέλουν το χάρισμα της ιεροσύνης. Έπειτα δεν σοφίζεται τη μεγαλοπρέ­πεια του ιερέα από ένα στολισμό άσχετο, που τον πέτυχε από συν­δυασμό των χρωμάτων και την εκζήτηση της ύφανσης, αλλά του φτιάχνει ένα στολισμό που του αρμόζει, δικό του, φορώντας του, αντί τον χρυσοποίκιλτο πορφυρό μανδύα, την πολύχρωμη χάρη των αρετών. Το στήθος του δεν το στολίζει με το γήινο χρυσάφι, άλλα ομορφαίνει το κάλλος της καρδιάς με την άδολη και καθαρή συνεί­δηση. Στη μίτρα επάνω εφαρμόζει αστραφτερές πολύτιμες πέτρες, που είναι οι λαμπρές θείες εντολές, όπως πιστεύει ο Απόστολος. Αλλά και με την περισκελίδα εξασφαλίζει το μέρος εκείνο του σώματος για το οποίο αυτή είναι προορισμένη. Κι ασφαλώς γνωρίζεις ότι το φόρεμα που στολίζει το μέρος αυτό είναι η σωφροσύνη. Έπειτα κρεμά από τα κράσπεδα της ζωής τους νοητούς θυσάνους και τα καμπανάκια. Ως τέτοια μπορεί να θεωρήσει κανένας τις φα­νερές εκδηλώσεις της ενάρετης πολιτείας, για να μη γίνει χωρίς να επισημανθεί το πέρασμά του από τη ζωή. Από αυτά λοιπόν τα κράσπεδα, αφού κρεμάσει αντί καμπανάκια τον εύηχο λόγο της πίστης και αντί ρόδια την κρυφή ετοιμασία της μελλοντικής ελπίδας που την καλύπτει ο στιφός και τραχύς κάπως βίος, έτσι τον εισάγει στο βαθύτερο και άδυτο μέρος του ιερού.
Το άδυτο αυτό δεν είναι βέβαια ούτε άψυχο ούτε χειροποίητο, αλλ' είναι το απόκρυφο ταμείο της καρδιάς μας, αν είναι πραγματι­κά άδυτο από την κακία και άβατο από τους πονηρούς λογισμούς. Στολίζει και το κεφάλι του με το ουράνιο φρόνημα, όχι χαράζοντας τίποτα τύπους γραμμάτων σε χρυσό έλασμα, αλλά αποτυπώνοντας τον ίδιο το Θεό επάνω στον ηγεμονικό νου. Ραντίζει επίσης με μύρο τα μαλλιά του, που το παρασκευάζει η ίδια η ψυχή στο βάθος της με τις αρετές. Και τον ετοιμάζει να προσφέρει όχι τίποτα άλλο, αλλά τον ίδιο τον εαυτό του θύμα και σφάγιο στο Θεό με τη μυστι­κή ιερουργία. Αυτός λοιπόν που οδηγείται στην ιεροσύνη αυτή με τέτοιο τρόπο από τον Κύριο, αφού θανατώσει το φρόνημα της σάρ­κας με τη μάχαιρα του Πνεύματος, που είναι ο λόγος του Θεού, εξι­λεώνει έτσι το Θεό μπαίνοντας μέσα στα άδυτα, έχοντας σφάγιο στην ιερή αυτή θυσία τον ίδιο τον εαυτό του και προσφέροντας το ίδιο του το σώμα θυσία ζωντανή, αγία και ευάρεστη στο Θεό. Ίσως όμως κάποιος πει ότι δεν είναι τα πρόχειρα αυτά το νόημα της προ­σευχής που εξετάζομε, αλλά να σκεφτόμαστε καλά τους λόγους αυ­τούς και να μην εφαρμόζομε σ’ αυτούς δικές μας σκέψεις. Ας θυμίσομε πάλι τι πρώτα μας δίδαξε η προσευχή. Όποιος δηλαδή προετοίμασε τον εαυτό του με τέτοιο τρόπο, ώστε να τολμήσει με παρρησία να ονομάσει «Πατέρα του» το Θεό, αυτός ακριβώς είναι που φορεί τη στολή εκείνη που περιγράψαμε που αντηχεί με τα καμπανάκια και ανθεί με τους θυσάνους· λάμπει γύρω το στήθος του με τις αστραπές των εντολών και έχει στους ώμους τους πατριάρχες και τους προφήτες, όχι βέβαια τα ονόματά τους, αλλά μεταβάλλοντας τις αρετές εκείνων σε δικό του στολισμό. Και το κεφάλι του το στολίζει με το στεφάνι της δικαιοσύνης, και τα μαλλιά του τα έχει βρεγμένα με το ουράνιο μύρο και εισέρχεται μέσα στα υπερουράνια άδυτα, που είναι πραγματικά άδυτα σε κάθε βέβηλο κι απάτητα. Το πώς λοιπόν πρέπει να έχει παρασκευαστεί ο ιερωμένος το δείξαμε όσο χρειάζεται με την προηγούμενη εξέτασή μας. Απομένει τώρα να εξετάσομε την ίδια την αίτηση, που πρόσταζε ο Θεός να προ­σφέρει αυτός που εισέρχεται μέσα στα άδυτα. Δε νομίζω πως έτσι πρόχειρα μας δίνουν εύληπτο το νόημά τους τα λόγια της προσευ­χής με την απλή μόνο έκθεσή της.
