English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

  

 

 

 

Το Άγιο Πνεύμα στα κείμενα του Ευαγγελιστή Ιωάννη

Λευκωσία 5.5.2017

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου 

 

 

Η διδασκαλία για το Άγιο Πνεύμα βρίσκεται σε όλα τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, με κάποιες, επουσιώδεις, διαφορές να παρατηρούνται από συγγραφέα σε συγγραφέα. Ανάλογα με τις επιδιώξεις του κάθε ιερού συγγραφέα τονίζονται οι διάφορες λειτουργίες του Πνεύματος και οι τρόποι φανέρωσής του στον κόσμο. Η έξαρση της μιάς ή της άλλης λειτουργίας δεν σημαίνει , όμως, και διαφορά ως προς την θεολογική αντίκρυση του θέματος. Μικρές διαφορές επισημαίνονται και λόγω του χρόνου συγγραφής των διαφόρων βιβλίων της Καινής Διαθήκης.

Αναγνωρίζεται από όλους τους μελετητές ότι η όλη ατμόσφαιρα της θεολογικής σκέψης του Ευαγγελιστού Ιωάννου είναι πνευματική, διαφορετική από όλα τα άλλα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Βάσει αυτού εξηγείται και το γεγονός ότι ο τέταρτος ευαγγελιστής παρουσιάζει μιαν πλούσια διδασκαλία περί του Αγίου Πνεύματος και τονίζει την ζωτικής σημασίας θέση Του στη ζωή της Εκκλησίας και των πιστών. Συναντώνται, επίσης, σ’ αυτόν ειδικές και ανεπανάληπτες ονομασίες Του. Παρ’ όλα αυτά η περί του Πνεύματος διδασκαλία της Εκκλησίας είναι ενιαία: Το Άγιο Πνεύμα είναι το μέσον της Θείας Παρουσίας στην Εκκλησία που ολοκληρώνει την εν Χριστώ Αποκάλυψη και απεργάζεται την ηθική τελείωση των πιστών.

 

Διάφορες έννοιες του όρου «πνεύμα» 

Η λέξη «πνεύμα» τόσο στην ελληνική όσο και στην ιουδαϊκή σκέψη σήμαινε τον άνεμο, τον αέρα που βρίσκεται σε κίνηση. Θα θυμάστε, ίσως, από το γυμνάσιο ότι διδασκόμασταν διάφορες φυσικές μεθόδους διαχωρισμού μιγμάτων, μια από τις οποίες ήταν η λεγόμενη «πνευματική», αυτή δηλαδή που γίνεται με τη βοήθεια του ανέμου, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του χωρισμού του σιταριού από το άχυρο. Αφήνεται το μίγμα να πέσει από ψηλά και ο αέρας παρασύρει πιο μακριά το ελαφρύτερο άχυρο και αφήνει πιο κοντά το βαρύτερο σιτάρι. Έχοντας υπόψη του αυτή την πρώτη έννοια του «πνεύματος» ο Ιωάννης αναφέρει ότι «το πνεύμα όπου θέλει πνει»(Ιω.3,8). Ασφαλώς, ο Ευαγγελιστής, υπαινίσσεται ότι το Πνεύμα του Θεού διαφεύγει κάθε έλεγχο, διεισδύοντας παντού.

Στον Ιωάννη, όπως και σε άλλους ιερούς συγγραφείς, το πνεύμα σημαίνει και την πηγή της ζωής. Χαρακτηριστική η φράση «κλίνας την κεφαλήν(ο Ιησούς) παρέδωσε το πνεύμα»(Ιω.19,20). Η αποχώρηση του πνεύματος σηματοδοτεί το τέλος της επίγειας ζωής του Χριστού. Για την πνοή της ζωής που ενεφύσησε ο Θεός στον άνθρωπο, η οποία τον ζωογονεί, και όταν αυτή αποχωρεί ο άνθρωπος αποθνήσκει, γίνεται μνεία και στην Αποκάλυψη: «…και μετά τρεις ημέρας και ήμισυ, πνεύμα Θεού εισήλθεν εις αυτούς(τους δύο νεκρούς) και έστησαν επί τους πόδας αυτών…»(Απ.11,11).

Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο απαντάται το πνεύμα και ως έδρα της συναισθηματικής διάθεσης του ανθρώπου. Δείχνοντας την ισχυρή συγκίνηση του Χριστού, τη στιγμή που πορευόταν στον τάφο του Λαζάρου, λέγει ο Ιωάννης: «ενεβριμήσατο τω πνεύματι(ο Ιησούς) και ετάραξεν εαυτόν»(Ιω.11,33). Μιλώντας για την επικείμενη προδοσία του Ιούδα, πάλιν ο Χριστός, «εταράχθη τω πνεύματι»(Ιω.13,21).

Είναι φανερό, όμως, ακόμα και σε ένα μη ειδικό μελετητή, ότι σε άλλες έννοιες του πνεύματος εστιάζει την προσοχή του ο Ευαγγελιστής: Είναι η έννοια που δηλώνει τη φύση του Θεού καθώς και το εσχατολογικό συμβάν που διαδέχεται τον υψωθέντα και δοξασθέντα Χριστό.

 

Η φύσις του Θεού οριζομένη ως «πνεύμα»

Μοναδικός και ανεπανάληπτος είναι ο ορισμός που δίνει ο Ιωάννης για τον Θεό: «Πνεύμα ο Θεός»(Ιω.4,24). Ο ορισμός αυτός δεν άπτεται της ουσίας του Θεού, που είναι ανεξερεύνητη. Ο ορισμός αναφέρεται στο υπερβατικό της ύπαρξής Του και στη φύση Του, σε σχέση προς την ύλη.

Από τον πρώτο κιόλας στίχο του Ευαγγελίου του, ο Ιωάννης μαρτυρεί ότι «Θεός ην ο Λόγος»(Ιω.1,1) και ότι «ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν»(Ιω.1,2). Είναι λογικό συνεπακόλουθο ότι, ως Θεός, ο Λόγος μετέχει της φύσης του Θεού. Είναι λοιπόν ο Ιησούς πνεύμα ζωοποιούν. Γι’ αυτό και ο λόγος και τα ρήματα του Ιησού «πνεύμα εστι και ζωή εστι»(Ιω.6,23). Δι’ αυτού και των ρημάτων Του, η περιοχή του πνεύματος και της αλήθειας διεισδύει εις τον κόσμο. Ο Ιωάννης διευκρινίζει ότι ο Θεός δεν έδωσε σ’ αυτόν περιορισμένο τον φωτισμό και την ενέργεια του Πνεύματος(όπως στους Προφήτες) αλλ’ έδωσε σ’ Αυτόν όλο το Πνεύμα. («Ου γαρ εκ μέτρου δίδωσιν ο Θεός(εις Αυτόν) το Πνεύμα»)(Ιω.3,34). Η φύση του Χριστού, που με αυτό τον τρόπο ορίζεται ως Πνεύμα, διαστέλλεται όπως θα δούμε παρακάτω από το πνεύμα «ου έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις Αυτόν(Ιω.7,39).

Με βάση τα πιο πάνω μπορούμε να διακρίνουμε μια λεπτή διαφορά μεταξύ του Ιωάννου και των Συνοπτικών. Στους Συνοπτικούς ο Μεσσίας είναι ο υπό του Θεού διά του Πνεύματός Του κεχρισμένος Ιησούς. Η επιτέλεση θαυμαστών έργων εκ μέρους του Χριστού, με τη δύναμη του Πνεύματος, είναι σημείο της έλευσης της βασιλείας του Θεού επί της γης. Στους Συνοπτικούς ο Ιησούς είναι Εκείνος τον οποίο ο Θεός έχρισε «πνεύματι αγίω και δυνάμει»(Πραξ.10,38). Και στον Ιωάννη έχουμε, ασφαλώς, θαυματουργικές εκδηλώσεις του Μεσσία αλλ’αυτές δεν αποδίδονται εις το Πνεύμα το άγιον, αλλ’ απ’ ευθείας στον Χριστό, ο οποίος εκχέει το Πνεύμα το Άγιο στον κόσμο. Στον Ιωάννη ο Μεσσίας δεν είναι ο κεχρισμένος υπό του Θεού, αλλ’ ο ευρισκόμενος εις τους κόλπους του Πατρός, ο οποίος «ην εν αρχή προς τον Θεόν».

