English  Αρχική Σελίδα   Μητρόπολη   Μητροπολίτης   Eπισκοπή Αρσινόης  Επικοινωνία

       
  Δελτίο Κηρυγμάτων    

  
   Τυπικαί Διατάξεις
 
  
      Εορτολόγιον
 

  
Καταστατικό Εκκ. Κύπρου

 

 

 

ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΠΑΦΟΥ

 

Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΦΟΥ (Πρ. 13, 4 - 12).

 

«Οὗ­τοι (ὁ Βαρ­νά­βας καί ὁ Σαῦ­λος) ἐκ­πεμ­φθέ­ντες ὑ­πό τοῦ Πνεύ­μα­τος τοῦ Ἁ­γί­ου κα­τῆλ­θον εἰς τήν Σε­λεύ­κει­αν, ἐ­κεῖ­θέν τε ἀ­πέ­πλευ­σαν εἰς τήν Κύ­προν, καί γε­νό­με­νοι ἐν Σα­λα­μῖ­νι κα­τήγ­γε­λλον τό λό­γον τοῦ Θε­οῦ ἐν ταῖς συ­να­γω­γαῖς τῶν Ἰ­ου­δαί­ων· εἶ­χον δέ καί Ἰ­ωάν­νην ὑ­πη­ρέ­την. Δι­ελ­θό­ντες δέ τήν νῆ­σον ἄ­χρι Πά­φου εὗ­ρόν τι­να μά­γον ψευ­δο­προ­φή­την Ἰ­ου­δαῖ­ον ᾧ ὄ­νο­μα Bα­ρι­η­σοῦς, ὅς ἦν σύν τῷ ἀν­θυ­πά­τῳ Σερ­γί­ῳ Παύ­λῳ, ἀν­δρί συ­νε­τῷ. Οὗ­τος προ­σκα­λε­σά­με­νος Βαρ­νά­βαν καί Σαῦ­λον ἐ­πε­ζή­τη­σεν ἀ­κοῦ­σαι τόν λό­γον τοῦ Θε­οῦ· ἀν­θί­στα­το δέ αὐ­τοῖς Ἐ­λύ­μας ὁ μά­γος - οὕ­τω γάρ με­θερ­μη­νεύ­ε­ται τό ὄ­νο­μα αὐ­τοῦ - ζη­τῶν δι­α­στρέ­ψαι τόν ἀν­θύ­πα­τον ἀ­πό τῆς πί­στε­ως. Σαῦ­λος δέ, ὁ καί Παῦ­λος, πλησθείς Πνεύ­μα­τος Ἁ­γί­ου καί ἀ­τε­νί­σας πρός αὐ­τόν εἶ­πεν· ὦ πλή­ρης πα­ντός δό­λου καί πά­σης ῥα­δι­ουρ­γί­ας, υἱ­έ δι­α­βό­λου, ἐ­χθρέ πά­σης δι­και­ο­σύ­νης, οὐ παύ­σῃ δι­α­στρέ­φων τάς ὁ­δούς Κυ­ρί­ου τάς εὐ­θεί­ας; Καί νῦν ἰ­δού χείρ Κυ­ρί­ου ἐ­πί σέ, καί ἔ­σῃ τυ­φλός μή βλέ­πων τόν ἥ­λι­ον ἄ­χρι και­ροῦ. Πα­ρα­χρῆ­μα δέ ἔ­πε­σεν ἐ­π' αὐ­τόν ἀ­χλύς καί σκό­τος, καί πε­ρι­ά­γων ἐ­ζή­τει χει­ρα­γω­γούς. Τό­τε ἰ­δών ὁ ἀν­θύ­πα­τος τό γε­γο­νός ἐ­πί­στευ­σεν, ἐκ­πλησ­σό­με­νος ἐ­πί τῇ δι­δα­χῇ τοῦ Κυ­ρί­ου».

 

 

«Αυτοί (ο Βαρνάβας και ο Σαύλος), σταλμένοι από το Άγιο Πνεύμα, κατέβηκαν στη Σελεύκεια κι από κει με πλοίο πήγαν στην Κυπρο. Όταν έφτασαν στη Σαλαμίνα της Κυπρου, κήρυτταν το λόγο του Θεού στις συναγωγές των Ιουδαίων. Βοηθό είχαν μαζί τους τον Ιωάννη. Αφού διέσχισαν το νησί, έφτασαν στην Παφο. Εκεί βρήκαν κάποιο μάγο και ψευδοπροφήτη Ιουδαίο, που λεγόταν Βαριησούς. Αυτός ήταν φίλος του ανθυπάτου Σεργίου Παύλου, που ήταν άνθρωπος συνετός. Ο Σεργιος Παύλος προσκάλεσε το Βαρνάβα και το Σαύλο και ζήτησε ν' ακούσει το λόγο του Θεού. Ο Ελύμας ο μάγος - γιατί έτσι μεταφράζεται το όνομα Βαριησούς - τούς αντιστεκόταν και προσπαθούσε να εμποδίσει τον ανθύπατο να πιστέψει. Τοτε ο Σαύλος, που λεγόταν και Παύλος, πλημμύρισε από το Άγιο Πνεύμα, τον κοίταξε διαπεραστικά και είπε: Γιε του διαβόλου, που είσαι γεμάτος από κάθε πονηριά κι από κάθε ραδιουργία, και πολεμάς κάθε τι καλό, δε θα πάψεις να στρεβλώνεις τούς ίσιους δρόμους του Θεού; Τωρα το χέρι του Κυρίου θα πέσει πάνω σου: Θα τυφλωθείς και για ένα διάστημα δε θα βλέπεις τον ήλιο. Την ίδια στιγμη έπεσε πάνω του ομίχλη και σκοτάδι κι άρχισε να περιφέρεται εδώ κι εκεί αναζητώντας κάποιους να τον χειραγωγήσουν. Τοτε ο ανθύπατος, όταν είδε αυτό που έγινε, πίστεψε, γιατί του είχε κάνει βαθιά εντύπωση η δύναμη που έχει η διδασκαλία του Κυρίου».

