English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

  
Περιοδικό Απ. Βαρνάβας
 

 

 

 

 

Η καθιέρωση εθνικών επετείων και εορτασμών για ένα λαό αποτελεί εθνικό χρέος, γιατί με αυτό τον τρόπο διατηρείται άσβεστη και ενισχύεται η ιστορική συνείδηση και μνήμη, η οποία, σε καιρούς δύσκολους, καθοδηγεί τις σκέψεις και τις πράξεις των ανθρώπων και τους οδηγεί σε υψηλές πράξεις για την προάσπιση των αξιών και ιδανικών της φυλής.
 
Η καθιέρωση όμως θρησκευτικών επετείων και εορτασμών δεν εξυπηρετεί μόνο αυτό το σκοπό. Οι θρησκευτικές επέτειοι εξυπηρετούν και μια άλλη ανάγκη. Ανάγκη περισσότερο προσωπική. Έχουν χαρακτήρα σωστικό και σωτηριολογικό. Υπενθυμίζουν σε όλους μας την κοινή καταγωγή και τον κοινό προορισμό μας, ο οποίος είναι η ηθική τελείωση και η κατάκτηση της αιώνιας ζωής. Ο αγώνας εδώ είναι κοινός για όλους τους ανθρώπους και δεν αφορά μόνο ένα έθνος ή μια φυλή.
Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, βρισκόμαστε απόψε εδώ, στον ιερό αυτό χώρο, όπου πριν από 1964 χρόνια οι Απόστολοι Παύλος και Βαρνάβας κήρυξαν τα διδάγματα της «νέας θρησκείας», μπροστά στο Ρωμαίο ανθύπατο Σέργιο Παύλο, κάτι που έμελλε να αλλάξει τη ροή της ιστορίας όχι μόνο του τόπου μας αλλά και ολόκληρου του Χριστιανισμού.
Είναι, βέβαια, πάντα δύσκολο
Μακαριώτατε,
Πανιερώτατοι,
Θεοφιλέστατοι,
Εκλεκτοί προσκεκλημένοι,
Λαέ του Θεού περιούσιε,
να δώσει κανείς με λόγια εκείνο που νιώθει στην καρδιά του. Και είναι χίλιες φορές πιο δύσκολο, όταν αυτό που νιώθει είναι τόσο μεγάλο και τόσο δυνατό, που τα λόγια δεν το χωρούν. Στην πρόσκληση – πρόκληση του Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Πάφου κ. Γεωργίου για να είμαι ο αποψινός ομιλητής αυτής εδώ της θρησκευτικής επετείου, η αλήθεια είναι ότι στην αρχή δίστασα. Από τη μια μεριά κλονίζεται κανείς όταν ατενίζει τη μεγάλη μορφή του Αποστόλου των Εθνών, του κορυφαίου «μετά τον Ένα», τον διδάσκαλο της Οικουμένης, τον αληθινό αναμορφωτή και ανακαινιστή των Εθνών. Από την άλλη, μια ακόμα αναφορά στο περιεχόμενο του κηρύγματος των δύο αποστόλων, το οποίο θεμελίωσε και νοηματοδότησε την Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη και λατρεία, δεν θα είχε να προσφέρει τίποτα το καινούριο στους παρευρισκομένους.
Η ισχυρή προσωπικότητα και των δύο καθώς και η δράση τους είναι τέτοια που, ξεκινώντας να αναφέρεσαι σ’ αυτούς, δε γνωρίζεις τι θα πρέπει να παραλείψεις, και ειδικά σε ένα ακροατήριο όπου οι απαιτήσεις μιας τέτοιας ομιλίας είναι αρκετά υψηλές.
Το γεγονός ότι ζούμε σε μια εποχή όπου επικρατεί μια γενικότερη απαξίωση της ιστορίας μας αλλά και μια καθοδηγούμενη υποβάθμιση του ρόλου της Εκκλησίας, με οδήγησε, στο χρόνο που μου διατίθεται, στο να κάνω μια σύντομη αναφορά από τη μια, στην παγκόσμια δράση, ακτινοβολία και προσφορά της Εκκλησίας της Κύπρου διαχρονικά, αλλά κι από την άλλη, να αναφερθώ στην προσφορά της στον ίδιο τον Κυπριακό λαό, τον οποίο σε καιρούς δύσκολους, στήριξε, καθοδήγησε και διατήρησε για χιλιάδες χρόνια στην εσχατιά αυτή του ελληνισμού και της χριστιανοσύνης.
 