Τη λεπτή αυτή διαφορά μπορεί κάποιος να την αντιληφθεί αντιπαραβάλλοντας τα σχετικά κείμενα των Συνοπτικών με το κείμενο του Ιωάννου. Την υιότητα του Ιησού στους Συνοπτικούς βεβαιώνει φωνή εξ ουρανού κατά την ώρα του βαπτίσματος. Στον Ιωάννη η μαρτυρία του βαπτιστού προηγείται του βαπτίσματος. Είναι αποκάλυψη προς αυτόν, ως Προφήτην (πάντες γαρ είχον αυτόν ως προφήτην). Λέγει ο Βαπτιστής: «Καγώ ουκ ήδειν αυτόν, αλλ’ ο πέμψας με βαπτίζειν εν ύδατι, εκείνος μοι είπεν∙ εφ’ον αν ίδης το Πνεύμα καταβαίνον και μένον επ’ αυτόν, ούτος εστιν ο βαπτίζων εν Πνεύματι Αγίω»(Ιω.1,33).

   

 

Το Πνεύμα μέσον ηθικής αναγεννήσεως του ανθρώπου

Ο Θεός όντας πνεύμα, αιώνιο και αναλλοίωτο, είναι η αλήθεια και η ζωή. Ως εκ τούτου η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι, κατά τον Ιωάννη, σχέση «εν πνεύματι και αληθεία»(Ιω.4,23-24). Εφ’ όσον, μάλιστα, «το πνεύμα εστι το ζωοποιούν»(Ιω.6,63) είναι πρόδηλο ότι «ο γεγεννημένος εκ του πνεύματος πνεύμα εστί»(Ιω.3,6) και «εκ του Θεού γεννάται»(Ιω.1,13).

Παρόλο ότι «το γεγεννημένον εκ της σαρκός σάρξ εστιν», έχει ο άνθρωπος αυτός τη δυνατότητα να αναγεννηθεί «εν πνεύματι». Η αναγέννηση αυτή αποτελεί και τον ύψιστο σκοπό του ανθρώπου, εάν αυτός θέλει την είσοδό του στη ζωή. «Εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και πνεύματος, ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού»(Ιω.3,5). 

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναφέρει ότι η αναγέννησις των ανθρώπων «εν πνεύματι και αληθεία» αρχίζει από τη στιγμή κατά την οποία το φως ήλθε στον κόσμο, από τη στιγμή της σάρκωσης του Λόγου. Η σάρκωση του Λόγου εγκαινιάζει την έναρξη του πνευματικού κόσμου και την κλήση του ανθρώπου στο μήνυμα του Θεού. Αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση προς άλλο χωρίο του τέταρτου Ευαγγελίου όπου αναφέρεται ότι «ούπω γαρ ην Πνεύμα Άγιον ότι ο Ιησούς ουδέπω εδοξάσθη»(Ιω.7,39). Η κύρια δράση του Πνεύματος του Θεού τοποθετείται χρονικά στο σημείο της δόξης του Χριστού και της αναχώρησής Του από τον κόσμο τούτο. Το αναφέρει ο ίδιος ο Χριστός στα λόγια που μας διέσωσε ο Ιωάννης: «Συμφέρει υμίν, ίνα εγώ απέλθω. Εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς. Εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς»(Ιω.16,7). Ο Ιωάννης θεωρεί την κύρια δράση του Πνεύματος στη ζωή της Εκκλησίας μετά την Ανάσταση του Χριστού. Ταυτόχρονα, όμως, όπως φαίνεται από όλα τα κείμενά του, θεωρεί ότι η εσχατολογική εποχή, η εποχή της δραστηριοποιήσεως του Πνεύματος, αρχίζει με την σάρκωση του Χριστού. Ο Χριστός είναι ο φορεύς του Πνεύματος και ως Μεσσίας και ως ερχόμενος εκ των κόλπων του Πατρός. Το έργο του Πνεύματος, η «άνωθεν» γέννηση του πιστού, αυτό που ο Απόστολος Παύλος ονομάζει δημιουργία καινής κτίσεως, είναι, έτσι, συνδεδεμένο με το «παρόν» του Ιησού Χριστού και τη διδασκαλία του.

Είναι, ωστόσο, σαφής η μαρτυρία του Ευαγγελιστού ότι η αυτόνομη και κύρια δράση του Πνεύματος αρχίζει μετά την δόξα του Χριστού. Επανειλημμένα ο Ιωάννης αναφέρεται στα λόγια του Χριστού «περί του πνεύματος ού έμελλον λαμβάνειν οι πιστεύοντες εις αυτόν»(Ιω.7,39). Κατά την επίγεια ζωή του Χριστού η δράση του Πνεύματος παραμένει κεκρυμμένη.