«Αγιασθήτω, λέει, «το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου». Τι μου χρειάζονται εμένα αυτά; θα πει κάποιος, που μαστιγώνει τον εαυτό του για τις αμαρτίες του ή που καλεί το Θεό σύμμαχό του για να ξεφύγει την αμαρτία που τον αιχμαλώτισε και που έχει πάντοτε μπροστά στα μάτια του αυτόν που παλεύει με τους πειρα­σμούς. Από εδώ οι θυμοί παρασύρουν το λογισμό από την ηρεμία του· από εκεί οι άτοπες επιθυμίες αποδυναμώνουν το σφρίγος της ψυχής· από άλλο μέρος η πλεονεξία αχρηστεύει το διορατικό της καρδιάς, η έπαρση, η υπερηφάνεια, το μίσος, ο υπόλοιπος κατάλο­γος των αντιπάλων μας δυνάμεων. Μας τριγυρίζουν σαν κανένα εχθρικό στίφος και μας εξαπολύουν τον έσχατο κίνδυνο εναντίον της ψυχής. Αυτός λοιπόν που επιχειρεί ν’ απαλλαγεί από αυτά με κάποια ισχυρότερη συμμαχία, ποιους λόγους καταλληλότερους θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει; Όχι αυτούς που χρησιμοποιεί ο μεγάλος Δαβίδ λέγοντας «είθε να γλυτώσω από όσους με μισούν», και «ας στραφούν οι εχθροί μου προς τα πίσω», και «βοή­θησέ μας ν’ απαλλαγούμε από τη θλίψη μας» και όσα άλλα παρό­μοια, με τα οποία είναι δυνατό να προκαλέσομε τη συμμαχία του Θεού κατά των αντιπάλων μας; Τώρα όμως τι λέει ο κανόνας της προσευχής; «Αγιασθήτω το όνομά σου». Κι αν αυτό δεν το έλεγα εγώ, είναι τάχα δυνατό να μην είναι άγιο το όνομα του Θεού; «Ελθέτω η βασιλεία σου». Τι είναι ξένο από τη βασιλεία από την εξουσία του Θεού, που μετρά με τη σπιθαμή του τον ουρανό, όπως λέει ο Ησαΐας, που κλείνει στη φούχτα του τη γη και περικρατεί με το χέρι του την υγρή φύση, που αγκαλιάζει όλη την εγκόσμια και υπερκόσμια κτίση; Αν λοιπόν είναι αιώνια άγιο το κράτος του Θεού και τίποτε δεν ξεφεύγει από τη δεσποτεία του Θεού, αλλά και όλων Κύριος είναι και προσθήκη αγιότητος δε δέχεται, αυτός που είναι σε όλα ανελλιπής και τέλειος, τι θέλουν να πουν τα λό­για της προσευχής «αγιασθήτω το όνομά σου· ελθέτω η βασιλεία σου»; Έκτος αν με το είδος της προσευχής ο Λόγος διδάσκει κάτι τέτοιο, ότι δηλαδή είναι αδύνατη η ανθρώπινη φύση ν’ αποκτήσει κάποιο αγαθό και γι’ αυτό δε θα ευοδωθεί τίποτε από όσα επιδιώ­κει, αν δεν κατορθώσει το αγαθό μέσα μας η θεία συμμαχία και το αποκορύφωμα όλων των αγαθών είναι να δοξάζεται το όνομα του Θεού με τη δική μου ζωή. Αλλά εμείς ας προτιμήσομε την εκ του αντιθέτου έννοια.
Διάβασα σ’ ένα σημείο της αγίας Γραφής να κατακρίνονται εκείνοι που γίνονται αίτιοι να βλασφημηθεί ο Θεός. Γιατί λέει, «αλίμονο σ' εκείνους που εξαιτίας τους τα έθνη βλασφημούν το όνομα μου». Αυτό έχει το εξής νόημα. Όσοι δεν έχουν ακόμα πι­στέψει στο κήρυγμα της αλήθειας, παρακολουθούν τη ζωή όσων έχουν αποδεχτεί την πίστη στο μυστήριο. Όταν λοιπόν μερικοί έχουν το όνομα της πίστης, ο βίος τους όμως αντιλογεί στο όνομα ή πέφτοντας στην ειδωλολατρία με την πλεονεξία ή ασχημονώντας με διασκεδάσεις και μέθη και όμοια με χοίρο κυλώντας στο βούρκο της ασωτίας, οι άπιστοι έχουν πρόχειρο το λόγο. Δεν κα­τευθύνουν τα βέλη τους στην προαίρεση εκείνων που κακοποιούν τη ζωή τους, αλλά κατηγορούν ότι η πίστη διδάσκει αυτή τη δια­γωγή. Γιατί λένε δε θα γινόταν ο οποιοσδήποτε ή κακολόγος ή πλεονέκτης ή άρπαγας ούτε θα παρουσίαζε κάποιο παρόμοιο ελάττωμα, αν δεν ήταν σ’ αυτούς νομιμοποιημένη η αμαρτία. Γι’ αυτό ο Λόγος απευθύνει στους ανθρώπους αυτούς βαριά απειλή λέγοντας ότι αυτούς αφορά ο λόγος «αλίμονο σ’ εκείνους που εξαιτίας τους βλασφημούν τα έθνη το όνομα μου».
 
 
(ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
«ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ ΕΡΓΑ
ΤΟΜΟΣ 8ος Σελ. 57 – 65)