English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

«Η Κύπρος μπροστά στον κίνδυνο Τουρκοποίησης»

Ομιλία στην εκδήλωση «Ακρίτες Ελληνισμού, Πόντος-Κύπρος»

Αργυρούπολη 14.9.2017

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

 

Ευχαριστώ ιδιαίτερα την Ένωση Ποντίων Αργυρούπολης γιατί, σε καιρούς γενικής αδιαφορίας και έκπτωσης των ανωτέρων αξιών, είχαν την εθνική ευαισθησία να οργανώσουν την αποψινή εκδήλωση με θέμα «Ακρίτες Ελληνισμού, Πόντος-Κύπρος». Η εκδήλωση αυτή οδηγεί τη σκέψη μας σε μια διπλή διαδρομή. Μια διαδρομή μνήμης ενός πολύπαθου χώρου και ενός μαρτυρικού λαού, ο οποίος ξεριζώθηκε βάρβαρα από τις εστίες του τον 20ό αιώνα, όταν νομίσαμε πως η ανθρωπότητα ξέφυγε από την κατάσταση του πρωτογονισμού και της βαναυσότητας. Και μια διαδρομή στο παρόν και το τώρα, σε έναν άλλο ελληνικό χώρο που αγωνίζεται στον 21ο αιώνα, τον αιώνα του πολιτισμού, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της προόδου, να αποφύγει την ίδια καταστροφή.

Τους ευχαριστώ, όμως,  και για έναν άλλο λόγο: την τιμητική προς εμένα πρόσκληση να σας μιλήσω για την ιδιαίτερη πατρίδα μου, την Κύπρο, και τους θανάσιμους κινδύνους που διατρέχει.

Κύπρος και Πόντος έχουν πολλά κοινά χαρακτηριστικά. Κι ο Πόντος πανάρχαια Ελληνική κοιτίδα, κι η Κύπρος, σε εξίσου νευραλγικές γεωγραφικές θέσεις. Επήλυδες οι Τούρκοι κι εκεί κι εδώ, πεισματικά αρνούμενοι τον οποιοδήποτε εκπολιτισμό, πλήττοντες διά του αριθμού κι όχι της ποιότητάς τους. Αναλλοίωτα και τα συμφέροντα των ξένων, καθώς κι η επιτηδειότητα των Τούρκων να τα εκμεταλλεύονται. Χωρίς προσχήματα ή οποιαδήποτε συγκάλυψη, οι στόχοι της Τουρκίας και τότε και σήμερα. Επιδιώκουν σήμερα μεθοδικά Τουρκοποίηση της Κύπρου, όπως το επεδίωξαν και το πέτυχαν, τότε, για τον Πόντο.

Και το χειρότερο: ο Ελληνισμός υπνώττει και σήμερα, χωρίς να μελετά στα σοβαρά τις μεθοδεύσεις της Τουρκίας και να παίρνει μαθήματα από το παρελθόν. Εξαντλείται σε προτάσεις καλής θέλησης. Σαγηνεύεται από τις ψευδαισθήσεις καλής γειτονίας. Στρουθοκαμηλίζει μπροστά στον ξεκάθαρο προγραμματισμό των Τούρκων.

Όσοι επισκέπτεσθε την Κύπρο για λίγες μέρες, είναι πολύ πιθανόν να μην συνειδητοποιείτε το πρόβλημά μας. Βλέπετε κάποια σχετική ευημερία, κάποιους καλούς δρόμους, κάποια μεγάλα σπίτια και νομίζετε ότι τα πράγματα βαίνουν καλώς. Μα και οι περισσότεροι από μας, επηρεασμένοι από την καθημερινότητα, παρόλο που συναισθανόμαστε τους κινδύνους, στρουθοκαμηλίζουμε. Προσποιούμαστε ότι δεν βλέπουμε τον κίνδυνο. Ο κίνδυνος, όμως, υπάρχει και είναι θανάσιμος για μας. Και αυτός ο κίνδυνος εκφράζεται πλήρως με τον τίτλο του θέματος που μου δόθηκε να διαπραγματευθώ: «Η Κύπρος μπροστά στον κίνδυνο Τουρκοποίησης»

Πριν αναφερθώ αναλυτικά σ’ αυτούς τους κινδύνους που μας περιβάλλουν, θα ήθελα να επιχειρήσω, μαζί σας, μια σύντομη κατάδυση στο ελληνικό μας παρελθόν, στο πέραν των 35 αιώνων ελληνικό παρελθόν της Κύπρου και την ιστορική συμπόρευσή της με όλα τα άλλα τμήματα του Ελληνισμού. Θα αναδειχθεί, έτσι, και η ευθύνη όλων μας για τη σωτηρία της.

Πυκνές εμπορικές σχέσεις της Κύπρου με την Κρήτη και τα άλλα νησιά του Αιγαίου  μαρτυρούνται από το δεύτερο τέταρτο της δεύτερης χιλιετίας πρό Χριστού. Από τον 15ο αιώνα π.Χ. οι Μυκηναίοι εγκαθίστανται μόνιμα στην Κύπρο. Το 1225 π.Χ. ο βασιλιάς των Αχαιών Ατταρασίγιας, που οι πιο πολλοί ιστορικοί τον ταυτίζουν με τον Ατρέα, ελευθερώνει την Κύπρο από τους Χετταίους. Η χρονολογία αυτή θεωρείται ως σταθμός για τον πλήρη εξελληνισμό της Κύπρου. Έκτοτε οι τύχες της Κύπρου συνδέθηκαν με τις τύχες των πανελλήνων και μαζί πορεύτηκαν σε θλίψεις και χαρές, σ’ όλους αυτούς τους αιώνες. Η Κύπρος, η οποία, σύμφωνα με τις αρχαιολογικές έρευνες, είχε από τον 15ο π.Χ. αιώνα πολλούς Έλληνες κατοίκους, παρέμεινε έκτοτε Ελληνική, χωρίς ποτέ να αποβάλει τον ελληνικό χαρακτήρα της.