Το σημείο της επίσημης έναρξης του έργου του Αγίου Πνεύματος και της εκπλήρωσης των υποσχέσεων του Χριστού βρίσκεται στον 22ο στίχο του εικοστού κεφαλαίου του Ευαγγελίου του Ιωάννου, στα λόγια του Χριστού προς τους μαθητές μετά την Ανάστασή του: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον». Ο Ιωάννης δεν αναφέρεται ούτε στην Ανάληψη ούτε στην Πεντηκοστή. Στα λόγια αυτά του Χριστού, επομένως, συγκεντρώνονται και η Ανάληψη και η Πεντηκοστή. Από τη στιγμή εκείνη ο Χριστός καθίσταται όχι μόνο εκείνος διά του οποίου δίνεται το Πνεύμα στους μαθητές και στον κόσμο αλλά και ο χορηγός του Πνεύματος. Από τη στιγμή αυτή το Άγιο Πνεύμα θα μένει με τους μαθητές και τους πιστούς εις τον αιώνα, θα τους οδηγεί «εις πάσαν την αλήθειαν» και θα είναι η μαρτυρία ότι ο Θεός μένει μαζί τους «εις τους αιώνας». Λέγει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης: «Εν τούτω γινώσκομεν ότι εν αυτώ μένομεν και αυτός εν ημίν, ότι εκ του Πνεύματος αυτού δέδωκεν ημίν»(Α΄ Ιω.4,13).    

 

Ονομασίες του Πνεύματος στον Ιωάννη

Πέραν των ονομασιών «Άγιο Πνεύμα», «Πνεύμα του Θεού», «Πνεύμα του Χριστού», κλπ, στον Ιωάννη συναντούμε νέους όρους για το Άγιο Πνεύμα, άγνωστους στα υπόλοιπα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Ο Ευαγγελιστής μιλά περί του «Παρακλήτου» και περί του «Πνεύματος της αληθείας». Μερικοί θεώρησαν ότι άλλος είναι ο Παράκλητος κα άλλο το Άγιο Πνεύμα. Εξετάζοντας, όμως, τα διάφορα χωρία του Ιωάννου βλέπουμε ότι οι όροι «Παράκλητος», «Πνεύμα Άγιον» και «Πνεύμα της Αληθείας» εναλλάσονται, και η μια ονομασία συχνά χρησιμεύει για επεξήγηση και διασάφηση της άλλης. Έτσι στο Ιω.14,16 («…και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’υμών εις τον αιώνα, το Πνεύμα της αληθείας, ό ο κόσμος ου δύναται λαβείν…») ο Παράκλητος ταυτίζεται προς το Πνεύμα της αληθείας, ενώ στο 14,26, «Ο δε Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιον..», ταυτίζεται προς το Άγιον Πνεύμα. Στον Ιωάννη, επομένως, το Άγιο Πνεύμα, ως φορέας της αληθείας και ως θεία δύναμη ονομάζεται και «Πνεύμα της αληθείας» και «Παράκλητος».

Οι ονομασίες αλλά και η δράση του Πνεύματος είτε ως Παρακλήτου, είτε ως Πνεύματος της αληθείας, είτε ως Αγίου Πνεύματος, κατανοούνται μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια. Η Παλαιά Διαθήκη μιλά περί της εκχύσεως του Αγίου Πνεύματος «εν ταις εσχάταις ημέραις». Και ο Ιωάννης μιλά για τον Παράκλητο ως το Πνεύμα της επαγγελίας που δίδεται στην εσχατολογική κοινότητα, μετά την «ύψωσιν» του Χριστού. Το Πνεύμα το Άγιον όχι μόνο θα συνιστά την παρουσία του Χριστού στην Εκκλησία αλλά και θα συνεχίσει το έργο Του. Θα είναι, ακόμα η κατευθυντήρια δύναμη για τη γνώση της αληθείας και την ηθικοποίηση της κοινότητας. Αυτής της εσχατολογικής δράσης του Πνεύματος ουσιώδες στοιχείο είναι η «παράκλησις», ως προτροπή και ενίσχυση και παρηγορία.

