English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

ΟΜΙΛΙΑ

Στην κηδεία των λειψάνων του Γιαννακού Νικόλα από το Νέο Χωρίο Κυθρέας

Ι.Ν Αγίου Κενδέα, Σάββατο 21.7.2018

Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου

         

  Σαραντατέσσερα ακριβώς χρόνια από την άνανδρη δολοφονία του, μαζευτήκαμε σήμερα, μακρυά από την αγαπημένη γενέθλια γη του, να κηδεύσουμε τον Γιαννακό Νικόλα,τον γνωστό σ’ εμάς τους Παφίτες μέσω των παιδιών και των εγγονιών του. Κι ενώ σ’ άλλες περιπτώσεις ύστερα από τόσα χρόνια  ο πόνος θα επουλωνόταν και θα’ μενε μια ανάμνηση των καλών στιγμών του μεταστάντος, σήμερα ξανακορυφώνεται η οδύνη γιατί ζούμε εκ νέου το δράμα της εποχής εκείνης.

 

   Στην Παλαιά Διαθήκη η χρονική περίοδος των 40 ετών έπαιρνε έναν εξιλαστικό χαρακτήρα. Κι ο αριθμός 40 είχε γενικά ένα μυστηριώδη χαρακτήρα.

          40 τα χρόνια της ταλαιπωρίας των Εβραίων στην έρημο.

          40 οι τιμωρητικοί ραβδισμοί για αξιόποινα αδικήματα.

          40 οι μέρες του πένθους για οικεία, ή επιφανή πρόσωπα.

          40 ήσαν και οι επιβαλλόμενες μέρες της νηστείας.

          Ο αρχαίος Ισραήλ στεκόταν με δέος μπροστά στις χρονικές αυτές περιόδους. Κι όταν συμπληρώνονταν, ένιωθε μιαν ανακούφιση. Αισθανόταν ότι απέδιδε το οφειλόμενον. Ξοφλούσε την υποχρέωση. Μπορούσε να προσβλέψει με αισιοδοξία στο μέλλον, αφήνοντας πίσω το παρελθόν.

          Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο μ’ εμάς. Μετρούμε αυτές τις μέρες όχι σαράντα, αλλά σαράντα τέσσερα ολόκληρα χρόνια από την μεγάλη προδοσία της Χούντας και τη βάρβαρη εισβολή της Τουρκίας. Κι ενώ θα θέλαμε να αφήσουμε πίσω μας, για πάντα, το παρελθόν, αφού υπεραρκετά πληρώσαμε γι’ αυτό, και να προχωρήσουμε μπροστά, δεν μπορούμε να το πράξουμε.

          Σαραντατέσσερα χρόνια κι ακόμα θάβουμε τους νεκρούς μας. Ζούμε ξανά την τραγικότητα των ημερών εκείνων και μάλιστα επαυξημένη. Είναι η νοσταλγία τόσων χρόνων της πατρικής γης, η θλίψη γι’ αυτούς που έφυγαν αναμένοντας της επιστροφή των οικείων τους, το διαγραφόμενο ζοφερό μέλλον του τόπου μας, που επαυξάνουν τη θλίψη μας.

          Τότε δεν ήταν ακόμη αντιληπτό στους πολλούς το πόσο μεγάλη ήταν η συμφορά από την εισβολή. Σήμερα κατανοούμε ότι η προδοσία και η αφροσύνη μερικών, έφεραν τη μεγαλύτερη συμφορά στον τόπο, απ’ όσες τον έπληξαν στα τελευταία τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια της Ιστορίας του.

          Γι’ αυτό και ο θρήνος για τον Γιαννακό Νικόλα, τον 78χρονο, τότε, ιεροψάλτη του Νέου Χωριού Κυθρέας, δεν είναι καθόλου μειωμένος, έστω κι αν πέρασαν σαραντατέσσερα ολόκληρα χρόνια από την εν ψυχρώ δολοφονία του από τους Τούρκους εισβολείς. Θρηνούμε σήμερα και για τον Νίκανδρο, το ένα από τα τρία παιδιά του, που έφυγε κι αυτός πριν από την επιστροφή των λειψάνων του πατέρα του. Θρηνούμε, ενθυμούμενοι και τη γυναίκα του Μαρίτσα, που κηδεύσαμε λίγα χρόνια πριν, στην Πάφο, μακριά τόσο από το Νέο Χωριό Κυθρέας όσο και από τη γενέτειρά της, την Πυργά Αμμοχώστου. Κατανοούμε το βουβό κλάμα των άλλων παιδιών του και του Π" Αντώνη και της Ελένης, των εγγονών και των δισέγγονών του.