Είναι γνωστές οι αναφορές του Ομήρου, στη μεν Ιλιάδα, στον βασιλιά της Πάφου Κινύρα που δώρησε στον Αγαμέμνονα κατά την εκστρατεία της Τροίας περίφημο θώρακα,  στη δε Οδύσσεια, στον Δμήτορα Ιασίδη, περίφημο Αχαιό που τον θέλει βασιλιά όλης της Κύπρου.

Η παράδοση θέλει ήρωες του Τρωικού πολέμου να ιδρύουν πόλεις βασίλεια στην Κύπρο: Ο Τεύκρος τη Σαλαμίνα, ο Αγαπήνορας την Πάφο, ο Κηφέας την Κερύνεια, ο Γόλγος τους Γόλγους κλπ.

Αργότερα ο Αθηναίος Κίμωνας εκστρατεύει και ελευθερώνει την Κύπρο από τους Πέρσες(461 π.Χ.)

Σπουδαία προσωπικότητα της Κύπρου στον εθνικό τομέα-μιλούν ως τη μεγαλύτερη στους 35 ελληνικούς της αιώνες, με δεύτερη τον Μακάριο- υπήρξε, τον 4ο π.Χ. αιώνα, ο Ευαγόρας, βασιλιάς της Σαλαμίνας, που εμπέδωσε το εθνικό φρόνημα σε όλη την Κύπρο και εργάστηκε για τη συνένωση των Πανελλήνων. Λίγο αργότερα οι Κύπριοι βασιλείς θέτουν τον στόλο τους στη διάθεση του Μ.Αλεξάνδρου και συμβάλλουν αποφασιστικά στην άλωση της Τύρου.

Μετά τον θάνατο του Μ.Αλεξάνδρου η Κύπρος υπάγεται στο κράτος  των Πτολεμαίων και αργότερα υποτάσσεται, όπως και η υπόλοιπη Ελλάδα, στους Ρωμαίους. Ακολουθούν τα ευτυχισμένα, ελεύθερα χρόνια κατά τα οποία η Κύπρος αποτελούσε τμήμα της Βυζαντινής μας αυτοκρατορίας. Ακολούθησαν οι Φράγκοι από το 1192 και οι Τούρκοι από το 1571. Την ίδια τύχη είχαν, ως γνωστό, και τα άλλα Ελληνικά μέρη.

Στην περίοδο της Ρωμαιοκρατίας, και συγκεκριμένα το 45 μ.Χ., η Κύπρος δέχτηκε την επίσκεψη των αποστόλων Παύλου, Βαρνάβα και Μάρκου και εκχριστιανίστηκε με ταχύτατους ρυθμούς. Η Εκκλησία της αναγνωρίστηκε αυτοκέφαλος από την Γ΄Οικουμενική Σύνοδο, το 431, αργότερα δε, περί τα τέλη του 5ου αιώνα, ο Αρχιεπίσκοπος της, δέχτηκε βασιλικά προνόμια από τον αυτοκράτορα, γενόμενος στην πραγματικότητα εκπρόσωπός του, στο άκρο αυτό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Μέχρι σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου φέρει πορφυρούν μανδύα, βασιλικό σκήπτρο αντί πατερίτσας και υπογράφει με κιννάβαρι, κόκινο δηλαδή μελάνι, όπως ο αυτοκράτορας.

Στη μεγάλη προσπάθεια του ξεσηκωμού του 1821 για ελευθερία δεν ήταν δυνατό να μείνει πίσω η Κύπρος. Η θέση της, όμως, στο κέντρο του σουλτανικού κράτους, δεν της επέτρεπε ένοπλη εξέγερση. Μια εξέγερση θα καταπνιγόταν αμέσως στο αίμα από δυνάμεις που θα αποβιβάζονταν από τη Μ.Ασία, την Αίγυπτο, τη Συρία. Γι’ αυτό και η Κύπρος βοήθησε στον αγώνα με χρήματα, τρόφιμα και οπλισμό. Παρέμειναν παροιμιώδεις οι καθημερινές εικονικές κηδείες από τον Καθεδρικό Ναό Αγίου Ιωάννου στη Λευκωσία. Μέσα στα φέρετρα μεταφέρονταν όπλα τα οποία μέσα από υπόγεια σήραγγα περνούσαν στο απέναντι Παγκύπριο Γυμνάσιο και απ’ εκεί στα βόρεια παράλια όπου προσήγγιζαν πλοία που τα μετέφεραν στην επαναστατημένη Ελλάδα. Αναφέρεται ότι ο ίδιος ο Κανάρης δυο φορές προσήγγισε στην κατεχόμενη, σήμερα, Λάπηθο γι’ αυτό τον σκοπό.

Η Κύπρος πλήρωσε βαρύ τίμημα για τη συμμετοχή της αυτή στον αγώνα της παλιγγενεσίας. Την 9η Ιουλίου 1821 ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός απαγχονίστηκε και οι τρεις Μητροπολίτες αποκεφαλίστηκαν. Σ’ ένα εξαήμερο, από τις 9 μέχρι τις 14 Ιουλίου, 486 κληρικοί και λαϊκοί, προύχοντες του λαού, σφαγιάστηκαν από τους Τούρκους.