 

Εκπόρευση και αποστολή του Πνεύματος στον κόσμο

Για την προέλευση του Πνεύματος ως Πνεύματος του Θεού έχουμε μόνο μια μαρτυρία. Τον στίχο του Ιω.15,26: «Το Πνεύμα της αληθείας ό παρά του Πατρός εκπορεύεται». Στον κόσμο στέλλεται από τον Πατέρα, αλλά και τον Υιόν, ή δίδεται στους μαθητές από τον Πατέρα, ή έρχεται σ’ αυτούς, όπως φαίνεται εις τα σχετικά χωρία του Ιωάννου: «..Το Πνεύμα το Άγιον ό πέμψει ο Πατήρ εν τω ονόματι μου»(14,26) ή «όταν δε έλθη ο Παράκλητος όν εγώ πέμψω υμίν παρά του Πατρός..»(15,26), ή «και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν…»(14,16), ή «..εάν γαρ εγώ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς..»(16,7).

Εκπορευόμενον, λοιπόν, εκ του Πατρός, το Πνεύμα το Άγιον στέλλεται στον κόσμο, κατά τον Ιωάννη, είτε υπό του Πατρός, όπως τονίζουν οι Συνοπτικοί, είτε και υπό του Υιού, ή εν τω ονόματι του Υιού. Η παρέμβαση του Υιού στην αποστολή του Αγίου Πνεύματος πραγματοποιείται μόνο μετά το Πάθος και την Ανάσταση. Γίνεται δυνάμει της εν Χριστώ απολυτρώσεως και της εκ δεξιών του Πατρός καθέδρας του. Η μαρτυρία του Ευαγγελιστού είναι σαφής: «..Εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς∙ εάν δε πορευθώ, πέμψω αυτόν προς υμάς»(Ιω.16,7).

Η αποστολή του Πνεύματος δεν είναι στατική αλλά δυναμική και ενεργητική. Αναπληρώνει τον Υψωθέντα Χριστόν, διδάσκει και οδηγεί τους πιστούς «εις πάσαν την αλήθειαν», παραμένει δε με τους πιστούς «εις τον αιώνα»(Ιω.14,16). Η αποστολή του Πνεύματος και η παραμονή Του ανάμεσα στους πιστούς «εις τον αιώνα», συνιστά την εγγύηση της γνησιότητας της Εκκλησίας έναντι του κόσμου του ψεύδους ο οποίος «ου δύναται λαβείν αυτό»(Ιω.14,17).

 

Πώς ο πιστός προσοικειούται το Άγιο Πνεύμα

«Εάν αγαπάτε με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε και εγώ ερωτήσω τον Πατέρα και άλλον Παράκλητον δώσει υμίν, ίνα μένη μεθ’υμών εις τον αιώνα»(Ιω.14,15-16). Προϋπόθεση έλευσης του Παρακλήτου τίθεται, δηλαδή, η προς τον Χριστό αγάπη η οποία έχει ως αναγκαίο επακόλουθο την τήρηση των εντολών Του. Η αγάπη, όμως, στον Ιωάννη παίρνει νέες διαστάσεις και ταυτίζεται προς τον ίδιο τον Θεό. Εφ’όσον, μάλιστα, «ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ»(Α΄Ιω.4,16), τα όρια της αγάπης εγγίζουν τα όρια της πίστης. Πίστη χωρίς την αγάπη, κατά τον Ιωάννη, είναι ψευδής και ανύπαρκτη. Είναι χαρακτηριστικό αυτό που αναφέρει ο Ευαγγελιστής στην Α΄ Καθολική του επιστολή: «Ο μη αγαπών ουκ έγνω τον Θεόν, ότι ο Θεός αγάπη εστί»(Α΄Ιω.4,8).  

Πίστη, λοιπόν, γνώση του Θεού, αγάπη προς κάθε κατεύθυνση και τήρηση των εντολών αποτελούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις  για τη χορήγηση του Αγίου Πνεύματος. Συμπεραίνουμε, επομένως, από αυτό, ότι η δωρεά και επενέργεια του Αγίου Πνεύματος περιορίζεται στα όρια των πιστών και της Εκκλησίας και δεν αποτελεί απροϋπόθετη πραγματικότητα που ενεργεί σ’ όλο τον κόσμο. Ο κόσμος που κείται εκτός της θείας πραγματικότητας, η οποία εκδηλώνεται με τις πιο πάνω προϋποθέσεις, δεν μπορεί να καταστεί δέκτης και φορέας του Αγίου Πνεύματος. Ας μη ξεχνούμε ότι στον Ιωάννη, το Άγιο Πνεύμα, δίδεται αρχικά από τον Χριστό στους μαθητές(«Λάβετε Πνεύμα άγιον»(Ιω.20,12) και όχι σε όλο τον κόσμο.