          Πολλά και αναπάντητα τα ερωτήματα που μας βασανίζουν τόσα χρόνια για τον Γιαννακό Νικόλα. Τι κίνδυνο συνιστούσε για τους εισβολείς ένας φιλήσυχος ηλικιωμένος; Δεν εκινείτο ύποπτα. Ήταν στο κρεβάτι του και δολοφονήθηκε άνανδρα. Και δεν ήταν ώρα συγκρούσεων, ώστε να θεωρηθεί παράπλευρη απώλεια. Βρισκόμασταν σε ανακωχή από τις 17 Αυγούστου. Είχαν ήδη, οι βαρβάροι,  καταλάβει το χωριό και τη γύρω περιοχή. Ήταν 22 Αυγούστου, αρκετές μέρες μετά την κατάληψη του χωριού. Στο Νέο Χωριό είχαν μείνει ανήμποροι, ή  φιλήσυχοι άνθρωποι, που δεν απειλούσαν κανένα. Αυτοί που αγάπησαν τη γη τους, που έγιναν ένα μ’ αυτή και δεν μπορούσαν εύκολα, χωρίς τύψεις, να την εγκαταλείψουν. Στη δολοφονία του Γιαννακού Νικόλα βρίσκει πλήρη εφαρμογή η ρήση του Ταλλεϋράνδου: " Τούτο υπήρξε κάτι περισσότερον του εγκλήματος. Υπήρξεν ηλιθιότης"  

   Από το 1923, που επέστρεψε από την Αμερική, όπου είχε μεταβεί και εργαστεί για έξι χρόνια, ο Γιαννακός, παράλληλα με την εργασία του πελεκάνου ασχολείτο και με τα χωράφια του, τη γη του. Κι επαληθεύτηκε σ’ αυτόν εκείνο που από την αρχαιότητα μας λέει ο Ησίοδος. Ότι όσοι ασχολούνται με τη γη είναι και οι πιο φιλοπάτριδες. Ένας εργάτης μπορεί να βρει άλλη δουλειά. Ο γεωργός αν χάσει τη γη του μένει χωρίς δουλειά, χωρίς το αντικείμενο της αγάπης του.

          Δεν ήταν, όμως, μόνον η αγάπη της γης του που τον ώθησε να μην ακολουθήσει τους άλλους, τους πολλούς, στη φυγή. Εξήντα χρόνια στο δεξιό αναλόγιο του ναού του Αγίου Χαραλάμπους, τον έφεραν σε επαφή με τα θρησκευτικά μας κείμενα, τα οποία του δημιούργησαν την πεποίθηση πως δεν θα ’ταν δυνατόν ο Θεός να επιτρέψει εκτουρκισμό της περιοχής. Του ήταν αδιανόητο ότι θα μπορούσαν να αντικατασταθούν οι βυζαντινές μελωδίες της λατρείας του αληθινού Θεού με τις θλιβερές κραυγές του μουεζίνη. Ήλπιζε ότι την τελευταία στιγμή θα αποτρεπόταν η κατάληψη της περιοχής. Ενθυμείτο εκείνο που πολλάκις ομολογούμε στις ακολουθίες μας: «Σοι μόνω αμαρτάνομεν, αλλά και σοι μόνω λατρεύομεν». Και ήλπιζε…    

          Κι ήταν φυσικό, στις μέρες που μεσολάβησαν από την επέλαση των βαρβάρων μέχρι τον φρικτό θάνατό του, να διερωτάτο∙ «Άραγε Χριστός καθεύδει;». Μήπως κοιμάται ο Χριστός και δεν αντελήφθη τον κίνδυνο στον οποίο βρισκόμαστε;  όπως έλεγαν και οι Απόστολοι, διαπλέοντας κάποτε τη θάλασσα της Τιβεριάδος μέσα στην θαλασσοταραχή. Μήπως δοκίμαζε την πίστη μας και την υπομονή μας, ή απέστρεψε το πρόσωπό Του και «παρεδόθημεν εις χείρας εχθρών, απίστων, αποστατών;» 

