English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

Φτώχεια και Κοινωνικός Αποκλεισμός
Ομιλία σε μαθητικό συνέδριο του Γυμνασίου Γεροσκήπου. 
 
Ευχαριστώ ιδιαίτερα τη διεύθυνση του Σχολείου που μου δίνει την ευκαιρία, με τη σημερινή διάλεξη, να συζητήσω μαζί σας και να τοποθετηθώ προσωπικά πάνω στο θέμα «Φτώχεια και Κοινωνικός Αποκλεισμός». Καταλαβαίνετε ότι το σχήμα και η θέση μου στην Εκκλησία, με καθοδηγούν αναγκαστικά στη διατύπωση της θέσης της Εκκλησίας μας στο θέμα αυτό.
          Πλούτος και φτώχεια είναι καταστάσεις που εμφανίζονται στον κόσμο σε χρόνια πολύ μεταγενέστερα από τη δημιουργία. Ο Θεός «εποίησεν εξ ενός αίματος παν γένος επί της γης». Δημιούργησε δηλ. όλο το ανθρώπινο γένος από ένα ζεύγος ανθρώπων, όλους ίσους μεταξύ τους. Χωρίς καμιά διάκριση φυλής, φύλου ή περιουσίας. Όλοι, αφού είχαν δημιουργηθεί ελεύθεροι και προικισμένοι με διάφορα χαρίσματα από το Θεό, είχαν τη δυνατότητα να εργαστούν και να αποκτήσουν περιουσίες.
          Στην Παλαιά Διαθήκη η φτώχεια θεωρείται πολλές φορές ότι είναι καρπός της φυγοπονίας, της οκνηρίας δηλαδή, και της άτακτης ζωής. Κάποτε ο φτωχός μπορεί να είναι και θύμα της ατυχίας ή της εκμετάλλευσης άλλων. Γι’ αυτό και στο βιβλίο των Παροιμιών υπάρχει προσευχή για αποφυγή της φτώχειας: «Κύριε πλούτον και πενίαν μή μοι δος». Ο ιερός Παροιμιαστής παρακαλεί τον Θεό να τον προφυλάξει και από τον πλούτο και από την φτώχεια. Μπορεί κι η φτώχεια να γίνει αιτία αμαρτίας. Ο άνθρωπος να μην αντέξει και να βλαστημήσει το όνομα του Θεού ή να οδηγηθεί σε άλλες ανεπιθύμητες καταστάσεις.
          Για τον Χριστιανισμό η αξία του ανθρώπου δεν βρίσκεται στην περιουσία του αλλά στην ηθική υπόστασή τους, στις αρετές του και, κυρίως, στην αθάνατη ψυχή του. «Ουκ εν τω περισεύειν τινί η ζωή αυτού εκ των υπαρχόντων αυτού», λέει χαρακτηριστικά ο Απ. Παύλος. Απέναντι στον Θεό δεν μπορεί να υπάρξει καμιά διάκριση που να εδράζεται στον πλούτο ή στην έλλειψή του. «Ουκ ένι άρσεν και θήλυ, δούλος ή ελεύθερος… αλλά πάντες εις εστέ εν Χριστώ Ιησού» διακηρύσσει πάλιν ο Απ. Παύλος. Ούτε και παρατηρείται οποιοδήποτε είδος κοινωνικού ή άλλου αποκλεισμού, λόγω φτώχειας, στην Αγ. Γραφή. Ένας πρώην δούλος, ο Ονήσιμος, εντελώς φτωχός, και ο πρώην κύριός του, ο Φιλήμων, πλούσιος αυτός, είναι απόστολοι του Χριστού. Ένας πλούσιος ο οποίος φάνηκε καλός διαχειριστής της περιουσίας του που τη θεώρησε δώρο του Θεού και «εσκόρπισεν, έδωκε τον πλούτον αυτού» σ’ αυτούς που είχαν ανάγκη, έχει την ίδια θέση απέναντι στον Θεό με τον φτωχό εκείνο που υπέμεινε αγόγγυστα και με καρτερία τις στερήσεις.
          Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός στα θαυμάσια τροπάρια που μας έγραψε για την ακολουθία της κηδείας, λέει ότι η ισότητα των ανθρώπων φαίνεται στο θάνατο. Εκεί δεν «παραμένει ο πλούτος», δεν «συνοδεύει η δόξα». «Πλούσιος ή πένης», φτωχός δηλαδή, έχουν το ίδιο τέλος. Διερωτάται μάλιστα «Πού εστιν ο χρυσός και ο άργυρος, πού εστι των ικετών η πλημμύρα και ο θόρυβος;»
          Με βάση την θεμελιώδη αρχή του, περί ισότητας όλων των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την περιουσία τους, ο Χριστιανισμός μπόρεσε και επέφερε ανατροπή των κοινωνικών θεσμών που ίσχυαν όταν πρωτοεισήλθε στον κόσμο. Κατάργησε τη δουλεία, - έστω κι αν λεγόμενες χριστιανικές κοινωνίες την επανέφεραν αργότερα - , εγκαθίδρυσε στην πράξη την ισότητα ανδρών και γυναικών, έκανε προσιτές σε όλους, στις χριστιανικές χώρες, τις εκκλησιαστικές, κοινωνικές και πολιτικές θέσεις. Πτωχοί σε υλικά αγαθά και άσημοι κατά κόσμο, χωρίς να προέρχονται από καμιά elite, φτάνουν στα ανώτατα αξιώματα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Ένα απλό παράδειγμα, γνωστό σε όλους: Ο Μακάριος προερχόταν από μιαν πάμπτωχη οικογένεια. Μιαν οικογένεια που δεν μπορούσε να επωμιστεί τα έξοδα της φοίτησής του σε Γυμνάσιο. Κι όμως στην Εκκλησία ανεδείχθη Αρχιεπίσκοπος. Και στην Π.Δ., την οποία η Εκκλησία μας δέχεται ως ισόκυρη προς την Κ.Δ., ένα φτωχό τσοπανόπουλο, ο Δαβίδ, χρίεται από τον Σαμουήλ βασιλεύς στο Εβραϊκό έθνος (Λέει ο ίδιος: Πτωχός ή μην εν τοις αδελφοίς μου και νεώτερος εν τω οίκω του πατρός μου και εποίμαινα τα πρόβατα αυτού».
          Η διδασκαλία, επομένως της Εκκλησίας δεν επιτρέπει κανένα αποκλεισμό λόγω φτώχειας. Η διδασκαλία αυτή τονίζει ότι ο άνθρωπος έχει αξία απλώς και μόνο γιατί είναι άνθρωπος. Ο άγιος Φώτιος ο Ομολογητής, ο μεγάλος πατριάρχης του 9ου αιώνα, απευθυνόμενος στον τότε αυτοκράτορα Μιχαήλ του υπενθύμιζε αυτή τη βασική χριστιανική αρχή: «Μέμνησο ότι της αυτής κοινωνούμεν φύσεως και βασιλείς και ιδιώται και τον αυτόν έχομεν δημιουργόν και κριτήν και δεσπότην». Να θυμάσαι ότι και οι βασιλείς και οι κοινοί θνητοί έχουμε την ίδια κοινή ανθρώπινη φύση. Δεν είστε εσείς οι βασιλείς δημιουργημένοι από άλλο υλικό. Κι έχουμε, ακόμα, τον ίδιο δημιουργό και κριτή και κύριο.