Άλλωστε αυτή η αναφορά μας αποτελεί και στοιχείο εθνικής αυτοσυνειδησίας, αφού οι παρακαταθήκες που άφησε η καθιέρωση της ελληνικής γλώσσας μαζί με τα διδάγματα της Χριστιανοσύνης αποτέλεσαν και αποτελούν σήμερα τα θεμέλια πάνω στα οποία κτίστηκε αυτό που ονομάζουμε εθνική παράδοση, και η οποία έφθασε σ’ εμάς με μια σειρά από αγώνες και θυσίες.
                                                                                     
Και μιλώντας για ιστορική μνήμη και αυτοσυνειδησία, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ιστορία δεν είναι παρά ένας ατελείωτος διάλογος ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν για ένα καλύτερο μέλλον. Κι εμείς, εδώ στην Κύπρο, έχουμε την τύχη οι ρίζες μας να είναι ριγμένες σ’ ένα παρελθόν μοναδικό στον κόσμο. Αυτές οι ρίζες βρίσκονται διάσπαρτες και στον ιερό αυτό χώρο, όπου στάθηκαν και κήρυξαν οι τιμώμενοι απόψε απόστολοι.
 
Μακαριώτατε,
 
Σε μια εποχή όπου στην Κύπρο κυριαρχούσε η «εθνική», ειδωλολατρική αρχαία ελληνική θρησκεία και η παλιά εβραϊκή θρησκεία, ήρθε να προστεθεί και μια τρίτη θρησκεία, η «νέα θρησκεία», η οποία τελικά κυριάρχησε όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο.
 
Το κήρυγμα των Αποστόλων στο χώρο αυτό επέδρασε καταλυτικά. Η διάδοση του χριστιανισμού θα βρει πρόσφορο έδαφος στις καρδιές των Κυπρίων. Θα νιώσουν να τους διαπερνά το ίδιο διαπεραστικό φως που διαπέρασε τον Απόστολο Παύλο, εκεί, στο δρόμο προς τη Δαμασκό, και έτσι η νέα θρησκεία θα αποτελέσει τη σχεδία του βίου τους που θα τους συντροφεύει σε όλες τις φάσεις της ζωής τους, ευχάριστες και δυσάρεστες.
Τα κατάλοιπα της αρχαίας θρησκείας δεν ήταν ικανά να σταθούν εμπόδιο σ’ αυτή την πορεία. Η σύγκρουση της παλαιάς με τη νέα θρησκεία, σ’ αυτόν εδώ το χώρο, και η επικράτηση του Χριστιανισμού έρχεται να πιστοποιήσει το θρίαμβό του έναντι της ειδωλολατρίας. Το θαύμα που συνετελέσθη μπροστά στα μάτια του θα κάνει ακόμα και το Ρωμαίο ανθύπατο να δεχθεί και να ασπαστεί τη θρησκεία αυτή. Έτσι, λοιπόν, η Κύπρος, και η Πάφος ειδικότερα, έγινε η πρώτη Ευρωπαϊκή πόλη που θα ασπαστεί το χριστιανισμό. Και όχι μόνο αυτό, έγινε η πύλη δια μέσω της οποίας θα ακουστεί το Ευαγγέλιο σε ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό χώρο.
 
Οι Απόστολοι όμως δε στάθηκαν μόνο εκεί. Χειροτόνησαν επισκόπους για να συνεχίσουν το έργο τους, εγκαθιδρύοντας με τον τρόπο αυτό την Κυπριακή Εκκλησία, η οποία, λόγω του αποστολικού της χαρακτήρα, θα παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο εντός όσο και εκτός Κύπρου.
Η Εκκλησία της Κύπρου ανέδειξε στο θρόνο της επισκόπους με παγκόσμια ακτινοβολία και, ως εκ τούτου η πνευματική δράση που ανέπτυξε ήταν αρκετά πλούσια, σε όλες τις φάσεις της Ιστορία της.
Σε εποχές που η Ελληνική Βυζαντινή Αυτοκρατορία επολιορκείτο από κάθε είδους κατακτητές και που η Κωνσταντινούπολη είχε γίνει το επίκεντρο των επιθέσεων, η Κύπρος και η Εκκλησία της, ως αυτοκέφαλη και προικισμένη με ειδικά προνόμια, προσέδιδε με την παρουσία της στο γεωγραφικό αυτό χώρο τη χαμένη αίγλη στη Βασιλεύουσα, η οποία ήδη είχε υποστεί σοβαρότατα πλήγματα, με σημαντικές μειώσεις εδαφών.
 