Η πιο πάνω περικοπή από τις Πράξεις των Αποστόλων θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η επίσημη πράξη της ίδρυσης της Εκκλησίας της Παφου. Το κείμενο δεν αναφέρει εκπληκτικά η άμεσα αποτελέσματα από το κήρυγμα των δύο Αποστόλων. Το ότι όμως ο ίδιος ο Ανθύπατος επίστευσε ήταν μια πράξη που θα διευκόλυνε κι άλλους να ασπαστούν τη νέα θρησκεία. Περαν του ότι τούτο απέκλειε εκ προοιμίου κάθε πρόσκομμα προς το έργο των Αποστόλων και κάθε δυνατό διωγμό, η προσωπικότητα του Ανθυπάτου Σεργίου Παύλου θα επιδρούσε θετικά σε πολλούς, ευεργετικά προς την κατεύθυνση του Ευαγγελίου. Ο Λουκάς τον χαρακτηρίζει άνδρα «συνετόν», ενώ σύμφωνα με μαρτυρία του Πλινίου ήταν «πολύ μορφωμένος και σπουδαίος άνθρωπος, αυθεντία σε ζητήματα φυσικών Επιστημών ... ανοικτό μυαλό για θέματα φιλοσοφικά και θρησκευτικά, ένας ειλικρινής ερευνητής της αλήθειας»(1). Λαμβάνοντας υπόψη ότι πάντα οι άνθρωποι μιμούνται η και θέλουν να κολακεύουν αυτούς που έχουν μια περίοπτη θέση, είναι λογικό να υποθέσουμε πως η προσχώρηση του Ανθυπάτου στο Χριστιανισμό θα είχε ως αποτέλεσμα κι άλλοι πολλοί να έπραξαν το ίδιο. Με την ίδια λογική θα πρέπει να απορρίψουμε και τις φήμες που κυκλοφορούν μέχρι σήμερα ότι δήθεν στην Παφο οι Απόστολοι κακοποιήθηκαν κι ότι ο Απόστολος Παύλος έλαβε «τεσσαράκοντα παρά μίαν». Εκεί που ο Εκπρόσωπος της Κρατούσας Δυναμης επίστευσε δεν θα μπορούσαν οι υπήκοοι να επιδείξουν τέτοια συμπεριφορά. Εκτός κι αν υπήρξε επεισόδιο πριν από το κήρυγμα ενώπιον του Ανθυπάτου. Μα και τότε οι Πράξεις των Αποστόλων θα έκαναν αναφορά σ' αυτό.