Όταν διαμορφώνονταν τα όρια του νέου ελεύθερου κράτους, οι Κύπριοι απευθύνθηκαν επίσημα προς τον Καποδίστρια και ζήτησαν, ανεπιτυχώς, τη συμπερίληψη και της Κύπρου σ’ αυτό. Δεν ήταν, όμως, μόνο αυτή η ατυχία μας. Είχαμε, δυστυχώς, τη μεγαλύτερη ατυχία να αλλάξουμε δυνάστη. Το 1878 η Κύπρος παραχωρήθηκε από την Τουρκία στην Αγγλία. Είμαι σίγουρος πως αν δεν γινόταν αυτή η αλλαγή, στους νικηφόρους πολέμους του 1912-13, το ελληνικό ναυτικό, σ’ εκείνη τη μεγαλειώδη εξόρμησή του, θα ελευθέρωνε και την Κύπρο, όπως έκαμε και για άλλα, πολλά, Τουρκοκρατούμενα νησιά.

Είναι γεγονός ότι κάμαμε λάθος εκτιμήσεις για τους νέους κατακτητές μας. Νομίσαμε πως πολύ σύντομα οι Άγγλοι θα παραχωρούσαν την Κύπρο στην Ελλάδα, όπως έκαμαν προηγουμένως, στα 1864, με τα Επτάνησα. Διαψευστήκαμε όμως. Και στο πρόσωπό τους συναντήσαμε πιο στυγνή δουλεία, στυγνότερη ακόμα και από την Τουρκική. Και η σημερινή κακοδαιμονία μας, στους Άγγλους και στη διαιρετική πολιτική τους οφείλεται.

Όταν όλα τα ειρηνικά μέσα εξαντλήθηκαν και όταν όλες οι Αγγλικές υποσχέσεις, σε ώρες δύσκολες για την Αυτοκρατορία,  ότι θα ικανοποιούνταν οι πόθοι του Κυπριακού λαού διαψεύστηκαν, η Εκκλησία, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο ηγήθηκε του απελευθερωτικού μας αγώνα. Στα 4 μεγαλειώδη χρόνια του επικού εκείνου αγώνα, από το 1955 μέχρι το 1959, ζωντάνεψαν όλα τα προηγούμενα επιτεύγματα της φυλής στα πρόσωπα των νέων ηρώων. Ο Αυξεντίου, με το «μολών λαβέ» που πρόταξε στους Άγγλους, μόνος και όχι με άλλους 300, ξεπέρασε τον Λεωνίδα. Ο Μάτσης, με την ανεπανάληπτη απάντησή του στον δυνάστη «ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα αλλά περί αρετής», θύμισε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Ο αχυρώνας του Λιοπετρίου αντικατέστησε το Χάνι της Γραβιάς.

Παρόλο τον ηρωϊσμό και τις θυσίες του λαού μας, η Αγγλία, δυστυχώς, μας επέβαλε μια κολοβωμένη ανεξαρτησία αφού προηγουμένως ενέπλεξε στο θέμα και την Τουρκία και αναβάθμισε την Τουρκοκυπριακή μειονότητα του 18% σε κοινότητα, παρέχοντάς της δυσανάλογα προς τον πληθυσμό της δικαιώματα.

Το ανεξάρτητο κράτος, η Κυπριακή Δημοκρατία, λειτούργησε, με πολλές δυσκολίες, για τρία χρόνια οπότε εξεδηλώθη Τουρκοκυπριακή ανταρσία. Καθοδηγούμενοι από την Τουρκία και υποβοηθούμενοι από αυτή, Τούρκοκύπριοι εξτρεμιστές εξεγέρθηκαν εναντίον του νόμιμου Κράτους, απεχώρησαν από την Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο και ανάγκασαν πολλούς απλούς Τουρκοκύπριους να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να ζουν σε θυλάκους όπου αρνούνταν τον έλεγχο του Κράτους.

Η Κύπρος τότε, μέσα στην ανασφάλεια και την αναταραχή, εξασφάλισε και μια μεγάλη επιτυχία. Τον Μάρτιο του 1964 εξασφάλισε από το Συμβούλιο Ασφαλείας και τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών απόφαση με την οποία η Κυβέρνηση Μακαρίου αναγνωριζόταν ως η νόμιμη Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας, έστω και αν αποχώρησαν από αυτήν οι Τούρκοι. Αυτή η αναγνώριση ισχύει και σήμερα, παρά τη μεσολαβήσασα Τουρκική εισβολή.

Τα έντεκα χρόνια που ακολούθησαν (1964-1974), παρά τα προβλήματα και τις συνεχείς απειλές της Τουρκίας, ήταν χρόνια προόδου για τον Κυπριακό λαό. Μέχρι που η Χούντα των Αθηνών, που εν τω μεταξύ κατέλαβε την εξουσία στην Ελλάδα, με μόνο στόχο, όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα από Αμερικανικές πηγές, την παράδοση της Κύπρου στην Τουρκία, μαζί με την εγκληματική ΕΟΚΑ Β΄ της Κύπρου, διενήργησαν πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου και Προέδρου Μακαρίου. Έδωσαν, έτσι, την αφορμή στην Τουρκία, που καραδοκούσε, να εισβάλει στην Κύπρο. Το 37% του Κυπριακού εδάφους κατελήφθη, το 40% του πληθυσμού εκδιώχθηκε από τις εστίες του, 520 εκκλησίες βεβηλώθηκαν και καταστράφηκαν, 6000 Ελληνοκύπριοι σκοτώθηκαν, 2000 αγνοούνται και διεπράχθησαν μια σωρεία εγκλημάτων. Ακολούθησε συστηματική εκδίωξη όλων των Ελλήνων που παρέμειναν στις καταληφθείσες περιοχές (μένουν εκεί σήμερα λιγότεροι από 300 Ελληνοκύπριοι) και μεταφορά εκατοντάδων χιλιάδων εποίκων στις πόλεις και τα χωριά μας.