          Παρά το ότι πλούτος και φτώχεια δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματική, την οντολογική, ισότητα των ανθρώπων και παρά το γεγονός ότι οι ανισότητες που δημιουργούνται ανάμεσα στους ανθρώπους, ως προς την περιουσία, δυνατόν να οφείλονται και στην καλή χρήση της ελευθερίας και των δυνατοτήτων τους, ο Χριστιανισμός ζητά και σ’ αυτές τις περιπτώσεις ανακατανομή του πλούτου, ώστε οι άνθρωποι να έχουν ίδιες δυνατότητες ανάπτυξης του «είναι» τους. Ο Απ. Παύλος απευθυνόμενος στους πλούσιους λέγει: «Το υμών περίσσευμα εις το εκείνων υστέρημα, ίνα γένηται ισότης». Και ο Μ. Βασίλειος σε μιαν ομιλία που την επιγράφει «εις το καθελώ μου τας αποθήκας», απευθυνόμενος στον άφρονα πλούσιο του λέγει: «Του πεινώντός εστιν ο άρτος ον κατέχεις εν αποθήκαις∙ του γυμνητεύοντος το ιμάτιον∙ τοσούτους αδικείς όσοις παρέχειν εδύνασο». Τα τρόφημα δηλ. που έχεις και αποθηκεύεις δεν είναι δικά σου∙ ανήκουν στους πεινασμένους. Το ίδιο και τα ενδύματα∙ ανήκουν στους γυμνούς∙ και να ξέρεις ότι δεν αδικείς μόνον εκείνους από τους οποίους αρπάζεις τα υπάρχοντα. Αδικείς όσους μπορούσες να βοηθήσεις και δεν το κάνεις.
          Είναι γι’ αυτό το λόγο που η ελεημοσύνη μέσα από την Αγία Γραφή φαίνεται να είναι το κύριο χαρακτηριστικό της Χριστιανικής ευσέβειας. Στην Π.Δ. υπάρχει από πολύ νωρίς το παράγγελμα «Ως σοι υπάρχει κατά το πλήθος ποίησον εξ αυτών ελεημοσύνην». Όπως μπορείς δηλ., όσο σου το επιτρέπουν τα υπάρχοντά σου, πάντα να δίνεις ελεημοσύνη. Και στο βιβλίο του Ησαΐα, ο Μεσσίας παρουσιάζεται να λέει ότι απεστάλη «ευαγγελίσασθαι πτωχοίς». Να φέρει δηλ. το καλό μήνυμα στους πτωχούς προς τους οποίους επικεντρώνεται η συμπάθειά του. Μα και οι διάφορες παραβολές του Χριστού δίνουν το μήνυμα της ανάγκης επίδειξης ευσπλαχνίας και συμπάθειας προς τους φτωχούς. Στην παραβολή του πλούσιου και του Λαζάρου π.χ., ο Λάζαρος αναπαύεται στην βασιλεία των ουρανών (στους κόλπους του Αβραάμ) γιατί αντιμετώπισε με χριστιανικό τρόπο την φτώχεια του, ενώ ο πλούσιος τιμωρείται στον Άδη για την ασπλαχνία που επέδειξε. Και στην παραβολή του άφρονος πλουσίου, παρ’ όλο που δεν φαίνεται να είναι άδικος ο τρόπος απόκτησης των αγαθών του, ο πλούσιος παρουσιάζεται να αντιμετωπίζει τον θάνατον τη στιγμή που λογάριαζε μακροχρόνια την απόλαυση για να διδαχθούμε ότι σε άλλες αξίες, μόνιμες, θα πρέπει να στηρίζουμε τη ζωή μας.
          Παρόλο, λοιπόν, που στην πραγματικότητα πλούτος και φτώχεια δεν διαφοροποιούν τους ανθρώπους στον Χριστιανισμό και κανένας αποκλεισμός οποιουδήποτε ανθρώπου δεν δικαιολογείται σ’ αυτόν, εν τούτοις η προτροπή είναι για ισότητα αγαθών. Κι ακριβώς επειδή απέναντι στον Θεό δεν υπάρχει διάκριση φτωχού και πλούσιου, ο ίδιος σεβασμός προς το ανθρώπινο πρόσωπο πρέπει να επιδεικνύεται προς όλους. Σε μια σχετική περίπτωση είπε ο Χριστός: «Οράτε, μη καταφρονήσητε ενός τούτων των ελαχίστων. Λέγω γαρ υμίν ότι οι άγγελοι αυτών διά παντός βλέπουσι το πρόσωπον του Πατρός μου του εν ουρανοίς». Έχουν δηλ. και οι πιο φτωχοί και καταφρονημένοι άγγελο-φύλακα, ο οποίος βλέπει το πρόσωπο του Θεού. Δεν υπάρχει, ούτε εκεί, κανένας αποκλεισμός λόγω φτώχειας.