Ωστόσο η έλλειψη πηγών και μαρτυριών από τούς τρεις πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού για την Εκκλησία της Πάφου δεν μας διαφωτίζει για την κατάσταση που επεκράτησε τότε. Αυτό βέβαια είναι πρόβλημα της γενικότερης Εκκλησιαστικής Ιστορίας και όχι μόνο της Ιστορίας της Εκκλησίας της Πάφου η και ολόκληρης της Κύπρου. Μπορούμε, πάντως, εύλογα να υποθέσουμε τόσο από την πρώτη αντιμετώπιση του Χριστιανικού κηρύγματος στην Πάφο, όσο και από το ότι η Κύπρος ήταν νησιωτικός χώρος και απομακρυσμένος από τα κύρια κέντρα διοίκησης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ότι δεν θα υπήρξαν συστηματικοί διωγμοί των Χριστιανών στην Κύπρο. Το ότι ο Βαρνάβας, ο Ηρακλείδιος και άλλοι υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο στα πρώτα εκείνα χρόνια, αυτό οφείλεται στη δράση μάλλον εξαγριωμένου πλήθους, κυρίως Εβραίων, και όχι σε συστηματικούς «επίσημους» διωγμούς.
Ο Χριστιανισμός θα πρέπει κατά την περίοδο εκείνη να είχε εμπεδωθεί στην κοινωνία της Πάφου, πρωτεύουσα τότε της Κύπρου, πράγμα που πιστοποιείται κι από την παρουσία του επισκόπου Πάφου Κυρίλλου (η Κυριακού) στην Α Οἰ­κου­με­νι­κή Σύνοδο, που συνήλθε στη Νίκαια της Βιθυνίας το έτος 325.(2) Ως Μητροπολίτης μάλιστα της Κύπρου, αφού η Πάφος ήταν πρωτεύουσα της Κύπρου, υπέγραψε πριν από τον Σαλαμίνος Γελάσιο.
Τη βαθμιαία επικράτηση του Χριστιανισμού στην Πάφο μαρτυρεί και η επί επταετία παρουσία του αγίου Ιλαρίωνα του Μεγάλου στην περιοχή. Το 364 ο Ιλαρίων έφτασε στην Πάφο, έμεινε για δύο χρόνια κοντά στην ομώνυμη πόλη και αργότερα για άλλα πέντε χρόνια σε σπήλαιο κοντά στην Επισκοπή, χωριό στα Β.Α. της πόλης της Πάφου(3). Στην ίδια εποχή υπάρχει ισχυρή παράδοση ότι ιδρύθηκε η Μονή των Ιερέων.(4) Η παρουσία του Ιλαρίωνος, του φημισμένου ασκητού, στην Πάφο και η ύπαρξη Μονής την ίδια πρώιμη εποχή δηλώνει την ύπαρξη οργανωμένου μοναχικού βίου στην περιοχή, πράγμα που μαρτυρεί την ευρύτερη διάδοση του Χριστιανισμού στην περιοχή ήδη από τον 4ο αιώνα.
Το 381 μ.Χ., στη Β Οἰ­κου­με­νι­κή Σύνοδο, την Εκκλησία της Πάφου αντιπροσώπευσε ο επίσκοπος αυτής Ιούλιος, ενώ στην Γ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύνοδο, στην Έφεσο, παρέστη ο Πάφου Σαπρίκιος.(5)
Από τούς πρώτους κιόλας αιώνες του Χριστιανισμού αναπτύχθηκε ως δεύτερο θρησκευτικό κέντρο στην επαρχία Πάφου, η πόλη της Αρσινόης. Η Αρσινόη, η πόλη που διαδέχτηκε το αρχαίο Μάριο, στην ίδια με εκείνο θέση, ήταν πολιτικό και εμπορικό κέντρο της περιοχής, στα Β.Δ. παράλια της Κύπρου. Ως τέτοιο κέντρο ήταν φυσικό να δέχεται και τη διακίνηση ιδεών, καθώς και φιλοσοφικών και θρησκευτικών ρευμάτων. Έτσι σύντομα παρουσιάζεται ως ιδιαιτέρα επισκοπή με συγκροτημένη εκκλησιαστική δομή. Ο Αρσινόης Προέχιος αντιπροσωπεύθηκε το 451 μ.Χ. στην Δ Οἰ­κου­με­νι­κή Σύνοδο στη Χαλκηδόνα από τον επίσκοπο Θεοδοσιανής Σωτήρα. Προηγουμένως, πιθανώς τον 4ο αιώνα, αρχιεράτευσε εκεί ο Αρίστων, που τιμάται ως άγιος στις 22 Φεβρουαρίου. Τον Αρίστωνα διεδέχθη στο θρόνο της Αρσινόης ο Νικων και τούτον ο Αρκάδιος. Τούς τρεις τελευταίους εγκωμιάζει σε λόγο του ο Άγιος Νεόφυτος ο Έγκλειστος, ο οποίος αναφέρεται και στη Μονή του Αγίου Αρκαδίου, στην ύπαρξη ηγουμένου, κτημάτων και ζώων σ’ αυτή. Ερείπια της Μονής σώζονται και σήμερα στο δάσος της Πάφου, βόρεια του χωριού Άγιος Μερκούριος.
Από επιγραφή που βρέθηκε στην Πόλη Χρυσοχούς πληροφορούμαστε και το όνομα άλλου επισκόπου Αρσινόης, του Φωτεινού, που ήταν επίσκοπος το 488.
Περί τα τέλη του 4ου η αρχές του 5ου αιώνα είχε οσιακό τέλος ο άγιος Θεοσέβιος, καταγόμενος από τη Μελάντρα Χρυσοχούς. Υποδεικνύεται μέχρι σήμερα το σπήλαιο, όπου ασκήτευσε, έξω από το χωριό Μελάντρα. Γρήγορα αναγνωρίστηκε ως άγιος και τιμάται έκτοτε σ’ όλη την περιοχή στις 12 Οκτωβρίου.(6)
Η Πάφος κατελήφθη για 27 χρόνια από τούς Άραβες (653 – 680). Έγιναν τότε διώξεις ανθρώπων και καταστροφές Χριστιανικών μνημείων. Εν τούτοις από την εποχή αυτή μας διασώζεται ο πανηγυρικός λόγος του επισκόπου Πάφου Θεοδώρου στον Άγιο Σπυρίδωνα, που εκφωνήθηκε στην Τρεμετουσιά, την ημέρα της γιορτής του Αγίου, στις 12 Δεκεμβρίου 655.
Τον 10ο αιώνα, το 963 μ.Χ. για την ακρίβεια, περνά από την Πάφο και ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, πριν ακόμα μεταβεί στο Άγιο Όρος και ιδρύσει τη Μονή της Μεγίστης Λαύρας.(7)
Οι πληροφορίες για την Εκκλησία της Πάφου λιγοστεύουν μέχρι τον 11ο αιώνα. Τον 12ο αιώνα κυριαρχεί η πληθωρική μορφή του Αγίου Νεοφύτου (1134 – 1219) που μας δίνει πολλές ιστορικές μαρτυρίες για την εποχή του. Ο άγιος Νεόφυτος μας πληροφορεί για την εκλογή του Βασίλειου Κινναμου ως επισκόπου Πάφου το 1166, από τον οποίο χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Ο άγιος Νεόφυτος κατέστη πράγματι το «περιφανές εγκαλλώπισμα» όχι μόνο της Πάφου αλλά ολόκληρης της Κύπρου. Η Μονή που εκείνος ίδρυσε κοντά στην πόλη της Πάφου και που σήμερα, ως Σταυροπηγιακή Μονή, φέρει το όνομά του, είναι ένα από τα κύρια σημεία αναφοράς της Πάφου.
Κάποιες παραδόσεις αναφέρουν ότι το 10ο αιώνα ιδρύθηκε η Μονή της Παναγίας της Τροοδίτισσας στα όρια της Μητροπολιτικής περιφέρειας Πάφου,(8) ενώ το 12ο αιώνα αναφέρεται και η ίδρυση της Μονής της Χρυσορροϊάτισσας.(9)