          Αυτά σκεφτόμαστε κι εμείς τώρα, ζώντας την αγωνία εκείνου, σαράντα τέσσερα χρόνια μετά, συνειδητοποιώντας μάλιστα τους τελικούς σχεδιασμούς των Τούρκων, τη δική τους δύναμη και τις δικές μας αδυναμίες, τη σταθερή επιδίωξη της Τουρκοποίησης της Κύπρου.

                    Είναι γεγονός πως τα συγκριτικά υλικά μεγέθη, με αντίπαλο την Τουρκία, είναι συντριπτικά σε βάρος μας, όπως, εξ άλλου, ήταν πάντα στην ιστορική διαδρομή του Ελληνισμού. Είναι, όμως, επιλογή η παράδοση γιατί ο αντίπαλος είναι ισχυρός; Στην Ιστορία μας, αποδείχτηκε πολλές φορές, ότι το ψυχικό σθένος καταβάλλει τον αριθμό.  

     Όπως, όμως η ελευθερία δεν δωρίζεται αλλά κατακτάται, έτσι και το μέλλον δεν διαγράφεται παθητικά, από την τύχη, αλλά διαμορφώνεται δυναμικά από κάθε λαό. Κι οι Έλληνες ουδέποτε υπήρξαν τόσον αφελείς ώστε να αυταπατώνται και να περιμένουν την ελευθερία τους από ξένα χέρια. Ξέρουν, όμως, να λαμβάνουν τα μηνύματα των καιρών, συνειδητοποιούν ότι όπως και η πρόσφατη Ιστορία, που εξελίσσεται στην περιοχή μας, διδάσκει, ουδείς είναι τόσο μεγάλος για να αδιαφορεί, για πάντα, έναντι των μικρών.

          Όπως ορθά επισημαίνει, ήδη από την αρχαιότητα, ο Θουκυδίδης, οι πόλεμοι, συνήθως, δεν εξελίσσονται όπως ήταν η πρόβλεψη των εμπνευστών τους. Απρόοπτοι και αστάθμητοι παράγοντες αναδεικνύουν αδυναμίες, για τους μεγάλους, και ευκαιρίες για τους μικρούς. Στο χέρι μας είναι να μεταβάλουμε την κατάσταση. Φτάνει να εργαστούμε με σύνεση και μ’όλη τη δύναμη της ψυχής μας και να αξιοποιήσουμε όλα τα δεδομένα, όπως διαγράφονται σήμερα, προς τον σκοπό αυτό. Να πιστέψουμε ότι τα εθνικά μας δίκαια δεν παραγράφονται, όσος χρόνος κι αν περάσει.

          Οφείλουμε, λοιπόν, ως Εκκλησία και ως Πολιτεία, ως οργανωμένοι φορείς, αλλά και ως μεμονωμένα άτομα, να κατανοήσουμε ότι όπως δικαιούται ο καθένας να καυχάται για το παρελθόν, και όπως πρέπει να οδυνάται για το παρόν, οφείλει να ελπίζει και να ετοιμάζει το μέλλον.

          Είναι παρήγορο ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας αντιστέκεται στις πολλαπλές πιέσεις, που του ασκούνται από παντού, για επανέναρξη των συνομιλιών με τις προϋποθέσεις που θέτει ο κατακτητής. Ελπίζουμε να κρατήσει μέχρι το τέλος αυτή τη γραμμή. Οι συνομιλίες, όπως γίνονταν και με τη μορφή που γίνονται μέχρι τώρα, δεν οδηγούν πουθενά. Ήταν ο σχεδιασμός της κατοχικής δύναμης για αποτελμάτωση του θέματος μας, για αποπροσανατολισμό και ημών των ιδίων, και των ξένων.