          Προβάλλοντας την ισότητα όλων των ανθρώπων μεταξύ τους και διακηρύσσοντας στην πράξη ότι δεν υπάρχει κανενός είδους αποκλεισμός για κανένα, ο Χριστιανισμός δίνει και τη θεολογική του ερμηνεία. Ο κάθε άνθρωπος «ηγοράσθη τιμής». Λυτρώθηκε με κάποιο αντίτιμο. Δεν ελυτρώθη «αργυρίω ή χρυσίω» αλλά «τιμίω αίματι, ως αμνού ασπίλου και αμώμου Χριστού». Δεν δόθηκαν για την εξαγορά του από τον διάβολο χρήματα, αλλά χύθηκε το ίδιο το αίμα του Χριστού.
          Ίσως είναι γνωστή σε όλους σας η παρομοίωση της Εκκλησίας, δηλ. του συνόλου των πιστών, ως Σώματος Χριστού. Σ’ ένα σώμα αν πάσχει ένα μέλος, το χέρι π.χ., υποφέρει όλος ο οργανισμός. Θεραπεύοντας το χέρι ανακουφίζουμε όλον τον οργανισμό. Έτσι προσφέροντας τις υπηρεσίες μας σ’ έναν άνθρωπο, ανακουφίζουμε το Σώμα της Εκκλησίας, τον ίδιο τον Χριστό. Γι’ αυτό κι είπε ο Χριστός, στη γνωστή παραβολή της Κρίσεως, ότι «εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Αν έχετε προσφέρει μιαν υπηρεσία σ’ ένα από αυτούς τους φτωχούς και τιποτένιους, είναι σαν να προσφέρατε σ’ εμένα. Η μη παράκαμψη, επομένως οποιουδήποτε, ο μη αποκλεισμός του από καμιά θέση και κανένα πόστο, είναι θεολογικά θεμελιωμένα στον Χριστιανισμό.
          Τι συμβαίνει όμως στην πραγματικότητα; Οι Χριστιανικές κοινωνίες αλλά και η ίδια η Εκκλησία εφαρμόζουν ή, καλύτερα, εφαρμόζουν πλήρως τη διδασκαλία του Χριστιανισμού; Ασφαλώς όλοι γνωρίζουμε πως ίση κατανομή αγαθών δεν υπάρχει. Υπάρχουν πλούσιοι, υπάρχουν και φτωχοί, ακόμα και άνθρωποι που στερούνται και τα πιο αναγκαία στη ζωή. Υπάρχουν και Μητροπόλεις φτωχές – όπως η δική μας – , υπάρχουν και άλλες πλούσιες, όπως η Αρχιεπισκοπή. Υπάρχουν μοναστήρια φτωχά όπως της Χρυσορρογιάτισσας και άλλα πλούσια, όπως του Κύκκου. Υπάρχουν Δήμοι πλούσιοι, όπως της Λευκωσίας και Δήμοι φτωχοί, όπως της Γεροσκήπου.
          Υπάρχει ανισότητα στο έχειν. Κανένας δεν το αμφισβητεί. Ούτε και είναι αυτό το θέμα μας. Παρατηρείται μήπως κοινωνικός αποκλεισμός ή κοινωνική απόρριψη λόγω αυτής της ανισότητας; Θεωρητικά, άμεσα, μπορούμε να πούμε πως όχι. Μπορεί να υπάρχει απόρριψη και αποκλεισμός λόγω χρώματος, λόγω εθνικής καταγωγής, λόγω τοπικής προέλευσης, λόγω θρησκείας, λόγω φύλου, αλλά είναι δύσκολο να παρατηρήσουμε τέτοια συμπεριφορά που να εδράζεται απλώς και μόνον στη φτώχεια. Άλλο αν συνυπάρχουν και άλλοι παράγοντες.