Ο άγιος Νεόφυτος είχε και την τραγική εμπειρία της κατάκτησης της Κύπρου από τούς Λατίνους. Το 1191, ως γνωστό, η Κύπρος κατακτήθηκε από το βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο το Λεοντόκαρδο που την πούλησε διαδοχικά στους Ναΐτες και στον έκπτωτο Φράγκο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Guy de Lusignan που εγκαθίδρυσε το Φραγκικό βασίλειο της Κύπρου. Μαζί μ' αυτό εγκαθιδρύθηκε, δυστυχώς, στην Κύπρο και η Λατινική Εκκλησία, με όλες τις γνωστές τρομερές συνέπειες για την Ορθόδοξη Εκκλησία του τόπου. Δεν ήταν τόσο η αρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας, όσο η συνεχής προσπάθεια υποταγής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου στη Λατινική. Τις συνέπειες αυτής της προσπάθειας υπέστη άμεσα και η Παφιακή Εκκλησία. Ο περιορισμός του αριθμού των Ορθοδόξων επισκόπων σε τέσσερις είχε ως αποτέλεσμα τη συγχώνευση των δύο επισκοπών που βρίσκονταν στην Πάφο, της Πάφου δηλαδή και της Αρσινόης, σε μία. Κι η απομάκρυνση των Ορθοδόξων επισκόπων από τα αστικά κέντρα, όπου εγκαταστάθηκαν οι Λατίνοι επίσκοποι, είχε ως αποτέλεσμα την εγκατάσταση στην Αρσινόη του επισκόπου Πάφου (του επισκόπου της ενωμένης πια επισκοπής Πάφου και Αρσινόης).
Για την Εκκλησιαστική Ιστορία της Πάφου στην περίοδο της Λατινοκρατίας, δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Εν τούτοις μας διασώθηκαν αρκετά ονόματα επισκόπων Πάφου – Αρσινόης.
Ο ασφυκτικός για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου κλοιός της Λατινικής κυριαρχίας λύθηκε το 1570, όταν η Κύπρος κατακτήθηκε από τούς Τούρκους. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αποκαταστάθηκε, ο αριθμός όμως των επισκοπών παρέμεινε σε τέσσερις. Η επισκοπή Πάφου που μαζί με τις άλλες ονομάστηκε Μητρόπολη, διατήρησε έκτοτε, ως Αποστολική Μητρόπολη, την πρώτη μετά την Αρχιεπισκοπή θέση στη σειρά πρεσβείων τιμής των Θρόνων.
Τα δεινά του Κυπριακού λαού και της Εκκλησίας του επιτάθηκαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Επαχθείς φόροι, απηνείς διωγμοί, βίαιοι εξισλαμισμοί και καρατομήσεις κληρικών, ταλαιπώρησαν και το ποίμνιο και την Εκκλησία. Όταν τα πράγματα έφταναν στο απροχώρητο, αρχιερείς μετέβαιναν, με κίνδυνο της ίδιας της ζωής τους, στην Κωνσταντινούπολη και ζητούσαν την επέμβαση της Πύλης για μετάθεση η αλλαγή της πολιτικής κάποιου αυθαίρετου διοικητή. Έτσι συνέβη και το 1783 όταν ο Μητροπολίτης Πάφου Πανάρετος μετέβη με τούς άλλους αρχιερείς στην Κωνσταντινούπολη, για να καταγγείλουν την τυραννία του Τούρκου διοικητή Χατζημπακκή.
Ο Πανάρετος (1767 – 1790) υπήρξε ένας από τούς σημαντικότερους επισκόπους Πάφου, όχι μόνο επί Τουρκοκρατίας αλλά γενικότερα. Εκόσμησε και ανεκαίνισε πολλούς ναούς – υπάρχουν επιγραφές σε ναούς, εικονοστάσια και εικόνες που μαρτυρούν τη δράση του –, ανέπτυξε αξιόλογη κοινωνική δράση και διέπρεψε σε αγιότητα βίου. Τέσσερα μόλις χρόνια από το θάνατό του, το 1794, αναγνωρίστηκε και επίσημα ως άγιος.
Ο Καισάριος Δαπόντες γράφει γι' αυτόν: «Προς τούς άλλους δε είναι ο νυν Πάφου της εν Κύπρω, Πανάρετος Κύπριος... επίσημος όχι, αλλά επισημότατος, εις τα γράμματα όχι, αλλά εις τας αρετάς, εις τα πράγματα, και είναι ούτω πανάρετος, ζωντανή αρετή...»(10).
Δίνοντας ώθηση και στα γράμματα ο Πανάρετος εξέδωσε, με δικά του έξοδα, το έργο «Γένεσις και φθορά κατ' Αριστοτέλην» του Θεόφιλου Κορυδαλέως, χάριν των «φιλομαθών» και «φιλεπιστημόνων».
Την ενεργό ανάμειξη της Εκκλησίας της Πάφου στα κοινά, που στόχευε κυρίως στην Εθνική διαπαιδαγώγηση του ποιμνίου της και την καλλιέργεια της ελπίδας μέχρι την ανατολή καλύτερων ημερών, μαρτυρεί και η καρατόμηση του Πάφου Χρυσάνθου στις 9 Ιουλίου 1821 από τον Κιουτσούκ Μεχμέτ. Μαζί με τον Πάφου Χρύσανθο από την Μητροπολιτική περιφέρεια Πάφου καρατομήθησαν και πολλοί άλλοι, κληρικοί και λαϊκοί, όπως είναι ο Οικονόμος του Ομόδους Δοσίθεος, ο ηγούμενος Κύκκου Ιωσήφ, καταγόμενος εκ του χωρίου Πενταλιά της Πάφου(11) και οι γραμματείς των δημογερόντων Πάφου Χριστούδιας και Χ''Ζαχαριας.(12)
Κατά τη διάρκεια της όψιμης Τουρκοκρατίας η Μητρόπολη Πάφου πρωτοστάτησε στην ίδρυση, τόσο στην πόλη της Πάφου, όσο και στην ύπαιθρο, σχολείων. Έτσι το 1855 ιδρύθηκε το πρώτο σχολείο στο Κτήμα, η δε Μητρόπολη Πάφου είχε αναλάβει την υποχρέωση να πληρώνει εξ ολοκλήρου το μισθό του δασκάλου, πράγμα που συνεχίστηκε μέχρι την Αγγλική κατοχή.(13)
Συγκέντρωση πολλών προκρίτων της επαρχίας Πάφου, που συνήλθε στην Αρχιεπισκοπή το 1854 και στην οποία παρέστη μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο και ο Πάφου Χαρίτων, αποφάσισε: «... Να συσταθώσι τρία αλληλοδιδακτικά Σχολεία, δι' όλην την επαρχίαν, εν εις την περιοχήν της Πάφου, έτερον εις την της Χρυσοχούς, άλλο εις την της Αυδήμου...».(14)
Κατά τη δεκαετία 1850 – 1860 ιδρύθηκαν σχολεία και σε πολλές άλλες κοινότητες της Πάφου, πάντοτε με τη βοήθεια και επιστασία της Εκκλησίας. Αναφέρονται οι κοινότητες: Αμαργέτης, Αρμίνους, Γαλαταριάς, Γιόλους, Έμπας, Κάθηκα, Κελοκεδάρων, Κισσόνεργας, Κοίλης, Κρίτου Τέρρας, Λετύμπου, Μαραθούντας, Μηλιούς, Πέγειας, Πενταλιάς, Πολεμίου, Στρουμπιού, Φιλούσας Κελοκεδάρων και Τρεμιθούσας. Στην τελευταία κοινότητα αναφέρεται ότι ιερείς εδίδαξαν εκκλησιαστικά γράμματα από το 1810.(15)
Την ίδια περίοδο ιδρύθηκαν σχολεία στο Άρσος και στον Άγιο Αμβρόσιο της Μητροπολιτικής περιφέρειας Πάφου. Στη Βάσα σχολείο υπήρχε από το 1827, ενώ πριν το 1860 αναφέρεται σχολείο στη Δορά και στην Ποταμιού.(16)