Πέρασαν 43 χρόνια από τότε. Σαραντατρία χρόνια άγονων συνομιλιών. Και βρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε τρομερά αδιέξοδα. Παρασυρθήκαμε, κάτω από την πίεση των τετελεσμένων, τη δυστυχία των προσφύγων και τον εκπατρισμό, στη διαδικασία των διακοινοτικών συνομιλιών με στόχο όχι την αποκατάσταση των δικαιωμάτων  του λαού μας, αλλά τον συμβιβασμό με την αρπαγή και την αδικία. Αυτό εδραίωσε τη διεθνή προπαγάνδα της Τουρκίας για τη φύση του Κυπριακού προβλήματος, παρουσιάζοντάς το σαν δικοινοτική διαφορά, και όχι ως θέμα εισβολής και κατοχής, και θέτοντας τόν εαυτό της στο απυρόβλητο. Παίρνει μάλιστα τα εύσημα, από τον διεθνή παράγοντα, ως ενθαρρύνουσα τη λύση του προβλήματος. Το πόσο πέτυχε σ’αυτό τον στόχο της η Τουρκία, με τη δική μας συνέργεια, φαίνεται και από τις μέχρι σήμερα υποβληθείσες προτάσεις για λύση του Κυπριακού, αλλά και από τις δικές μας διεκδικήσεις: Ούτε υπαινιγμός για εισβολή και κατοχή, ούτε λόγος για εποικισμό και εθνικό ξεκαθάρισμα.

Την τακτική της κατοχικής δύναμης είχε αντιληφθεί έγκαιρα ο Εθνάρχης Μακάριος. Πιεζόμενος κι εκείνος από τον διεθνή παράγοντα και έχοντας υποσχέσεις για παρεμβάσεις προς την Τουρκία, δέχτηκε τη διαδικασία των συνομιλιών. Όταν διαπίστωσε, όμως, τους σχεδιασμούς και την τακτική της Τουρκίας, που αποσκοπούσαν στην εμπέδωση των τετελεσμένων της βίας και της κατοχής, στο να λησμονήσει ο διεθνής παράγοντας την υφή του προβλήματος και στο να προκληθεί κούραση στον λαό μας, δεν δίστασε να κηρύξει τον μακροχρόνιο αγώνα και να τον αφήσει ως  σωστική παρακαταθήκη για τον λαό του. Η συνέχιση, έκτοτε, των συνομιλιών οδήγησε στη σταδιακή αποδοχή όλων των απαιτήσεων των Τούρκων, χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Η αποδοχή μιας διεκδίκησής τους, οδηγεί σε άλλη, πιο προχωρημένη διεκδίκηση, απ’αυτούς.

Σήμερα, μάλιστα, οι Τούρκοι δεν κρύβουν τον μόνιμο και διαχρονικό στόχο τους που είναι η κατάληψη και Τουρκοποίηση της Κύπρου.

Ο Περικλής Νεάρχου, στο βιβλίο του «Η Ελλάδα σε κίνδυνο», γράφει ότι λίγο μετά την εισβολή, αντιπροσωπεία Τουρκοκυπρίων επεσκέφθη τον πρωθυπουργό της εισβολής Ετζεβίτ, και του ζήτησε να ανακηρύξει επισήμως τη διχοτόμηση, όπως ήταν ο Τουρκικός στόχος μέχρι τότε. Ο Ετζεβίτ τους απάντησε ότι μετά την εισβολή, που είχε κάνει πράξη τη διχοτόμηση, δεν συνέφερε πλέον στην Τουρκική πλευρά η διχοτόμηση. Τους είπε ότι μια λύση χωριστού κράτους και συνομοσπονδίας, υπό την εγγύηση της Τουρκίας, θα εξασφάλιζε καλύτερα τα Τουρκικά συμφέροντα, εφόσον η Τουρκική πλευρά θα είχε «ίσο» λόγο πάνω σε ολόκληρη την Κύπρο και ταυτόχρονα θα επιτυγχανόταν γεωπολιτική έξωση της Ελλάδας από την Ανατολική Μεσόγειο. Συμπλήρωνε επί πλέον: «Μια τέτοια λύση αφήνει ανοικτή την προοπτική για τον έλεγχο, στο μέλλον, ολόκληρης της Κύπρου από την Τουρκία»(Π.Νεάρχου, «Η Ελλάδα σε κίνδυνο»,σελ.170).

Μα και το περίφημο σχέδιο Νιχάτ Ερίμ, από το 1956, προβλέπει την ανάκτηση της Κύπρου. Το 1956 βρισκόταν σε εξέλιξη ο απελευθερωτικός μας αγώνας, που γινόταν με μοναδικό στόχο την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, τη μητέρα πατρίδα. Οι Τούρκοι, τους οποίους είχαν αναμείξει ως ενδιαφερόμενο μέρος στο Κυπριακό οι Άγγλοι, ανέθεσαν σ’ ένα νέο πολιτευτή τότε, τον Νιχάτ Ερίμ, την εκπόνηση ενός σχεδίου για την «ανάκτηση της Κύπρου». Ο Νιχάτ Ερίμ, που αργότερα έγινε και πρωθυπουργός της Τουρκίας, υπέβαλε στον τότε πρωθυπουργό Μεντερές και στον τότε υπουργό εξωτερικών Ζορλού το σχέδιο, που φέρει το όνομά του, και που έγινε δεκτό ως ο σχεδιασμός της Τουρκίας για την Κύπρο. Το σχέδιο υλοποιείται έκτοτε χωρίς παρεκκκλίσεις, από όλες τις κυβερνήσεις της Τουρκίας, δημοκρατικές και δικτατορικές, εθνικιστικές και σοσιαλιστικές.

