English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

 

 
 
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ
Κατά την παρουσίαση του βιβλίου του
Γιάννη Νικολάου
«Το φάντασμα της Κοπεγχάγης»
Του Μητροπολίτη Πάφου Γεωργίου
8.6.2010
 
 
Η μνήμη έχει ιδιαίτερη αξία στη ζωή των ανθρώπων. Όχι τόσο γιατί τους συνδέει με το παρελθόν αλλά κυρίως γιατί τους διδάσκει με την πείρα. Η λησμονιά, η λήθη, είναι, κατά τους αρχαίους προγόνους μας, το αντίθετο της αλήθειας, αφού αυτή η αλήθεια, είναι η στέρηση της λήθης.
          Ο Ευάγγελος Παπανούτσος λέει ότι ο άνθρωπος γνωρίζει την ηθική χαρά και την ηθική οδύνη, επειδή δεν λησμονεί. Αντίθετα η λήθη λειτουργεί διαβρωτικά στην στρατηγική της Ιστορίας. Η μνήμη των γεγονότων δρά σαν ισχυρό αμυντήριο. Θυμούμαστε και παραδειγματιζόμαστε.
          Αυτό το σκοπό, νομίζω, πως εξυπηρετεί το βιβλίο του Γιάννη Νικολάου «Το φάντασμα της Κοπεγχάγης». Μας μεταφέρει και μας υπενθυμίζει λεπτό προς λεπτό τα όσα διαδραματίσθησαν σ’ ένα τριήμερο, κατά τη σύνοδο κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον Δεκέμβριο του 2002 στην Κοπεγχάγη. Τότε που θα λαμβανόταν η απόφαση για αποδοχή, ή μη, της αίτησης της Κύπρου για εισδοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και που θεωρήθηκε από μερικούς, τους συνήθεις υπόπτους, ως ευκαιρία εξάσκησης πιέσεων προς αποδοχή του τότε παρουσιασθέντος σχεδίου Ανάν για επίλυση του Κυπριακού. Οφείλουμε να θυμόμαστε για να παραδειγματιζόμαστε.
          Η άφατη οδύνη θρονιάστηκε, τότε, αχώριστος σύντροφος στην καρδιά του συγγραφέα και μερικών άλλων δημοσιογράφων που συναισθάνονταν την κρισιμότητα των καιρών. Με την περιγραφή των συνεχών ραδιουργιών των ξένων, του Χάνεϊ, του Μπλέρ, του Ντε Σόττο αλλά και τη συνεχή ανάλυση της στάσης των δικών μας, δίνει, νομίζω, πολύ ξεκάθαρα ο συγγραφέας το μήνυμά του: Οφείλουμε κάθε στιγμή να αυτοπροσδιοριζόμαστε, να αξιολογούμε την εξουσιαστική απολυταρχικότητα των ισχυρών αλλά και να συναισθανόμαστε την ευθύνη μας απέναντι στην ιστορία.
          Η ομάδα μας ούτως η άλλως έμπαζε νερά, λέει στο βιβλίο κάποιος ομοϊδεάτης προς τον συγγραφέα δημοσιογράφος. Μα το ίδιο, και με πολύ περισσότερα λόγια και ειδικότερη – λεπτομερέστερη ανάλυση, λέει ο συγγραφέας. Παρακολουθώντας από την συναρπαστική παράθεση των γεγονότων τη συμπεριφορά πολλών από τους εκπροσώπους της πλευράς μας που βρέθηκαν στην Κοπεγχάγη για να διαπραγματευτούν το μέλλον της πατρίδας μας συνειδητοποιείς ότι το έθνος μας, στην τρισχιλιετή και πλέον πορεία του, ανέδειξε και ηγέτες κατώτερους του λαού και των περιστάσεων. Αυτό όμως δεν το εμπόδισε να επιβιώσει. Γιατί είχε βαθιές ρίζες στην Ιστορία στον πολιτισμό του, στην αυτοσυνειδησία του. Κι αυτό είναι ένα μεγάλο δίδαγμα για μας, την ώρα τούτη που ο λεπτοδείκτης της Ιστορίας σηματοδοτεί το δικό μας χρέος.
          Συνεχής υπόμνηση του συγγραφέα είναι ότι «τα φαντάσματα ποτέ δεν φεύγουν για πάντα. Κι αν το φάντασμα νικήθηκε σ’ εκείνο τον πόλεμο, για να επιβιώσει ο λαός και τόπος μας, πρέπει να κερδίζεται κάθε επόμενος πόλεμος. Και υπάρχει τρόπος διαφυγής από τα κρίσιμα αδιέξοδα που μας περικυκλώνουν και ανάνηψης από το λήθαργο στον οποίο έχουμε περιέλθει. Λέει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας: «Την αξιοπρέπεια δεν μπορεί ποτέ κανείς να σου την πάρει, αν δεν την δώσεις ο ίδιος». Και συμπληρώνει: «Την αξιοπρέπεια αν δεν την διεκδικήσεις ο ίδιος, ουδείς μπορεί ποτέ να σου την δώσει»
          Υπερασπιζόμενος ή διεκδικώντας την αξιοπρέπειά σου φτάνεις σε δυσθεώρητα ύψη ηρωϊσμού. Ύψη ηρωϊσμού με τα οποία μπορεί να αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά η σημερινή δυσχερής εθνική κατάσταση.
          Τέτοιος ήταν ο σκοπός του συγγραφέα, τον οποίο και συγχαίρω ιδιαίτερα.
          Πριν από 25 αιώνες, ο Αισχύλος θέλησε να του γράψουν στον τάφο του όχι πως ήταν ο δημιουργός της Ορέστειας ή τόσων αξεπέραστων τραγωδιών, αλλά πως πολέμησε στον Μαραθώνα. Πιστεύω πως και για τον Γιάννη Νικολάου θα ήταν ιδιαίτερος τίτλος τιμής, όχι ως επιτύμβιο αλλά ως πιστοποιητικό ζωής, το «γνήσιος Έλλην Πατριώτης» και όχι το πετυχημένος δημοσιογράφος ή γλαφυρός συγγραφέας. Πάντως και για τους τρεις αυτούς χαρακτηρισμούς τον συγχαίρω και πάλιν θερμότατα.