Στο Όμοδος, εκλεκτή κωμόπολη της Μητροπόλεως Πάφου, φημισμένη για το ξακουστό Μοναστήρι του Σταυρού, «ελειτούργησεν σχολείον καθ' ην εποχήν όλαι σχεδόν αι πόλεις της νήσου εστερούντο εκπαιδευτηρίων, τούτο δε οφείλεται εις την φιλομουσίαν των κατοίκων και εις την Ιεράν Μονήν του Σταυρού, ης οι πατέρες ήσαν οι πρώτοι διδάσκαλοι...».(17) Η σχολή του Ομόδους ελειτούργησε προ του 1810, αφού από του έτους αυτού αναφέρεται ότι εδίδαξε εκεί ο Οικονόμος Δοσίθεος.
Ο Μητροπολίτης Πάφου Νεόφυτος, ο τελευταίος Μητροπολίτης Πάφου επί Τουρκοκρατίας και πρώτος επί Αγγλοκρατίας, (1869 – 1888) εκτός από τη φροντίδα που επέδειξε για τα ελληνικά σχολεία στην Πάφο, ενίσχυσε και τα Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Λευκωσίας με 100.000 γρόσια της εποχής.(18)
Η Εκκλησία της Πάφου ταλαιπωρήθηκε από μια μακρόχρονη χηρεία (1899 – 1910), λόγω του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος. Ευτύχησε όμως να εύρει στο πρόσωπο του Ιακώβου Αντζουλάτου (1910 – 1929) ένα δυναμικό και φιλοπρόοδο ιεράρχη. Ο Ιάκωβος ανέπτυξε σημαντική δράση τόσο στο θρησκευτικό, όσο και στον εθνικό και εκπαιδευτικό τομέα. Παρά την έλλειψη οικονομικών πόρων, κατάφερε, προσεγγίζοντας ευκατάστατους κατοίκους της Πάφου, να κοσμήσει την πόλη με καλλιμάρμαρα νεοκλασικά εκπαιδευτήρια καθώς και με στάδιο που φέρει το όνομά του.(19)
Εξίσου δυναμικός ιεράρχης και ιδιαίτερα μορφωμένος ήταν και ο διάδοχος του Ιακώβου, ο Λεόντιος (1930 – 1947). Τον επόμενο από την εκλογή του χρόνο όμως (1931), εξ αιτίας των Οκτωβριανών, εξορίστηκαν από την Κύπρο οι Μητροπολίτες Κιτίου και Κυρηνείας και λίγο αργότερα (1933) πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Κύριλλος ο Γ . Έτσι ο Λεόντιος έμεινε ο μόνος επίσκοπος στην Κύπρο και ταυτόχρονα τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού θρόνου. Σε μιαν εποχή που παρατηρήθηκε έξαρση των προσπαθειών της Αγγλικής αποικιοκρατικής κυβέρνησης για υποταγή της Ελληνικής Παιδείας και αφελληνισμό του τόπου, ο Μητροπολίτης Λεόντιος διέθεσε όλο το χρόνο και όλη την ικμάδα του στο εθνικό θέμα, θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις υποθέσεις της Μητρόπολης Πάφου. Λόγω της σθεναρής αντίστασης του Λεόντιου και της καθολικής αντίδρασης του κλήρου και λαού οι Άγγλοι δεν κατάφεραν να αλώσουν τότε την Εκκλησία της Κύπρου.
Μετά την ευφορία για την αίσια έκβαση του εθνικού θέματος που δημιουργήθηκε κατά τη διάρκεια του Β Πα­γκο­σμί­ου πολέμου, λόγω της στάσης της Ελλάδος αλλά και της αυθόρμητης και μαζικής κατάταξης των Ελλήνων Κυπρίων στον Αγγλικό στρατό, ο Λεόντιος θεώρησε χρέος του να ζητήσει επίσημα από την αποικιοκρατική Δύναμη εκπλήρωση των εθνικών πόθων. Έτσι το 1946 πήγε στο Λονδίνο για να ζητήσει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Συνάντησε όμως την άρνηση των Άγγλων και συνειδητοποίησε πως η ελευθερία δεν ζητιανεύεται αλλά κερδίζεται με αγώνες.(20) Αν ζούσε, ίσως αυτός να ηγείτο του απελευθερωτικού αγώνα. Πέθανε όμως το 1947, σε ηλικία μόλις 50 ετών, λίγες μέρες μετά την εκλογή του ως Αρχιεπισκόπου Κύπρου.
Μετά το Λεόντιο οι συγκυρίες ήσαν τέτοιες που οδήγησαν την Μητρόπολη Πάφου σε μαρασμό. Ο Κλεόπας (1948 – 1951) που διαδέχθηκε το Λεόντιο ήταν μεγάλης ηλικίας και στο σύντομο διάστημα της αρχιερατείας του επεφορτίσθη, ως τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού θρόνου, και με την εκλογή Αρχιεπισκόπου. Ο Φώτιος (1951 – 1959) λίγο μετά την άνοδό του στο θρόνο αντιμετώπισε τούς καταστροφικούς σεισμούς του 1953 με τις μεγάλες ζημιές τόσο στην πόλη όσο και στην επαρχία της Πάφου. Το κτίριο της Μητρόπολης είχε υποστεί τότε αρκετές ζημιές και οι υπηρεσίες προσφέρονταν για αρκετό καιρό από αντίσκηνα που 'χαν στηθεί στον παρακείμενο κήπο. Λόγω των ιδιαίτερων συνθηκών που επικράτησαν κατά τη διάρκεια του αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α., ο Φώτιος δεν μπόρεσε να γίνει αποδεκτός από τον Παφιακό λαό γι' αυτό και εγκατέλειψε την Πάφο το 1956. Το 1959, μετά τη λήξη του απελευθερωτικού αγώνα, προσπάθησε να επανέλθει στην έδρα του, βρήκε όμως την αντίδραση του Παφιακού λαού γι' αυτό και αναγκάστηκε να υποβάλει παραίτηση.
Ο Γεννάδιος (1959 – 1972) άνθρωπος κατά γενική ομολογία πράος και ήρεμος, εξελέγη Μητροπολίτης Πάφου σε ηλικία 66 ετών. Πέραν από τη φυσική ηλικιακή κατάπτωση που παρουσίαζε όμως, ήταν και εκ φύσεως άβουλος. Εν τούτοις η αδράνεια που παρατηρήθηκε στα της Μητροπόλεως δεν ήταν το μεγαλύτερο κακό που προκάλεσε η αρχιερατεία του Γενναδίου. Ο Γεννάδιος παρασύρθηκε από τούς γνωστούς κληρικούς και λαϊκούς κύκλους στη συνωμοσία εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και κατ' επέκταση της Κύπρου. Ο Παφιακός λαός, έχοντας σωστό αισθητήριο, πριν ακόμα φανούν τα αποτελέσματα της συνωμοσίας με το πραξικόπημα και την Τουρκική εισβολή, εκθρόνισε το Γεννάδιο (Μάρτιος 1972), ο οποίος αργότερα (Ιούλιος 1973) καθαιρέθηκε από τη Μείζονα Σύνοδο.
Η ίδια αδράνεια στα θρησκευτικά πράγματα της Πάφου παρατηρήθηκε και επί Χρυσοστόμου του Α (1973 – 1977) λόγω και της Τουρκικής εισβολής που έστρεψε την προσοχή όλων προς άλλες προτεραιότητες. Αντίθετα η άνοδος στο θρόνο του Χρυσοστόμου του Β (Φεβρουάριος 1978) εσήμανε την έναρξη μιας γόνιμης περιόδου σ’ όλους τούς τομείς.