Το σχέδιο προνοεί την ανάκτηση της Κύπρου (βλέπετε την θεωρούσαν δική τους, την έχασαν και ζητούν να την ανακτήσουν) σε έξι στάδια, με την υλοποίηση έξι επί μέρους στόχων. Τα πέντε στάδια έχουν ήδη ολοκληρωθεί. Μένει προς υλοποίηση ο τελευταίος στόχος.

Πρώτος στόχος ήταν η παρεμπόδιση της απόδοσης της Κύπρου στην Ελλάδα. Βρισκόταν σε εξέλιξη, όπως είπαμε, ο αγώνας για ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Ο στόχος τους επετεύχθη, αφού μας επεβλήθη με τις μηχανορραφίες της Αγγλίας μια κολοβωμένη ανεξαρτησία.

Δεύτερος στόχος ήταν η απόκτηση από την Τουρκία νόμιμων δικαιωμάτων επί της Κύπρου. Τέτοια δικαιώματα δεν είχε η Τουρκία γιατί τα είχε απεμπολήσει με τη συνθήκη της Λωζάνης. Υλοποιήθηκε και αυτός ο στόχος τους, με τις συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου που μας επεβλήθησαν. Η Τουρκία απέκτησε δικαίωμα να είναι εγγυήτρια δύναμη του νέου κράτους και να έχει στρατιωτικό απόσπασμα, την ΤΟΥΡΔΥΚ (Τουρκική Δύναμη Κύπρου), στην Κύπρο. Όσοι μελετάτε τα έγγραφα που απελευθερώνουν από τη μυστικότητα, μετά από 50 χρόνια, οι Άγγλοι θα έχετε δει τις ασφυκτικές πιέσεις που εξάσκησε ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδος, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για αποδοχή αυτών των συμφωνιών. Με τρόπο απαξιωτικό, και για τον Μακάριο και το θεσμικό του αξίωμα αλλά και για όλο τον Ελληνικό Κυπριακό λαό, χυδαίο, θα μπορούσε να πει κανείς, είπε τότε στον Μακάριο: «Ρε παπά, αν δεν υπογράψεις, βρες τρόπο να σώσεις τον λαό σου». Λες και δεν ήμασταν και δικός του λαός, κομμάτι γνήσιο του Ελληνισμού.

Τρίτος στόχος ήταν η συγκέντρωση των διασκορπισμένων σε όλη την Κύπρο Τουρκοκυπρίων σε θυλάκους, ώστε να αποτελέσουν συμπαγείς, ομοιογενείς, μάζες. Τα κατάφεραν, σ’ ένα μεγάλο ποσοστό, με την Τουρκοανταρσία του 1963. Ένοπλες ομάδες Τουρκοκυπρίων ανάγκασαν τους ομοεθνείς τους να φύγουν από τα μικτά χωριά στα οποία ζούσαν με τους Ελληνοκυπρίους και να ζήσουν σε απομονωμένες περιοχές στη Λευκωσία, στη Λάρνακα, Αμμόχωστο, Λεμεσό, Πάφο αλλά και σε μερικές αγροτικές περιοχές. Θα αποκτούσαν έτσι δομή κράτους και δεν θα έδειχναν υπακοή στο νόμιμο κράτος.

Τέταρτος στόχος ήταν να θεραπευθεί, όπως αναφερόταν, η αριθμητική μειονεξία τους. Ήταν το 18% και εμείς το 82%. Ο Νιχάτ Ερίμ υποδείκνυε πως έπρεπε να μεταφερθεί πληθυσμός από την Τουρκία ώστε να μη φοβούνται το αποτέλεσμα τυχόν δημοψηφίσματος. Και τον στόχο αυτό τον υλοποίησαν. Μετά την Τουρκική εισβολή μετέφεραν και εξακολουθούν να μεταφέρουν εκατοντάδες χιλιάδες εποίκους στα κατεχόμενα μέρη της πατρίδας μας. Ο εποικισμός είναι βέβαια παράνομος. Οι Τούρκοι όμως εργάζονται με μακροχρόνιες προοπτικές ελπίζοντας σε αλλαγή των καταστάσεων.

Πέμπτος στόχος ήταν να αποκτήσουν τον στρατιωτικό έλεγχο της περιοχής. Με 45.000 στρατεύματα κατοχής, 400 άρματα μάχης, πλοία που αλωνίζουν στην ΑΟΖ μας και αεροπλάνα που παραβιάζουν τον εναέριο χώρο καθημερινά, όχι μόνο της Κύπρου αλλά και της Ελλάδας, δεν έχει κανείς καμιάν αμφιβολία ότι υλοποίησαν και αυτό τον στόχο τους.

Μένει ανεκπλήρωτος ο έκτος στόχος τους που προνοεί τον πλήρη πολιτικό έλεγχο της Κύπρου. Αυτόν δεν κατάφερε η Τουρκία να τον υλοποιήσει γιατί είμαστε Κράτος αναγνωρισμένο από τα Ηνωμένα Έθνη και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, μέλος μάλιστα των διεθνών αυτών οργανισμών. Τον στόχο αυτό προσπαθεί να πετύχει η Τουρκία με τη συγκατάθεσή μας.

Διαχρονικός και μόνιμος, λοιπόν, ο στόχος της Τουρκίας για κατάληψη και Τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου. Ούτε για τη μισή Κύπρο διενήργησε την εισβολή, ούτε για να προστατεύσει τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων. Είναι γνωστό, υποθέτω, σε όλους σας πως και ο πρώην Τούρκος πρωθυπουργός, ο Νταβούτογλου, διακηρύττει ξεκάθαρα ότι ακόμα και ένας Τούρκος να μην υπήρχε στην Κύπρο, το ενδιαφέρον της Τουρκίας για τη νήσο θα ήταν δεδομένο.