Εκείνο όμως που διαφύλαξε άθικτο είναι η ίδια η ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας. Τα  μοναστήρια τα οποία χτίστηκαν αποτέλεσαν τις κοιτίδες και τους προμαχώνες της Ορθοδοξίας όχι μόνο της Κύπρου, αλλά και ολόκληρης της χριστιανοσύνης. Στον  αρχιεπισκοπικό της θρόνο αλλά και σε διάφορα άλλα εκκλησιαστικά αξιώματα αναδείχθηκαν μια πλειάδα αγίων ασκητών και οσίων που προσέδωσαν στην Κύπρο την επωνυμία, και όχι άδικα, ως «η Νήσος των Αγίων».
Πολλοί Κύπριοι ιεράρχες συμμετείχαν ενεργά και καθόρισαν αποφάσεις οικουμενικών συνόδων. Ακόμα και στις μέρες μας η Εκκλησία της Κύπρου συμμετέχει ενεργά σε όλες τις πανορθόδοξες διασκέψεις και οι απόψεις της ενσωματώνονται στις αποφάσεις των συνόδων αυτών. Η Εκκλησία της Κύπρου και σήμερα τυγχάνει ιδιαίτερου σεβασμού και κύρους από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Μακαριώτατε,
Μιλώντας για την προσφορά της αποστολικής Εκκλησίας της Κύπρου δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στο ρόλο που διαδραμάτισε ως κιβωτός σωτηρίας σε όλες τις δύσκολες περιόδους της Ιστορίας της πατρίδας μας.
Πέρασε μπόρες φοβερές η Πατρίδα μας. Πλησίασε πολλές φορές στο χείλος της καταστροφής και τον αφανισμό. Όμως είχε τη δύναμη από την τέφρα της να αναγεννάται. Πάντα, όση μεγάλη κι αν ήταν η καταστροφή, όσο βαρύ κι αν ήταν το πλήγμα, όσο βάρβαρος κι αν ήταν ο κατακτητής, μια σπίθα έμενε εκεί βαθιά κρυμμένη στη στάχτη, άσβηστη κι ακοίμητη και καρτερούσε την ώρα και τη στιγμή την κατάλληλη, η σπίθα αυτή, να φουντώσει και να θεριέψει, να γίνει η φωτιά και η λάβα η καυτερή, για να κάψει κάθε επίβουλο καταχτητή.
Η Εκκλησία της Κύπρου σε όλες αυτές τις δύσκολες ώρες ήταν κοντά στο ποίμνιό της. Η αίγλη και το κύρος που της είχε προσδώσει η πλούσια πνευματική της δράση, έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση του εθνικού φρονήματος και της ελληνικότητας της Κύπρου. Οι έννοιες ελληνισμός και χριστιανισμός ταυτίστηκαν στη συνείδηση των Κυπρίων.
Ειδικά δε, κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ο υπόδουλος Κυπριακός Ελληνισμός, αντιστάθηκε και με το ντουφέκι και με το φιλότιμο. Στην πρώτη μορφή αντιστάσεως, τις ένοπλες εξεγέρσεις, πρωτοστατούσαν οι κλέφτες και οι αρματολοί, αλλά σημαντικός ήταν και ο ρόλος των Επισκόπων και των απλών ιερέων. Στη δεύτερη μορφή αντίστασης, την πνευματική και ηθική, η Εκκλησία της Κύπρου υπήρξε ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης και καθοδηγητής. Λέχθηκε χαρακτηριστικά για τη δράση αυτή της Εκκλησίας «Η Ορθοδοξία ήταν η δύναμη που διετήρησε τον Ελληνισμό κατά τη διάρκεια των σκοτεινών αιώνων...» (Στήβεν Ράνσιμαν).
Και αν για την Κύπρο, η εξέγερση ήταν περιορισμένης έκτασης και γρήγορα καταπνίγηκε από τους Οθωμανούς, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τη  πνευματική αυτή αντίσταση, τον Εθναρχικό ρόλο που ανέλαβε η Εκκλησία μας και ο οποίος αναδεικνύεται κυρίως σε δύο τομείς:
1) Στη διαφύλαξη της Πίστεως και της εθνικής συνειδήσεως. Κατά τη διάρκεια της δουλείας οι έννοιες Ορθόδοξος και Ρωμηός ήσαν σχεδόν ταυτόσημες. Χαρακτηριστικό παράδειγμα της ταύτισης αυτής ήταν η σθεναρή και παροιμιώδης αντίσταση του Αρχιεπισκόπου Κυπριανού όπου μπροστά στην αγχόνη έκανε σύνθημα, δια στόματος Βασίλη Μιχαηλίδη, την έννοια της Ρωμιοσύνης και την επίδειξη θάρρους και αυτοθυσίας. Και
2) Στη διαφύλαξη της Παιδείας μας, και ιδίως για τους δύο πρώτους και σκοτεινούς αιώνες της Τουρκοκρατίας χρειάσθηκε να λειτουργήσουν και τα Κρυφά Σχολειά. Ο παπάς ή ο καλόγερος λαμβάνοντας τις κατάλληλες προφυλάξεις δίδασκαν στα παιδιά του χωριού τα «κολλυβογράμματα» με διδακτικά εγχειρίδια το Ψαλτήρι και την Οκτώηχο, αλλά και βίους αγίων.
Όμως η προσφορά και η δράση της Εκκλησίας δε σταματά εκεί. Στους νεότερους χρόνους της ιστορίας, η Εκκλησία της Κύπρου ανέλαβε πλούσια διπλωματική δράση  και υποστήριξε και χρηματοδότησε τον ένοπλο αγώνα για την αποτίναξη του αποικιακού ζυγού και της Αγγλοκρατίας. Ο Εθνάρχης Μακάριος ηγήθηκε αυτής της προσπάθειας. Διαπότισε τους αγωνιστές της Ε.Ο.Κ.Α. με τα νάματα του Γένους και τους οδήγησε σε νέες δόξες και θυσίες.
Αλλά και σήμερα η Εκκλησία έχει αναλάβει και διαδραματίζει τον ρόλο αυτό που της υποδεικνύει και η Ιστορία αλλά και που επέβαλε η εδώ παρουσία των δύο Αποστόλων. Μπροστά στα θέλγητρα του σύγχρονου κόσμου, η Εκκλησία αντιτάσσει το δύσκολο δρόμο. Το δρόμο της ευθύνης. Το δρόμο του αγώνα. Επαγρυπνεί, καθοδηγεί και εκεί που χρειάζεται δε διστάζει να προχωρεί και σε αποφάσεις που δε συνάδουν με το λαϊκό αίσθημα, αλλά όμως είναι σύμφωνες με τις ιερές παρακαταθήκες που της άφησε η πλούσια ιστορία της.
Μακαριώτατε,
Όπως είπαμε και στην αρχή ζούμε σε μια περίοδο όπου η συνεισφορά όχι μόνο της Εκκλησίας της Κύπρου αλλά γενικότερα η προσφορά του Ελληνισμού προσπαθεί να απαξιωθεί. Χρέος δικό σας είναι, στηριγμένος στην πλούσια ιστορία αλλά και ως ο φυσικός διάδοχος του Αποστόλου Βαρνάβα, να συνεχίσετε να διαδραματίζετε ρόλο καθοδηγητικό, καθοδηγώντας και εμψυχώνοντας τους πιστούς μας. Να τους υποδεικνύετε όχι μόνο το εθνικό χρέος, αλλά και το θρησκευτικό χρέος, ως θρησκευτικός ηγέτης. Να τους υπενθυμίζετε ότι για τη σωτηρία της πατρίδας μας και του ίδιου του εαυτού μας χρειάζεται αγώνας. Δεν έχουν θέση οι συμβιβασμοί που υποβιβάζουν τον ίδιο άνθρωπο και την αξιοπρέπειά του. Άλλωστε το παράδειγμα των δύο αποστόλων και το φρικτό τους τέλος, υποδεικνύουν και τα όρια του αγώνα μας. Αγώνας που φτάνει μέχρι το θάνατο.
Το παράγγελμα του Παύλου «Υμείς επ’ ελευθερία εκλήθητε» ηχεί στα αυτιά μας ως σειρήνα όχι καθησυχασμού και ανάπαυσης, αλλά ως σειρήνα νέων αγώνων και θυσιών. Αντλώντας, λοιπόν, δύναμη από το χώρο αυτό, όλοι μας, ας ατενίσουμε το μέλλον με περισσότερη αισιοδοξία και με αυτοπεποίθηση και ας ευχηθούμε, δια πρεσβειών των Αποστόλων μας, να θριαμβεύσει ξανά η δικαιοσύνη στον πολύπαθο αυτό τόπο.