 

    

Ιστορικό Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου
 
Το ψηφιδωτό που εικονίζει το αποστολικό
κήρυγμα στην Πάφο το 46μΧ                                                                           Η Μητρόπολη ως έχει σήμερα
               
 
 
Η Εκκλησία της Πάφου ιδρύθηκε το 46 μ.Χ. από τους Αποστόλους Παύλο και Βαρνάβα. H Πάφος τότε ήταν η πρωτεύουσα του νησιού και η έδρα του Ρωμαίου Ανθυπάτου. Εδώ ασπάστηκε το Χριστιανισμό ο πρώτος Ρωμαίος επίσημος διοικητής, ο Ανθύπατος Σέργιος Παύλος (πρ.18, 6-12), γεγονός όχι μόνο σημαντικό για την Κύπρο, αλλά και για την ιστορία και τον πολιτισμό όλης της ανθρωπότητας. Είναι η απαρχή της εξάπλωσης του χριστιανισμού σ' όλο τον κόσμο. Χαρακτηρίστηκε σαν η πρώτη δυναμική και θριαμβευτική νίκη του χριστιανισμού στις ανώτερες τάξεις της ρωμαϊκής κοινωνίας.
Το ιεραποστολικό έργο των Αποστόλων Βαρνάβα και Παύλου συνέχισαν ο Άγιος Ηρακλείδιος και κατόπιν ο Επίσκοπος Επαφράς ο οποίος χειροτονήθηκε από τον Αγ. Ηρακλείδιο, κατόπιν εντολής του Αποστόλου Παύλου. ΄Εχοντας συμπαραστάτη τον Απόστολο Βαρνάβα συνέβαλαν στην εξάπλωση και εδραίωση του Χριστιανισμού στην Πάφο.

Κατά τους τρεις πρώτους χριστιανικούς αιώνες, δεν υπάρχουν γραπτές πληροφορίες για την Εκκλησία της Πάφου, όπως και για την Εκκλησία της Κύπρου.