          Νομίζω ότι με τρεις κυρίως τρόπους επιδιώκει η Τουρκία την κατάληψη και τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου:

  α) Πρώτα με την αποδοχή εκ μέρους μας μιας λύσης που να προνοεί κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας και δημιουργία εξ υπαρχής ενός νέου κράτους. Όσο υπάρχει η Κυπριακή Δημοκρατία συνυπάρχουν και τα ψηφίσματα των Ηνωμένων Εθνών και οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης που τη θωρακίζουν και δεν μπορεί η Τουρκία να  νομιμοποιήσει την κατοχή. Ο μόνος τρόπος να απαλλαγεί η Τουρκία από τα ψηφίσματα και τις αποφάσεις αυτές είναι η διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το νέο κράτος που θα προκύψει θα είναι αθωράκιστο. Για να προσφύγει στα Ηνωμένα Έθνη ή στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα θέλει τη συγκατάθεση του Τουρκοκυπριακού «συνιστώντος κρατιδίου», που δεν θα την έχει. Και κατά την πάγια τακτική τους, αμέσως μετά τη συμφωνία, οι Τούρκοι, θα αθετήσουν την υπογραφή τους. Μη έχοντας τότε πού να προσφύγουμε, αφού με τη διάλυση του νέου κράτους θα είμαστε κοινότητα και όχι κράτος, θα γίνουμε όμηροι της Τουρκίας. Γι’αυτό και δεν θα πρέπει να παρασυρθούμε με κανένα τρόπο σε μια τέτοια λύση.

β) Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο οι Τούρκοι επιχειρούν υλοποίηση του στόχου τους είναι ο εποικισμός. Οι μαρτυρίες των ίδιων των Τουρκοκυπρίων-όσων απ’αυτούς απέμειναν- είναι ότι σήμερα, πέραν του στρατού κατοχής, υπάρχουν στο κατεχόμενο μέρος της Κύπρου και εκατοντάδες χιλιάδες έποικοι. Το 2007, ο τότε εκπρόσωπος του Γ.Γ. των Ηνωμένων Εθνών Μάϊκλ Μώλλερ είχε πει στον κ. Μιχαλάκη Λεπτό, έναν Κύπριο επιχειρηματία στην Πάφο, στην παρουσία μου, ότι ο πληθυσμός στα κατεχόμενα ήταν πέραν των 500.000. Και αυτό το συμπέραναν τα Ηνωμένα Έθνη, όπως μας είπε, κυρίως από τον αριθμό κινητών τηλεφώνων που ήταν σε χρήση στην κατεχόμενη περιοχή. Έκτοτε ο εποικισμός συνεχίστηκε με εντατικούς ρυθμούς. Ο εποικισμός αποτελεί, βέβαια, έγκλημα πολέμου και καταδικάζεται απ’όλα τα κράτη. Επιχειρούν όμως, οι Τούρκοι, νομιμοποίησή του, με διάφορους τρόπους. Προβάλλουν ήδη τις δικαιολογίες ότι κάποιοι γεννήθηκαν στην Κύπρο, κάποιοι παντρεύτηκαν εκεί, κλπ. Αν συνεχίσουμε να μην αντιδρούμε δυναμικά, ως προς το θέμα αυτό, κάποια στιγμή θα έχουμε την τύχη της Αλεξανδρέττας. Αφού φέρουν με το μέρος τους τούς ισχυρούς της γης, έχοντας την πλειοψηφία του πληθυσμού, οι Τούρκοι θα επιδιώξουν ενιαίο κράτος και δημοψήφισμα.

 Ο καθηγητής Βασίλης Κατσαρός, Ομότιμος καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και τώρα καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Εκκλησίας της Κύπρου, ως ιστορικός, μας λέει ότι το 1908 στην Αλεξανδρέττα, επαρχία τότε της Συρίας, η οποία ήταν αποικία της Γαλλίας, ζούσαν 8000 Τούρκοι και 2.500.000 Σύροι(Άραβες). Οι Αγγλογάλλοι, θέλοντας να έχουν την Τουρκία με το μέρος τους σε έναν ενδεχόμενο Παγκόσμιο Πόλεμο, ανέθεσαν σ’αυτή μιαν εποπτεία στην περιοχή. Σε 30 χρόνια, το 1939, η Τουρκία άλλαξε τον δημογραφικό χαρακτήρα της περιοχής. Έφερε Τούρκους, έδιωξε τους ντόπιους, ζήτησε και πέτυχε δημοψήφισμα και κατέστησε την Αλεξανδρέττα επαρχία της Τουρκίας. Αν δεν αντισταθούμε αποτελεσματικά στα εποικιστικά σχέδια της Τουρκίας θα έχουμε και εμείς την τύχη της Αλεξανδρέττας.