          Έχω την γνώμη, όμως, πως έμμεσα παρατηρείται κοινωνικός αποκλεισμός λόγω φτώχειας. Αναφέρω ένα – δύο παραδείγματα: Κάθε χρόνο διοργανώνονται κάποια «φιλανθρωπικά» όπως λέγονται δείπνα που στοχεύουν στη συλλογή χρημάτων για κάποιο σκοπό. Μπορεί νάναι για ενίσχυση του ταμείου για την καταπολέμηση της πείνας, για την εκστρατεία εναντίον των ναρκωτικών, για την ενίσχυση κάποιων ιδρυμάτων, για προώθηση της έρευνας κλπ. Επειδή στόχος είναι να μαζευτούν όσο το δυνατόν περισσότερα χρήματα τα δείπνα γίνονται είτε σε πολυτελή ξενοδοχεία είτε στο προεδρικό και τίθενται υπό την αιγίδα του Προέδρου της Δημοκρατίας ή Υπουργών. Το εισιτήριο για ένα τέτοιο δείπνο είναι γύρω στα €200. Ο σκοπός είναι δυνατόν να ευαισθητοποιεί όλους. Μπορεί όμως ένας πτωχός να συμμετάσχει στο δείπνο; Ο αποκλεισμός του έχει γίνει από τη στιγμή του καθορισμού της τιμής συμμετοχής. Και δεν είναι αυτός ο Χριστιανικός τρόπος εξάσκησης της φιλανθρωπίας. Θα ξέρετε, ίσως, το περιστατικό της χήρας με το δίλεπτον που επαίνεσε ο Χριστός. Βρισκόταν ο Χριστός στη Συναγωγή, κοντά στο γαζοφυλάκιο, το κουτί δηλ. στο οποίο έριχναν εθελοντικά τη βοήθειά τους οι ευσεβείς Εβραίοι για βοήθεια των αναξιοπαθούντων. Παρατήρησε ο Χριστός μιαν φτωχή χήρα που έριξε στο κουτί ένα δίλεπτο, δυο λεπτά, δύο σεντ, ενώ άλλοι έριχναν πολύ περισσότερα, γιατί είχαν τη δυνατότητα αυτή. Κι ο Χριστός επαίνεσε την χήρα, λέγοντας ότι έδωσε περισσότερα από τους άλλους, συγκριτικά, γιατί έδωσε από το υστέρημά της. Δεν θα μπορούσε όμως αυτή να συμμετάσχει σ’ ένα τέτοιο δείπνο.
          Λέμε ότι η πρόσβαση στα Πανεπιστήμια είναι για όλους ελεύθερη. Φτάνει να πετύχει κανείς στις εισαγωγικές εξετάσεις. Πόσοι όμως αποκλείονται από τη φοίτηση, λόγω έλλειψης χρημάτων; Είναι αποκλεισμός από την κοινωνία των μορφωμένων, των πτυχιούχων, λόγω φτώχειας. Αυτός ο αποκλεισμός μπορεί να είχε ξεκινήσει και από την αδυναμία παρακολούθησης φροντιστηριακών μαθημάτων, μπορεί να διακριθεί και στην επιβολή της αναζήτησης χώρας με χαμηλό κόστος ζωής ή χαμηλά πανεπιστημιακά δίδακτρα κλπ.