Από το 330 η Κύπρος ανήκει στο Βυζαντινό Κράτος, του οποίου επίσημη θρησκεία είναι η Χριστιανική, και περί τα τέλη του 4ου αιώνα η επικράτηση του Χριστιανισμού είναι πια οριστική. Μέχρι τους σεισμούς του 332 και 342 που κατάστρεψαν την Πάφο ο επίσκοπος Πάφου φαίνεται ότι ασκούσε καθήκοντα Μητροπολίτη, αφού η Πάφος ήταν η Μητρόπολη, δηλαδή η πρωτεύουσα.
Μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς του 4ου αιώνα η Σαλαμίνα αντικατέστησε την Πάφο σαν Μητρόπολη και ο Επίσκοπος Σαλαμίνος προήχθη σε Μητροπολίτη. Το τελευταίο τέταρτο του 4ου αιώνα η Πάφος ανακάμπτει οικονομικά με αποτέλεσμα την καλύτερη οργάνωση της Εκκλησίας, και την ανοικοδόμηση μεγάλων χριστιανικών ναών, όπως η βασιλική της Αγίας Κυριακής (μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες βασιλικές της Κύπρου) και η βασιλική της Παναγίας Λιμενιώτισσας.
Η Εκκλησία της Κύπρου μετείχε σε όλους τους αγώνες ενάντια στις αιρέσεις και εκπροσωπείτο σε όλες τις Οικουμενικές Συνόδους. Ο Επίσκοπος Πάφου Κύριλλος ή Κυριακός μετείχε στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο το 325 στη Νίκαια, ο Επίσκοπος Πάφου Ιούλιος πήρε μέρος στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 381, και ο Πάφου Σαπρίκιος πήρε μέρος στην Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο της Εφέσου το 431, που κατεδίκασε το Νεστόριο και επικύρωσε το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου.
Το 653 η Πάφος καταλήφθηκε από τους Άραβες και υπέστη πολλές δοκιμασίες. Οι κάτοικοι εκδιώχθηκαν από τα σπίτια τους, και οι δύο μεγάλες βασιλικές της Πάφου, της Αγίας Κυριακής και της Παναγίας της Λιμενιώτισσας, μετατράπηκαν σε στάβλους και χώρους διαμονής του στρατού. Το 680 οι Άραβες έφυγαν, και οι κάτοικοι της Πάφου ξαναγύρισαν και ξανάκτισαν τις βασιλικές που είχαν καταστραφεί, ενώ ταυτόχρονα κτίσθηκαν και άλλοι ναοί. Η πόλη της Πάφου άρχισε να επεκτείνεται προς τ' ανατολικά. Η χριστιανική θρησκεία συνεχίστηκε κατά τους αιώνες που ακολούθησαν, παρόλο ότι δεν υπάρχουν γραπτές πληροφορίες για την Εκκλησία της Πάφου.
Τη Βυζαντινή περίοδο ακολουθεί η Φραγκοκρατία, από το 1192 ως το 1570, με τρομερές συνέπειες για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Κύπρου. Η Κύπρος κατακτήθηκε το 1191 από τον Άγγλο βασιλιά Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο, που την πούλησε πρώτα στους Ναΐτες και το επόμενο έτος στον έκπτωτο Φράγκο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Guy De Lusignan που εγκαθίδρυσε το Φράγκικο βασίλειο της Κύπρου. Μαζί με το Φράγκικο βασίλειο εγκαθιδρύθηκε και η Λατινική εκκλησία. Η περιουσία της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαρπάγηκε και άρχισαν προσπάθειες υποταγής της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Κύπρου στην Λατινική. Το 1260μ.Χ Ο πάπας Αλέξανδρος ο Δ΄ με την Bulla Cypria κατάργησε τον Ορθόδοξο Αρχιεπίσκοπο και περιόρισε τον αριθμό των Ορθοδόξων Επισκόπων σε 4, της Λευκωσίας, της Αμμοχώστου, της Λεμεσού και της Πάφου. Παράλληλα εκδιώχθηκαν από τις επισκοπικές τους έδρες, τις οποίες κατέλαβε η Λατινική Ιεραρχία. ΄Εδρα του Επισκόπου Λευκωσίας ορίστηκε η Σολέα, της Αμμοχώστου η Καρπασία, της Λεμεσού τα Λεύκαρα και της Πάφου η Αρσινόη, η σημερινή Πόλη της Χρυσοχούς. Η Αρσινόη ήταν μέχρι τότε χωριστή έδρα επισκόπου, αλλά καταργήθηκε το 1260 και ενσωματώθηκε στην Επισκοπή Πάφου. Από τότε διατηρήθηκαν αναλλοίωτα τα όρια της Επισκοπής Πάφου. Ο πάπας διόρισε σαν πρώτο επίσκοπο Αρσινόης το Νείλο. Τα χρόνια αυτά δεν γνωρίζομε σχεδόν τίποτε για την εσωτερική ζωή της Εκκλησίας της Πάφου. Οι επίσκοποι Πάφου μετείχαν ακούσια στις συνόδους που καλούσαν οι Λατίνοι Αρχιεπίσκοποι, ενώ κατά την εκλογή τους υποχρεώνονταν να δίδουν όρκο υποταγής στο Λατίνο επίσκοπο της Πάφου, σύμφωνα με τη Bulla Cypria του Πάπα Αλεξάνδρου.
Το 1570 οι Τούρκοι κατέλαβαν την Κύπρο. Θέλοντας να επιτύχουν μια ειρηνική κατοχή του νησιού αποκατέστησαν το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου. Ο αριθμός των επισκοπών, πέραν από την Αρχιεπισκοπή, που βαθμιαία ονομάστηκαν μητροπόλεις, περιορίστηκε σε τρεις. Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα καθορίζονται οριστικά η Αρχιεπισκοπή και οι Μητροπόλεις Πάφου, Κιτίου και Κυρηνείας.                                                                                                              (ο άγιος Πανάρετος)
                                                                                                                      
Οι εκάστοτε Επίσκοποι της Εκκλησίας της Πάφου μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο και τους άλλους ιεράρχες ανέλαβαν εθναρχικό ρόλο και αγωνιζόντουσαν για την επιβίωση και απελευθέρωση του λαού της Κύπρου. Το 1609 και 1617 αντίστοιχα, ο Πάφου Λεόντιος προσυπέγραψε μαζί με τους άλλους επισκόπους την επιστολή που έστειλε ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος στο βασιλιά της Ισπανίας Φίλιππο Γ΄ και στο δούκα της Σαβοΐας ζητώντας την απαλλαγή της Κύπρου από τους Τούρκους κατακτητές. Το 1765 ο Μητροπολίτης Πάφου Χρύσανθος, μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Παϊσιο και τον Κυρηνείας Χρύσανθο, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη για να ζητήσουν οικονομικές ελαφρύνσεις και την καταστολή της εξέγερσης των Τούρκων. Το 1767 ο Πάφου Χρύσανθος ανέλαβε Αρχιεπίσκοπος, όπου και φρόντισε για την ανοικοδόμηση της εκκλησίας της Μονής της Παναγίας Χρυσορροϊάτισσας, της εκκλησίας Αγίου Δημητρίου της Νικόκλειας και του Μοναστηριού του Αγίου Νεοφύτου. Τον Χρύσανθο διαδέχτηκε το 1767 στο θρόνο της Πάφου ο Πανάρετος, ο οποίος διακρίθηκε για την αγιότητά του και τη συμμετοχή στα κοινά. Μαζί με άλλους αρχιερείς συνόδευσε το 1783 τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο στην Κωνσταντινούπολη όπου τελικά κατάφεραν να ανακληθεί ο Τούρκος τύραννος διοικητής της Κύπρου Χατζημπακκής. Το 1790 πέθανε, και το 1794 ανακηρύχθηκε ΄Αγιος επί Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Γερασίμου Γ΄. Στη συνέχεια ανέλαβε ο Σωφρόνιος και μετά ο Χρύσανθος. Ο Πάφου Χρύσανθος σφαγιάσθηκε από τον Κουτσούκ Μεχμέτ στις 9 Ιουλίου 1821 μαζί με τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό και τους άλλους Αρχιερείς, Ηγουμένους, Κληρικούς και Προκρίτους της Κύπρου. Αρχιερείς που εστάλησαν από το Πατριαρχείο Αντιοχείας χειροτόνησαν νέο Αρχιεπίσκοπο και Μητροπολίτες. Μητροπολίτης Πάφου ανέλαβε ο Πανάρετος, ο οποίος ήταν αρχιδιάκονος του σφαγιασθέντος από τους Τούρκους Χρύσανθου. Το 1827 ο Πάφου Πανάρετος, μετά την παύση και εξορία του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού, έγινε Αρχιεπίσκοπος και στη θέση του εξελέγη ο ηγούμενος Χρυσορροϊάτισσας Χαρίτων. Μετά το θάνατο του Χαρίτωνα χειροτονήθηκε Μητροπολίτης ο Αρχιμανδρίτης Λαυρέντιος, ο οποίος αρχιεράτευσε μέχρι το 1869. Ο Λαυρέντιος φρόντισε να απαλλάξει τη Μητρόπολη από τα τεράστια χρέη της. Το Λαυρέντιο διαδέχθηκε ο Νεόφυτος. Ο Νεόφυτος φρόντισε για τη δημιουργία και λειτουργία σχολείων στην Πάφο και ενίσχυσε τα Ελληνικά Εκπαιδευτήρια Λευκωσίας. Το 1888 παραιτήθηκε για λόγους υγείας. Ο Μητροπολιτικός θρόνος έμεινε κενός για δύο χρόνια και το 1890 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης ο Επιφάνιος, ο οποίος επίσης φρόντισε για τα σχολεία της Πάφου. Πέθανε το 1899, και ακολούθως για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ο θρόνος έμεινε κενός, λόγω του Αρχιεπισκοπικού ζητήματος που ακολούθησε το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Σωφρονίου το 1900.Στις 7 Μαρτίου 1910 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πάφου ο Ιάκωβος Αντζουλάτος που καταγόταν από την Πάτμο. Ανέπτυξε σημαντική δράση σ' όλους τους τομείς, θρησκευτικό, εθνικό, εκπαιδευτικό.
Η Τουρκοκρατία τερματίστηκε το 1878 με την ενοικίαση της Κύπρου στους Άγγλους. Η είδηση αυτή έγινε δεκτή με χαρά από το λαό και την Εκκλησία, αλλά γρήγορα οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Το 1925 η Αγγλική κυβέρνηση κήρυξε την Κύπρο σε αποικία. Ο λαός αντιλήφθηκε ότι οι Άγγλοι προσπαθούσαν να εδραιώσουν και να μονιμοποιήσουν την κυριαρχία τους στο νησί. Η Εκκλησία πρωτοστάτησε και πάλι στους αγώνες για απελευθέρωση.   
 