          Κάτω από την πίεση των τετελεσμένων της εισβολής δεχθήκαμε να συνομιλήσουμε για την εξεύρεση ενός συμβιβασμού με την αδικία. Αυτό έδωσε  την λανθασμένη εντύπωση ότι το πρόβλημά μας δεν ήταν πρόβλημα εισβολής και κατοχής, αλλά πρόβλημα δικοινοτικής διαφοράς. Βάλαμε έτσι την Τουρκία στο απυρόβλητο και  παρουσιάζεται διεθνώς να μας επικρίνει ότι δεν επιθυμούμε λύση. Κι ας δεχτήκαμε σταδιακά όλες τις απαιτήσεις της. Κάθε υποχώρησή μας, οδηγεί σε νέες διεκδικήσεις των Τούρκων.  

   Με την απλή λογική ενός μέσου πολίτη θα πρότεινα την σταθερή επιδίωξη και για τον λαό μας όλων όσων απολαμβάνουν οι άλλοι Ευρωπαίοι πολίτες. Έχουν εκείνοι το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης σε όλη την Ευρώπη. Γιατί όχι κι εμείς στον  τόπο μας; Δικαιούνται εκείνοι να εγκαθίστανται όπου θέλουν σε όλη την Ευρώπη. Γιατί όχι κι εμείς στα δικά μας χωριά και στα δικά μας σπίτια; Θα έπρεπε την επιθυμία του για παραμονή στο σπίτι του ο μακαριστός Γιαννακός να την πληρώσει με τη ζωή του ; Έχουν εκείνοι το δικαίωμα απόκτησης περιουσίας παντού, σ’ όλη την Ευρώπη. Γιατί εμείς να μη δικαιούμαστε τις δικές μας, κατεχόμενες περιουσίες; Μπορούν οι Ευρωπαίοι εταίροι μας να αντιτεθούν σε μιαν τέτοια διεκδίκησή μας, που θα τεκμηριώνεται πλήρως, αφού είναι τα ίδια δικαιώματα που απολαμβάνουν κι εκείνοι που ζητούμε για μας; Όταν, όμως, εμείς συμβιβαζόμαστε με όλο και λιγότερα, ποιος ο λόγος να μεριμνούν εκείνοι;

          Οφείλουμε να πολιτευτούμε μ’ αυτό τον τρόπο και να δείξουμε αντοχή στον χρόνο και τις δοκιμασίες, ως ελάχιστη υποχρέωση σ’ αυτούς του έδωσαν τη ζωή τους για την πατρίδα και σ’ αυτούς που πότισαν με το αίμα τους την κατεχόμενη γη μας, όπως είναι κι ο Γιαννακός Νικόλα που τόσο καθυστερημένα, κηδεύουμε σήμερα.

          Όταν ο πατριάρχης των Εβραίων Ιωσήφ βρισκόταν στην επιθανάτια κλίνη, κάλεσε τα παιδιά του και τους έδωσε τις τελευταίες νουθεσίες, εκφράζοντας παράλληλα και την τελευταία επιθυμία του. Τους είπε συγκεκριμένα:       «Εν τη επισκοπή η επισκέψηται ο Θεός υμάς, …συνανοίσετε τα οστά μου εντεύθεν μεθ’ υμών». Όταν δηλαδή ο Θεός θα σας οδηγήσει πίσω στην πατρίδα μας, να μεταφέρετε τα οστά μου μαζί σας εκεί.

          Σήμερα μεταφέραμε εδώ τα οστά του μακαριστού Γιαννακού από την πατρική του γη για να του αποδώσουμε τις πρέπουσες τιμές και να τον κηδεύσουμε κατά τα επιβαλλόμενα από τη θρησκεία μας. Και για να τον τοποθετήσουμε δίπλα  στην μακαριστή σύζυγό του. Υποσχόμαστε όμως να τα μεταφέρουμε και πάλιν στο Νεό Χωρίο Κυθρέας όταν αυτό ελευθερωθεί για να αναπαυθεί για πάντα εκεί, σε χώρο αγαπημένο, σε χώρο Ελληνικό.

          Αιωνία ας είναι η μνήμη του. Οι δικοί του που θα νιώθουν περήφανοι γι’ αυτόν, αλλά και όλοι εμείς θα τον μνημονεύουμε μέχρι την ημέρα της επιστροφής.