γ) Και τέλος, θα επιδιώξουν τον στόχο τους, με τη μέθοδο του εκφοβισμού. Θα πράξουν  ότι έπραξαν στην Ίμβρο και στην Τένεδο, αναγκάζοντάς μας να φύγουμε στο εξωτερικό για εξασφάλιση ασφάλειας για τα παιδιά μας. Η παραμονή των Ελλήνων της Ίμβρου και Τενέδου στα νησιά τους εξασφαλιζόταν με τη συνθήκη της Λωζάνης. Θα είχαν ευρείες ελευθερίες, σχολεία, αυτοδιοίκηση κλπ. Οι Τούρκοι τότε πήραν τις φυλακές μεγίστης ασφαλείας στην Ίμβρο. Τη μια νύκτα άφησαν να διαφύγει ένας βαρυποινίτης που σκότωσε κάποιον Έλληνα, την άλλη άφηναν άλλον που βίαζε μιαν Ελληνίδα, με αποτέλεσμα σιγά-σιγά ο Ελληνικός πληθυσμός να φύγει. Έτσι θα επιδιώξει και στην Κύπρο η Τουρκία. Προκαλώντας προβλήματα στη γραμμή αντιπαράταξης, ή με τους Τούρκους και τους λαθρομετανάστες που διατηρούν ως εγκάθετους στις ελεύθερες περιοχές, θα δημιουργήσουν κλίμα ανασφάλειας και πανικού στις τάξεις του λαού με μόνο τρόπο αντίδρασης την φυγή.

          Το πόσο εμείς υπνώττουμε, ή εθελοτυφλούμε, ενώ τα σχέδια της Τουρκίας είναι ξεκάθαρα, ακόμα και για τους ξένους, φαίνεται από το εξής περιστατικό, που όσες φορές κι αν το αφηγηθώ, ανατριχιάζω στην αφήγησή του: Ο προηγούμενος Πατριάρχης Αντιοχείας, ο μ. Ιγνάτιος, λόγω των πολλών δυσκολιών που αντιμετώπιζε το ποίμνιό του στη Συρία, σκεφτόταν ότι κάποτε θα αναγκαζόταν να φύγει από τη Δαμασκό, έδρα του Πατριαρχείου κατά τα τελευταία χρόνια. Έλεγε, λοιπόν, πριν από 17 περίπου χρόνια, στον τότε Μητροπολίτη Πάφου, τον σημερινό Αρχιεπίσκοπο, ότι  σκέψη του, παλαιότερα, ήταν να μεταφέρει την έδρα του στην Κύπρο. Τώρα, όμως, έλεγε, φοβάμαι ότι θα σας διώξουν πριν από μας. Εκείνος έβλεπε από τότε, πριν από 17 χρόνια, και τους σχεδιασμούς και την πολιτική των Τούρκων. Εμείς εξακολουθούμε να υπνώττουμε. Απόδειξη αυτής της αφασίας στην οποία περιήλθαμε, είναι και το γεγονός πως ουδέποτε κατηγγείλαμε τον αριθμό των ψηφοφόρων, κάθε φορά που γίνονται οι λεγόμενες εκλογές στα κατεχόμενα. Κάθε φορά ο αριθμός αυξάνει με την προσθήκη και άλλων εποίκων. Με τη σιωπή μας αναγνωρίζουμε τη νομιμότητα των εποίκων, έστω κι αν ύπουλα ενεργώντας η Τουρκία, δεν τους παρουσιάζει όλους αυτή τη στιγμή.

Η Κύπρος βρίσκεται, χωρίς αμφιβολία, αυτή τη στιγμή στην κρισιμότερη φάση της εθνικής της ζωής. Ο Ελληνισμός της Κύπρου βρίσκεται, σήμερα, σε τροχιάν αφανισμού από τον τόπο στον οποίο ζει εδώ και 35 αιώνες.

          Έχουμε υποχρέωση να αντισταθούμε στην υλοποίηση των Τουρκικών στόχων και να τους ματαιώσουμε.

          Είναι, νομίζω, η κατάλληλη ευκαιρία, με το αδιέξοδο στο οποίο περιήλθαν οι συνομιλίες, να σταθούμε νηφάλια και να ανασκοπήσουμε την πορεία μας. Να δούμε τα λάθη μας και να διαγράψουμε πορεία εξόδου από τα αδιέξοδα.

          Οι συνομιλίες, όπως γίνονται, δεν οδηγούν πουθενά. Οδηγούν, μάλλον, στην Τουρκοποίηση του τόπου. Ήταν ο σχεδιασμός της κατοχικής δύναμης για αποτελμάτωση του θέματός μας, για αποπροσανατολισμό και ημών των ιδίων και των ξένων. Κάθε υποχώρησή μας οδηγεί σε νέες διεκδικήσεις των Τούρκων, αφού όπως είπαμε, μόνιμος στόχος τους είναι η κατάληψη και τουρκοποίηση ολόκληρης της Κύπρου. Στους συμβιβασμούς δεν υπάρχει τέρμα όταν υπάρξει αρχή. Για να υπάρξει τέρμα και στην αρχή, που ο δόλος της Τουρκίας και των συμμάχων της μάς παρέσυρε, πρέπει να πάρουμε τη μεγάλη απόφαση της αλλαγής πλεύσης στις συνομιλίες.