Και στους Συνοπτικούς η επενέργεια του Αγίου Πνεύματος δεν είναι απροϋπόθετη. Είναι δυνατή σ’ εκείνους που αγωνίζονται υπέρ του Χριστού, προϋποθέτει, επομένως, την πίστη σ’ Αυτόν. Ο Ματθαίος π.χ. αναφέρεται στην απολογία των διωκωμένων: «Ου γαρ υμείς εστε οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Θεού το λαλούν εν υμίν»(Ματθ.10,20). Και ο Λουκάς: «Το γαρ Άγιον Πνεύμα διδάξει υμάς εν αυτή τη ώρα α δει ειπείν»(Λουκ.12,12). Στις Πράξεις, ο Πέτρος απαντώντας στους Αρχιερείς και τους άρχοντες αναφέρεται στο «Πνεύμα το Άγιον ο δέδωκεν ο Θεός τοις πειθαρχούσιν αυτώ»(Πρ.5,32).

Όπως και στη λοιπή Αποστολική παράδοση, έτσι και στον Ιωάννη, ως μέσον παροχής του Αγίου Πνεύματος στους πιστεύοντες είναι το Βάπτισμα. Αρκετά χωρία του Ιωάννου μαρτυρούν το μέσον αυτό προσοικειώσεως του Πνεύματος. Ανάμεσα σ’ αυτά είναι οι λόγοι του Χριστού προς τον Νικόδημο «εάν μη τις γεννηθή εξ ύδατος και πνεύματος ου δύναται εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού»(Ιω.3,5), καθώς και η διδασκαλία της Α΄ Καθολικής Επιστολής: «Ούτος εστιν ο ελθών δι’ ύδατος και αίματος, Ιησούς Χριστός∙ ουκ εν τω ύδατι μόνον, αλλ’ εν τω ύδατι και τω αίματι∙ και το Πνεύμα εστι το μαρτυρούν ότι το Πνεύμα εστιν η αλήθεια»(Α΄ Ιω.5,6). Κάποιοι μελετητές βλέπουν αναφορά στο χριστιανικό Βάπτισμα ως μέσον μεταδόσεως του Πνεύματος και στο χωρίον «…και εξήλθεν ευθύς(εκ της πλευράς αυτού) αίμα και ύδωρ»(Ιω.19,34).    

Είναι ξεκάθαρο ότι εκείνο που ενδιαφέρει κυρίως τον Ιωάννη είναι η χορήγηση του Πνεύματος προς τον σκοπό της «άνωθεν γεννήσεως» και εν συνεχεία της εισόδου στη βασιλεία των ουρανών.

 

Το έργο του Αγίου Πνεύματος στη Χριστιανική κοινότητα και στον κόσμο

Το έργο του Αγίου Πνεύματος στον Ιωάννη δεν παρουσιάζει τις ενθουσιαστικές εκδηλώσεις και τα εκστατικά φαινόμενα(όπως είναι π.χ. η γλωσσολαλιά) που παρατηρούνται στις Πράξεις των Αποστόλων και στις επιστολές του Παύλου. Τα έκτακτα γεγονότα της νέας εν Χριστώ ζωής, στον Ιωάννη, δεν παρουσιάζονται ως θαυματουργικές εκχύσεις και εκδηλώσεις του Πνεύματος αλλά ως ομαλές αποκαλύψεις και ενέργειές Του που προάγουν το έργο της Εκκλησίας. Το έργο του Πνεύματος δεν στοχεύει μόνο στον καταρτισμό των αγίων αλλά και στη μεταστροφή και σωτηρία του κόσμου. Στην αρχιερατική προσευχή Του ο Χριστός αναφέρει: «Ου περί τούτων δε ερωτώ μόνον αλλά και περί των πιστευόντων διά του λόγου αυτών εις εμέ»(Ιω.17,20). Στον Ιωάννη προβάλλει η αναγκαιότητα της σωτηρίας όλων, πράγμα που απαιτούσε ηθική τελείωση της κοινότητας, που αποτελεί φροντίδα του Πνεύματος.