     (Σημερινός Καθεδρικός Ναός Αγ. Θεοδώρου)

Το 1930 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Πάφου ο Λεόντιος.
Από το 1933, μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Κυρίλλου ο Λεόντιος έγινε Τοποτηρητής του Αρχιεπισκοπικού Θρόνου και παρέμεινε ο μόνος Επίσκοπος στην Κύπρο, λόγω της εξορίας των Μητροπολιτών Κιτίου Νικοδήμου και Κυρηνείας Μακαρίου το 1931 από τους Άγγλους. Λόγω της σθεναρής αντίστασής του και της αντίδρασης του κλήρου και του λαού οι Άγγλοι δεν κατάφεραν να αλώσουν την Εκκλησία της Κύπρου. Το 1946 πήγε στην Αθήνα και το Λονδίνο για να ζητήσει την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Το 1947 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος, αλλά πέθανε 36 μέρες αργότερα στις 26 Ιουλίου 1947.
Με τη συμμετοχή Ιεραρχών του Οικουμενικού Πατριαρχείου πρώτα εκλέγηκε και ενθρονίστηκε Αρχιεπίσκοπος ο Μητροπολίτης Κυρηνείας Μακάριος και ύστερα, το 1948, χειροτονήθηκαν Επίσκοποι, Πάφου ο πρ. ηγούμενος Κύκκου Κλεόπας, Κιτίου ο Αρχιμανδρίτης Μακάριος Κυκκώτης και Κυρηνείας ο Αρχιμανδρίτης Κυπριανός Κυριακίδης. Το 1950 πέθανε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ο Β΄ και τον διαδέχτηκε ο Κιτίου Μακάριος. Ο Πάφου Κλεόπας πέθανε το 1951 και τον διαδέχθηκε ο Φώτιος Κουμίδης. Ο Πάφου Φώτιος εγκατέλειψε τη Μητρόπολη Πάφου και την Κύπρο το Φεβρουάριο του 1956. Επέστρεψε τον Απρίλη του 1959, αλλά υποχρεώθηκε να παραιτηθεί. Τον διαδέχθηκε ο Χωρεπίσκοπος Σαλαμίνος Γεννάδιος. Το 1973 ο Πάφου Γεννάδιος μαζί με τους Μητροπολίτες Κιτίου Άνθιμο και Κυρηνείας Κυπριανό συνωμότησαν κατά του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου του Γ΄ και καθαιρέθηκαν. Το 1973 Μητροπολίτης Πάφου εκλέγηκε ο Χωρεπίσκοπος Κωνσταντίας Χρυσόστομος, που το 1977 ανέλαβε Αρχιεπίσκοπος μετά το θάνατο του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Την 25η Φεβρουαρίου 1978 εξελέγη Μητροπολίτης Πάφου ο κ. Χρυσόστομος, Εγκλειστριώτης μέχρι τότε ηγούμενος της μονής του Αγίου Νεοφύτου. Την 5η Νοεμβρίου 2006 ο Θρόνος της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου κενώθηκε με την εκλογή του Χρυσοστόμου Β΄ στον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο. Την 29η Δεκεμβρίου 2006 εξελέγη παμψηφεί υπό της προς τούτο συνελθούσης εκλογικής συνελεύσεως Μητροπολίτης Πάφου ο μέχρι τότε Χωρεπίσκοπος Αρσινόης κ. Γεώργιος.

                                    Η πρώτη Μητρόπολη κατά τα βυζαντινά χρόνια (εκκλησία αγίας Κυριακής)

Η Μητρόπολη κατά τα χρόνια Ενετοκρατίας -Φραγκοκρατίας Εκκλησία αγίου Ευαγρίου (επι εποχής Τουρκοκρατίας και μέχρι σήμερα τζαμί)

 

 

Διοίκηση Μητροπόλεως

Χρονολογικό Προκαθημένων

Η ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΓΙΑ ΝΕΟ ΚΑΘΕΔΡΙΚΟ ΝΑΟ