Θα πρέπει όλοι, ως ένας άνθρωπος, να προχωρήσουμε σε επανατοποθέτηση του προβλήματός μας στις σωστές του διαστάσεις, ως προβλήματος εισβολής και κατοχής, παρόλες τις δυσκολίες που η απόφασή μας αυτή θα συνεπάγεται, λόγω του διαρρεύσαντος, από της εισβολής, μεγάλου χρονικού διαστήματος. Όσοι αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα μιας τέτοιας προσπάθειας, ας εξετάσουν με προσοχή την ιστορική αλλά και τη σημερινή πραγματικότητα: Οι αγώνες σήμερα, όπως και πάντα, δεν εξαρτώνται από την αριθμητική ούτε και μόνο από την πολε­μική υπεροχή.  Όπως ορθά επισημαίνει, ήδη από την αρχαιότητα ο Θουκυδίδης, οι πόλεμοι συνήθως δεν εξελίσσονται όπως ήταν η πρόβλεψη των εμπνευστών τους. Απρόοπτοι και αστάθμητοι παράγοντες αναδεικνύουν αδυναμίες για τους μεγάλους και ευκαιρίες για τους μικρούς. Ο σύγχρονος κόσμος, εξάλλου, ευαισθητοποιείται, καθη­μερινά και περισσότερο, στα ανθρώπινα δικαιώματα. Και δεν είναι δυνατόν η παγκόσμια κοινωνία, και ιδιαίτερα η Ευρώ­πη, να συνεχίσει να υποκρίνεται υπερασπιζόμενη την ευημερία των ζώων και μεριμνώντας για τη διατήρηση του περιβάλλοντος και να κλείνει τα μάτια μπροστά στον ευτελισμό της ανθρώπινης ζωής και την καταρ­ράκωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Οφείλουμε, λοιπόν, να επαναφέρουμε το θέμα μας ως θέμα εισβολής και κατοχής, με αίτημα την απελευθέρωση και όχι την απλή επανένωση. Μπορούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας να αντιτεθούν σ’ένα τέτοιο αίτημά μας που θα τεκμηριώνεται πλήρως;

Τι το πιο λογικό και αφοπλιστικό, ακόμα και για τους εχθρικά διακείμενους προς εμάς, το να απαιτήσουμε και για τον λαό μας ό,τι απολαμβάνουν όλοι οι άλλοι Ευρωπαίοι και γενικά όλοι οι ελεύθεροι άνθρωποι;

Αν κάθε Ευρωπαίος έχει το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης παντού, σε όλη την Ευρώπη, εμείς γιατί να μην έχουμε αυτό το δικαίωμα στην ίδια την πατρίδα μας;

Αν κάθε Ευρωπαίος μπορεί να εγκαθίσταται ελεύθερα, όπου θέλει σε όλη την Ευρώπη, γιατί εμείς να μην μπορούμε να επιστρέψουμε στα χωριά και στις πόλεις μας;

Αν όλοι οι Ευρωπαίοι έχουν το δικαίωμα απόκτησης περιουσίας σε όλες τις χώρες της Ευρώπης γιατί οι δικές μας περιουσίες να μην μας επιστρέφονται;

Και αν παντού ισχύει το «ένας άνθρωπος μία ψήφος» γιατί σ’ έμάς το 18% να επιβάλλεται στο 82% και με τα διάφορα «veto» να παραλύει το Κράτος;

Θα πρέπει με συνέπεια να προβάλουμε  τις πιο πάνω αξιώσεις μας, απαιτώντας, ταυτόχρονα, την αποχώρηση όλων των στρατευμάτων κατοχής και όλων των εποίκων. Μπορούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας να πουν ότι όλα αυτά ισχύουν μόνο για εκείνους και όχι για μας; Αφού, όμως, εμείς δεχόμαστε να διαπραγματευόμαστε για εκπτώσεις στα δικαιώματά μας, τους δίνουμε το τέλειο άλλοθι για να μην ενδιαφέρονται για μιαν ορθή, δημοκρατική και δίκαιη λύση του προβλήματός μας. «Βρέστε τα», μας λεν, «και εμείς θα αποδεχτούμε ό,τι εσείς συμφωνήσετε».

Καιρός, όμως, να τελειώσω. Φοβούμαι, μάλιστα, ότι καταχράστηκα και την ευγένεια της πρόσκλησης και την υπομονή σας. Πριν κατέβω από το βήμα θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμότατα, εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου, την Ελληνική Κυβέρνηση και ιδιαίτερα τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Νίκο Κοτζιά για την ξεκάθαρη και σθεναρή υποστήριξή του στο εθνικό θέμα της Κύπρου. Ο κ. Κοτζιάς μας έδωσε ανεπανάληπτα μαθήματα εθνικής αξιοπρέπειας. Όταν οι Κύπριοι ηγέτες αμφιταλαντεύονταν ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών έμεινε βράχος ακλόνητος, υπερασπιστής των δικαίων του Ελληνισμού. Άκουε ευκρινώς τους βηματισμούς 35 αιώνων των Αχαιών στο νησί μας και δεν μπορούσε να προσποιηθεί βαρηκοΐα,  ούτε και να αποποιηθεί των ευθυνών του. Η Ιστορία θα καταγράψει τη στάση του σ’ αυτή τη δύσκολη καμπή του προβλήματός μας.

Κάθε φορά που «ωδίνες θανάτου και κίνδυνοι Άδου» περιεκύκλωναν τον Ελληνισμό, αυτός σωζόταν με τη βοήθεια δυο παραγόντων: α) Ενός λείμματος, έστω και μικρού, που έμενε σταθερό στις αξίες και τις παραδόσεις του έθνους και γινόταν η ζύμη για να ζυμωθεί «όλον το φύραμα» και β) Του Θεού που ερχόταν πάντα βοηθός στις δικές μας προσπάθειες.

Και οι δύο αυτοί παράγοντες υφίστανται και σήμερα. Ας τους χρησιμοποιήσουμε για τη σωτηρία του τόπου και των παιδιών μας. Ας ενώσουμε όλοι οι Έλληνες τις δυνάμεις και τις προσπάθειές μας για διάσωση της Κύπρου. Αν, μη γένοιτο, πέσει η Κύπρος, θα ξεκινήσει το ξήλωμα όλης της Ελλάδος. Θα ακολουθήσει το Αιγαίο, η Θράκη, η Μακεδονία… Στις δικές μας προσπάθειες, είναι σίγουρο, πως θα έλθει βοηθός και ο Θεός. Ο Θεός βοηθά εκείνους που πρώτοι βοηθούν τον εαυτό τους.

Σας ευχαριστώ και πάλιν.