Ποιές, όμως, είναι οι επί μέρους ενέργειες του Αγίου Πνεύματος στους πιστούς, όπως προκύπτουν από τα κείμενα του Ιωάννου; Αναφέρθηκαν ήδη, τις επαναλαμβάνω πιο αναλυτικά:

α) Επικυρώνει το έργο του Χριστού και υπενθυμίζει στους μαθητές όσα εδίδαξε ο Χριστός. «Εκείνος υμάς διδάξει πάντα και υπομνήσει υμάς πάντα ά είπον υμίν»(Ιω.14,26)

β) Επιβεβαιώνει τη θεότητα του Χριστού και μαρτυρεί τη δόξα Του. «Το Πνεύμα εστι το μαρτυρούν(ότι δηλαδή ούτος εστιν ο ελθών  δι’ ύδατος και αίματος Ιησούς Χριστός). Και το «Πνεύμα εστιν η αλήθεια»(Α΄Ιω.5,6). Αλλά και «Εκείνος εμέ δοξάσει»(Ιω.16,14). Διά της μαρτυρίας του Αγίου Πνεύματος επιβεβαιώνεται και η βαθύτερη αλήθεια, χωρίς την οποία κάποιοι θα ολιγοπιστούσαν ότι δηλαδή «ταύτα έδει παθείν τον Χριστόν και εισελθείν εις την δόξαν  αυτού».

γ) Προεκτείνει το έργο του Χριστού εις τον αιώνα και καθιστά σαφές ότι η αναγέννηση των πιστών προϋποθέτει την αποδοχή του έργου του Χριστού. «…Οδηγήσει υμάς εις πάσαν την αλήθειαν∙ ου γαρ λαλήσει αφ’ εαυτού, αλλ’ όσα αν ακούση λαλήσει και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν»(Ιω.16,13).

Διδάσκει τους πιστούς και οδηγεί αυτούς «εις πάσαν την αλήθειαν». Η διδαχή αναφέρεται στους ήδη πιστεύσαντες ενώ το κήρυγμα, κατά τους μελετητές, αναφέρεται σ’ αυτούς που δεν έχουν εισέλθει ακόμα στην Εκκλησία. Με τη διδασκαλία του Πνεύματος η Εκκλησία γίνεται ο αυθεντικός φορέας της αλήθειας αλλά και το ορμητήριο άμυνας εναντίον κάθε ετεροδιδασκαλίας. Είναι γνωστή και η έκφραση των Πατέρων στις Οικουμενικές Συνόδους: «Έδοξε τω Αγίω Πνεύματι και ημίν».

          Η προφητεία, έργο του Αγίου Πνεύματος,(«και τα ερχόμενα αναγγελεί υμίν») δεν είναι μόνο μέσον προς οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας, αλλά και  μέσον άμυνας έναντι των ψευδοπροφητών που είχαν, ήδη, στην εποχή του Ιωάννου, αναφανεί στην Εκκλησία. Γι’ αυτό και παραγγέλλει ο Ιωάννης: «Μη παντί πνεύματι πιστεύετε αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα ει εκ Θεού εστιν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθησαν εις τον κόσμον»(Α΄ Ιω.4,1).

          Τα πιο πάνω αποτελούν το έργο του Πνεύματος μέσα στην Εκκλησία, την πιστεύουσα κοινότητα, του οποίου λαμβάνουν πείρα  οι τηρούντες τις εντολές του Χριστού, οι οποίοι δέχονται την ευεργετική δράση του Πνεύματος και γίνονται και φορείς Του. Το έργο, όμως, αυτό δεν εξαντλεί τη δραστηριότητα του Πνεύματος, που επεκτείνεται και προς τους έξω, που δεν ανήκουν στην Εκκλησία. Γράφει, ο Ευαγγελιστής, μεταφέροντας τους λόγους του Χριστού: «…και ελθών εκείνος(ο Παράκλητος), ελέγξει τον κόσμον περί αμαρτίας και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως. Περί αμαρτίας μεν, ότι ου πιστεύουσιν εις εμέ∙ περί δικαιοσύνης δε, ότι προς τον πατέρα μου υπάγω και ουκέτι θεωρείτε με∙ περί δε κρίσεως ότι ο άρχων του κόσμου τούτου κέκριται»(Ιω.16,8-11). Η δράση του Αγίου Πνεύματος έχει εδώ δικανικό χαρακτήρα. Ελέγχει και κατηγορεί τον κόσμο που δεν μπορεί να το πάρει «ότι ου θεωρεί αυτό, ουδέ γινώσκει αυτό»(Ιω.14,17). Ελέγχει και κρίνει τον κόσμο γιατί δεν επίστευσε στον Χριστό και ως εκ τούτου αμαρτάνει. Ο κόσμος δεν κατανόησε τον Χριστό ως δίκαιον και αρνήθηκε τη δικαιοσύνη Του. Γι’ αυτό, έργο του Αγίου Πνεύματος είναι η αποκατάσταση της δικαιοσύνης του Χριστού και η αναγνώριση της σταυρικής Του θυσίας ως πράξεως δικαιοσύνης και όχι αδικίας. Ο Χριστός δεν υφίσταται το πάθος ως ένοχος ο ίδιος, αλλά ως αθώος που εξυπηρετεί τον βαθύτερο σκοπό της θείας Αποκαλύψεως. Εξαίρεται έτσι η δικαιοσύνη του Θεού εφ’όσον ο Χριστός διά του θανάτου πορεύεται προς τον Πατέρα. Η τρίτη πλευρά του ελέγχου του Πνεύματος έναντι του κόσμου είναι η κρίση και καταδίκη του άρχοντα του κόσμου, κάθε τι του κοσμικού. Ο άρχων του κόσμου, διά του πάθους και της αναστάσεως του Χριστού, έχει πλέον χάσει την εξουσία του πάνω στην ανθρωπότητα.