Η κοινωνία, όταν για διεκδίκηση με εκλογές μιας θέσης, απαιτεί την καταβολή ενός υψηλού παράβολου, δεν συντείνει στον αποκλεισμό κάποιων από τις τάξεις της; Και ακόμα μήπως κι εσείς οι μαθητές, με τη συμπεριφορά σας, συμβάλλετε στον αποκλεισμό από την παρέα σας κάποιου συμμαθητή ή κάποιας συμμαθήτριάς σας λόγω π.χ. στολής; Από τότε που, κακώς κατά τη γνώμη μου, χαλάρωσαν πάρα πολύ οι κανονισμοί για τη μαθητική στολή, πολλοί ή πολλές πηγαίνουν στο σχολείο ντυμένοι με πανάκριβα ρούχα – φίρμες. Πώς θα μπορούσε ένα φτωχός να είναι μέλος της παρέας;
Έμμεσος αποκλεισμός λόγω έλλειψης μέσου (που εν πολλοίς εξαρτάται από την οικονομική επιφάνεια κάποιου) είναι η αδυναμία πρόσβασης του σε κάποιες θέσεις της κρατικής μηχανής ή και των ημικρατικών οργανισμών. Αυτό μάλιστα οδηγεί και σε γενικότερη κοινωνική αναταραχή. Και πράγματι! Πώς ένας νέος, λαμπρός επιστήμονας αλλά χωρίς μέσα και οικονομική εμβέλεια, βλέποντας άλλους, που δεν ξεχωρίζουν καν τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, να προωθούνται σε θέσεις κρατικές, ενώ αυτός απορρίπτεται θα σέβεται πια τους θεσμούς που είναι υπεύθυνοι για διορισμούς και προαγωγές; Και πώς ένας μαθητής, βλέποντας, αυτή την κατάσταση θα οδηγηθεί στην αρχή της μείζονος προσπάθειας; Πώς θα αποφευχθούν τα εγκλήματα, όταν το δίκαιο πολλάκις στραγγαλίζεται και ο άλλος θεωρείται απλώς μέσο για αύξηση των εισοδημάτων μας;
Είναι φανερό πως για τα πιο πάνω δεν φταίει ο Χριστιανισμός, ούτε και η διδασκαλία του. Αντίθετα προβάλλει πιο επιτακτική η ανάγκη επιστροφής στις αρχές του Χριστιανισμού και ιδιαίτερα στην θεμελιώδη αρχή της ισότητας που είναι μέγιστη Χριστιανική αξία. Η Εκκλησία δραστηριοποιείται σήμερα σε πολλούς τομείς για να καταργήσει αδικίες και στρεβλώσεις και να εμπεδώσει το μήνυμα της ισότητας όλων. Έτσι θα καταργηθεί και θα εκλείψει ο κοινωνικός αποκλεισμός. Συγκεκριμένα: Δημιουργεί κέντρα νεότητας όπου όλοι οι νέοι, ανεξάρτητα οικονομικής δυνατότητας, φύλου ή άλλων διαφορών, μπορούν να βρουν ψυχαγωγία και επιμόρφωση. Χρηματοδοτεί γηροκομεία και νηπιοκομικούς σταθμούς, για παροχή υπηρεσιών στους έχοντες ανάγκη. Δίνει υποτροφίες σε άπορους νέους και νέες για σπουδές. Παρέχει στέγη και τροφή, με συσσίτια που διοργανώνει, σε άπορους, δικούς μας και ξένους. Με τα φιλόπτωχα ταμεία που έχει δημιουργήσει και τις φιλόπτωχες αδελφότητες κάθε ενορίας βρίσκεται στο πλευρό κάθε ενός που έχει ανάγκη. Με εράνους που διεξάγει υπέρ ατόμων ή ομάδων που βρίσκονται σε μια δύσκολη περίσταση, προσπαθεί να κάμει βίωμα των πιστών, μέσω της αλληλεγγύης που προβάλλει, την αρχή περί ισότητος όλων των ανθρώπων και να εκμηδενίσει την απόρριψη και τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Τελειώνοντας θέλω να συνοψίσω ότι: Για τον Χριστιανισμό δεν έχει νόημα ο κοινωνικός αποκλεισμός λόγω φτώχειας. Το θεωρητικό – θεολογικό υπόβαθρο υπάρχει και η Χριστιανική διδασκαλία είναι ξεκάθαρη. Απαιτείται επίπονη δουλειά για να εφαρμόσουμε στην πράξη όσα θεωρητικά υποστηρίζουμε.