 

          Το Άγιο Πνεύμα ως πρόσωπο

          Θα ήθελα, λόγω χρονικού περιορισμού, να τελειώσω την μερική και ελλιπή, όχι πλήρη, αυτή παρουσίαση για τη θέση του Αγίου Πνεύματος στον Ιωάννη, τεκμηριώνοντας, κατά τα κείμενα του Ευαγγελιστού, ότι το Άγιο Πνεύμα είναι ξεχωριστό πρόσωπο και όχι μια αόριστος δύναμη του Θεού. Τονίζοντας την αυτοτέλεια και την προσωπικότητα του Αγίου Πνεύματος ο Ιωάννης λέγει:

          Ο Παράκλητος εκπορεύεται εκ του Πατρός(Ιω.15,26), στέλλεται υπό του Πατρός ή υπό του Υιού εις τον κόσμο, έρχεται στους μαθητές ως ανεξάρτητο πρόσωπο(Ιω.16,7,12) και οι μαθητές λαμβάνουν Αυτόν όπως έλαβον τον Υιόν(Ιω.14,16), ενώ ο κόσμος ως μη θεωρών Αυτόν, δεν δέχεται Αυτόν(Ιω.14,17). Το Πνεύμα το Άγιο είναι ο άλλος Παράκλητος, κατ’ αντιδιαστολή προς τον Ιησού Χριστό.

          Εκτός τούτου ο Ιωάννης τονίζει τον προσωπικό χαρακτήρα του Πνεύματος χρησιμοποιώντας σχετικές αντωνυμίες: έτσι ο Παράκλητος ονομάζεται «αυτός», «εκείνος». Χρησιμοποιείται ακόμα η αυτοπαθής αντωνυμία «εαυτός».(«Ου γαρ λαλήσει αφ’ εαυτού»(Ιω.16,κ13). Όλα αυτά χαρακτηρίζουν τον προσωπικό χαρακτήρα του Πνεύματος.

 

          Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αξιώθηκε να δει την Εκκλησία να ανθεί, να αυξάνεται σε αριθμό πιστών και να επεκτείνεται γεωγραφικά. Οι ενθουσιαστικές τάσεις των πρώτων χρόνων άρχισαν να υποχωρούν και άρχισε να εδραιώνεται η πεποίθηση ότι η Εκκλησία θα μείνει «εις τον αιώνα» μαζί με το Άγιον Πνεύμα, κατά την επαγγελία του Χριστού. Με την περί Πνεύματος διδασκαλία του, ο Ιωάννης, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, θέτει ισχυρά τα ερείσματα της Εκκλησίας ως πνευματικής  καταστάσεως που δρα στον κόσμο και κηρύσσει την «άνωθεν γέννησιν» με σκοπό την είσοδο όλων στη βασιλεία του Θεού. Τονίζει τη σπουδαιότητα της κατοχής του Αγίου Πνεύματος, ως ειδοποιού διαφοράς των πιστών έναντι του κόσμου, της πλάνης και των ψευδοδιδασκάλων.

          Ας ευχηθούμε και εμείς όπως αυτό το Πανάγιον Πνεύμα «σκηνώση εν ημίν», μας καθαρίσει «από πάσης κηλίδος», οδηγώντας μας «εις πάσαν την αλήθειαν» και όπως σώσει «τας ψυχάς ημών».